Ναι, οι πικροδάφνες θέλουν κούρεμα

pikrodafnes

του ΑΝΤΗ ΡΟΔΙΤΗ

Αγγέλα Καϊμακλιώτη,
Οι πικροδάφνες θέλουν κούρεμα,
Εκδόσεις Βακχικόν, 2020

Το σκεφτόμουν συχνά ή μάλλον περισσότερο το ένιωθα παρά το έβαζα σε λέξεις. Ότι τριάντα χρόνια όνειρα να επιστρέψουμε στους αγαπημένους και απαγορευμένους τόπους, ήταν όνειρα επιστροφής στον χρόνο παρά στον τόπο. Εκείνο το συναίσθημα έγινε θύελλα βουβής θλίψης όταν μπορούσαμε πια να επιστρέφουμε. Ο χρόνος απουσίαζε, κι όπου ο χώρος ήταν ακόμα ο ίδιος, ο απών χρόνος νέκρωνε και τον χώρο. Έχανε τις διαστάσεις του, το χρώμα του, την αναπνοή του, γινόταν κάτι σαν στημένο σκηνικό.

Αυτό το συναίσθημα της αμετάκλητης απώλειας, της συνειδητοποίησης ότι δεν υπάρχει επιστροφή, συνάντηση μ’ εκείνο που διατηρούσαμε ζωντανό στη φαντασία μας, αποτυπώνεται στο πρώτο ποίημα της συλλογής Οι πικροδάφνες θέλουν κούρεμα, της Αγγέλας Καϊμακλιώτη:

Κάθε που άλλαζε ο καιρός,
συνήθως τον Οκτώβρη,
τον έπιανε μελαγχολία.
Αποτραβιόταν στον γιαλό
και σιωπούσε.
Όταν επέστρεφε
με γκρίζα μάτια βορινά
ρωτούσε:
«Άραγε βρέχει στο Καρπάσι;»
Όταν ανοίξανε τα οδοφράγματα
τους πήραν εκδρομή
στο μοναστήρι τ’ Αποστόλου.
Έκτοτε δεν ξαναρώτησε.

Ένα από τα πολλά που δεν ξέρουμε είναι τι είναι οι ποιητές. Πάντως, όταν ένας λαός διαβάζει τους ποιητές του, ενισχύει τη συνοχή του. Ο λόγος για τον οποίο η Πολιτεία δίνει μια ελάχιστη σημασία στους ποιητές, έχει να κάνει με το πόσο η Πολιτεία έχει συναίσθηση των απρόσωπων συστημάτων που ορίζουν τη λειτουργία της, τα οποία δεν ευνοούν τη συνοχή των λαών. Αντίθετα, ευνοούν την απομόνωση του κάθε ατόμου μέσα στον εαυτό του, την αποκοπή του από το σύνολο, τον εγκλεισμό του στα προσωπικά «δικαιώματά» του (που είναι το δόλωμα αλλά και η παντιέρα των ανίδεων), τη συγκέντρωση της προσοχής του στα ατομικά του συμφέροντα. Έτσι διευκολύνεται η κυριαρχία των απρόσωπων, αυτονομημένων συστημάτων. Η ποίηση είναι μια αντίσταση. Μια απόπειρα ουσιώδους επικοινωνίας με τους άλλους. Η ποίηση μάχεται να κρατήσει τον άνθρωπο στο ύψος του.

Από τα πενήντα τόσα ποιήματα της συλλογής της Αγγέλας Καϊμακλιώτη τα μισά σχεδόν επικεντρώνονται στα τραγικά γεγονότα των δεινών της πατρίδας. Ένα υποτίθεται «ξεπερασμένο» θέμα, μετά από 45 τόσα χρόνια, πάντα, όμως, άμεσα συνδεδεμένο με τη συνοχή των ανθρώπων της Κύπρου. «Εντός βρισκόταν πάντα ο εχθρός», λέει η ποιήτρια στο ποίημα «Συκοφαντίες». Για να μπορέσει να προσθέσει ο αναγνώστης: «Εντός; Πολύ εντός μάλιστα, τόσο εντός, που έχει στρογγυλοκάτσει σπίτι μας, πετώντας εμάς έξω». Υπάρχει, βλέπεις, κι ο αόρατος Αττίλας, που αυτόν μάχεται να φανερώσει η ποίηση. Η ποίηση της Α.Κ. νιώθει την αλήθεια, ξέρει καλά τι γίνεται και το λέει. Όχι με περισπούδαστες, περίπλοκες και δυσνόητες, στεγνές, επιστημονικές μελέτες, μα με τα πιο πειστικά λόγια, εκείνα που πηγάζουν άμεσα και απλά μέσα από την καρδιά.

Μετά από μια «επίσκεψη» στον Πενταδάχτυλο, κάποιος χάνει τη φωνή του. Δεν μπορεί να μιλήσει, έχουν σφηνώσει στον λαιμό του «όλα τα κάστρα του βουνού». Κι από την άλλη είναι η θλίψη για το αμάρτημα του μίσους, του αναπόφευκτου μίσους για εκείνους που καταργούν την ελευθερία μας. Σε μια περιφορά Επιταφίου, που γίνεται απόγευμα στο Ριζοκάρπασο, για τις απαγορεύσεις των νέων δυναστών, μια γριά, που βάζει «την παλάμη αντήλιο να θαυμάσει / το ανθομύριστο ξυλόγλυπτο κουβούκλιο» που πλησιάζει, τα υγρά της μάτια αντικρύζουν στο φόντο του Επιταφίου το καμπαναριό με δίπλα τον μιναρέ, «λευκή ρομφαία στ’ ουρανού το καταπέτασμα. / Κι εκείνη ρίχνοντας το βλέμμα χαμηλά, σταυροκοπήθηκε».

Στο ποίημα «Δελτίο ειδήσεων», (σ. 26) η ποιήτρια κατορθώνει με ελάχιστους στίχους ν’ ασκήσει σκληρή κριτική τόσο στην έλλειψη ιστορικής συνείδησης όσο και στην αποκρουστική τακτική των ΜΜΕ να συνδέουν άμεσα και αδίστακτα θέματα θεμελιωδών ανθρωπίνων συναισθημάτων με γεγονότα εντελώς άσχετα, πρόσκαιρης, μηδαμινής σημασίας.

Η αίσθηση γλώσσας, ακρίβειας στην έκφραση, με απέριττο συνδυασμό λέξεων, με ρυθμό και συχνά εσωτερική –την πιο γλυκιά– ομοιοκαταληξία  δείχνουν πως η Α.Κ. δεν είναι η περίπτωση της περαστικής ποιήτριας. Άλλωστε αυτή είναι η πέμπτη έκδοση ποιημάτων της. Ο λυρισμός, η πικρία για τον εκτροχιασμό του πολιτισμού που πάει να γίνει ένας και μοναδικός παγκόσμια, η κριτική γι’ αυτό και η τραγική σάτιρα (π.χ. στα ποιήματα «Γκρι» και «Ποιητική βραδιά», σ. 56 και 65), που τη συνοδεύει δεν είναι τα μόνα χαρακτηριστικά των στίχων της. Δεν λείπει το αποκαλυπτικό της αληθινής μας κατάστασης όραμα, που σαν ασταμάτητη, καταρρακτώδης βροχή (ποίημα «Μετά τη βροχή», σ. 31), σκάβει το υπέδαφος των ψυχών και της ταυτότητάς μας βγάζοντας στην επιφάνεια ό,τι έχουμε μέσα μας κρυμμένο. Τόση αλήθεια δεν αντέχεται, «βροχή σταμάτα», γράφει προς το τέλος του ποιήματος.

Σ’ ένα από τα πιο δυναμικά της ποιήματα, τη «Φρικωδία» (σ. 35), χρησιμοποιεί με περισσή τέχνη οκτώ φορές το ουσιαστικό «φρίκη» και τρεις το ρήμα «φρίττω». Δεν θα παραθέσω απόσπασμα. Ψάξτε το ποίημα. Το ίδιο ισχύει και για το ποίημα «Χερσόνησος» (σ. 40), που κατορθώνει μέσα σε δέκα στίχους, να δώσει όλη την απόσταση από τον έρωτα στον έρωτα, από τον μικρό στον μέγιστο, από τον γήινο στον ουράνιο, ποίημα αντάξιο της από αρχαιοτάτων χρόνων «μαστόρισσας» του τόπου, της Αφροδίτης. Σε ποιήματα όπως το «Εκτέλεση» (σ. 51) και «Επανάσταση» (σ. 53), οι προσεγγίσεις της σε εικόνες κλισέ παίρνουν διαστάσεις επίθεσης κατά του εχθρού των δεδομένων εικόνων, επίθεσης από σημείο εντελώς απρόσμενο, ώστε η άλωσή τους να είναι ισότιμη με αναποδογύρισμα, μια απογύμνωση-αποκάλυψη ενός από τα πολλά μυστήρια που κρύβει μέσα της και η πιο ανυποψίαστη κοινοτυπία.

Αν είναι κάτι που θα ήθελα να μην υπάρχει στην ποίηση τής Αγγέλας είναι το ίδιο που δεν θέλω να υπάρχει στην ποίηση όλων όσοι παίρνουν χαρτί και μολύβι να γράψουν στίχους: τα μυστηριώδους περιεχομένου ποιήματα (ελάχιστα στη συλλογή της Αγγέλας), είτε επειδή ανταποκρίνονται μόνο σε προσωπικές ανάγκες έκφρασης είτε επειδή δεν έχουν κατορθώσει τελικά να φτάσουν τον σκοπό τους. Η ποίηση πρέπει να είναι σαφής και ξεκάθαρη, να πυροδοτεί άμεσα την ανταπόκρισή μας σ’ αυτό που νιώθουμε για αληθινό.

Τελειώνοντας το σύντομο αυτό κείμενο θα ήθελα να κάνω την παρατήρηση ότι στη νέα γενιά ποιητών της Κύπρου η παρουσία τού γυναικείου φύλου υπερτερεί κατά πολύ του ανδρικού, που δείχνει καταπονημένο, στερημένο αληθινού ταλέντου, σχεδόν ξοφλημένο, χαμένο στα χρηματοοικονομικά, στα αυτοκίνητα και στα ποδόσφαιρα.

Ήδη το δεύτερο, μακράς πνοής συνθετικό ποίημα, μετά την 9η Ιουλίου του Βασίλη Μιχαηλίδη, χαρακτηριστικό της εθνικής μας αλλά και της πανανθρώπινης δοκιμασίας έχει γραφτεί (2013) από γυναίκα, τη Στέλλα Βοσκαρίδου. Και δεν είναι μόνο αυτές οι δυο ποιήτριες της νέας γενιάς που κάνουν τη διαφορά. Υπάρχουν κι άλλες που ανέφερα παλαιότερα. Ένα είναι το σίγουρο. Στην καταδυναστευμένη που αντέχει Κύπρο, όπου ο νους μάχεται ακόμα ενάντια στην επιπολαιότητα, την έλλειψη ευθύνης και την υποκρισία του «πατριωτισμού» που κρύβει προσωπικά και κομματικά συμφέροντα και αδυναμίες, το γυναικείο φύλο δείχνει να παραλαμβάνει άξια την πνευματικότητα του τόπου.

ΑΝΤΗΣ ΡΟΔΙΤΗΣ