Νατάσα Κεσμέτη, Κόχυλας ἀπό τό Ulvik ὥς τήν Ἐρεσσό

Olav
Στόν Συμεών Σταμπουλοῦ                      

Σπίτι χτίζεις γιά τήν ψυχή σου,
καί περήφανα περιπλανιέσαι
στήν ἀστροφεγγιά
μέ τό σπίτι στή ράχη σου
σάν σαλιγκάρι.
Κίνδυνος ὅταν πλησιάζει
Τρυπώνεις μέσα
κι ἀσφαλής εἶσαι
κρυμένος καλά

Καί ὅταν δέν ὑπάρχεις πλέον
τό σπίτι θά
συνεχίζει νά ζεῖ,
μαρτυρία
στήν ὀμορφιά τῆς ψυχῆς σου.
Κι ἡ θάλασσα τῆς μοναξιᾶς σου
Θά τραγουδᾶ μέσα
Βαθιά
              ‒ «Κόχυλας»

Ἔμοιαζε, ἀλλά δέν ἦταν ἀπέραντο. Οἱ στοιχημένες μηλιές καί κερασιές, μόλις ἄρχιζες νά περπατᾶς ἀνάμεσά τους, σοῦ δημιουργοῦσαν αὐτή τήν ψευδή ἐντύπωση τοῦ ἀπεριόριστου: πώς θά κάλυπταν ὅλους τούς λόφους καί τίς κοιλαδοῦλες ἀνάμεσά τους ὥς τήν ἄκρη τοῦ κύματος. Παράξενες ψευδαισθήσεις καί ἐπίμονες. Ἡ λευκή, γκρίζα, καί τόπους τόπους πράσινη κηλίδα πέρα, αὐτή ἦταν πού σχημάτιζε στήν καρδιά σου τήν προσδοκία τῆς ἀνοιχτῆς θάλασσας ἤ τῆς πλατιᾶς λίμνης. Ὅμως τά ἐλαφριά κυματάκια στά χείλη τῆς ἀκτῆς δέν ἔρχονταν οὔτε ἀπό τόν ὠκεανό, οὔτε ἀπό κάποια μεγάλη λίμνη.

Οἱ μηλιές καί οἱ κερασιές καμπύλωναν γαλήνιους θόλους γιά νά περπατᾶς ἀπό κάτω χωρίς νά σέ νοιάζει ποῦ θά φτάσεις, ἄν καί ὅλοι γνωρίζαμε τόν προορισμό μας. Τό ξύλινο σπιτάκι τοῦ Ὄλαφ, ὅταν ξεπρόβαλε ἀνάμεσα στά δέντρα πού τό ἀγκάλιαζαν ἕνα γύρω ἀφήνοντας ἕνα μικρό πλάτωμα νά τό περιβάλλει, φάνηκε πιό μικρό ἀπ’ ὅσο τό περιμέναμε. Ὁ Ὄλαφ ἔλειπε ἀλλά ἡ πόρτα του ἦταν ξεκλείδωτη. Δέ χωρούσαμε ὅλοι στό μοναδικό δωμάτιο, φορτωμένο βιβλία ἀπό τό πάτωμα ὥς τήν ὀροφή σέ ὅλους τούς τοίχους. Μερικοί προτίμησαν νά τόν περιμένουν ἔξω, στά ξύλινα καθίσματα πού εἶχε σκαλίσει σέ κάθε λογῆς κούτσουρα. Αὐτό τό ξέραμε: πώς ὁ Ὄλαφ ζεῖ ἀπό τά χέρια του καί μέ τά χέρια του. Ὄχι μόνον χρησιμοποιώντας ἐργαλεῖα καλλιέργειας καί φροντίδας τῶν δέντρων του, ὄχι μόνο γιά νά κρατᾶ τά μολύβια του καί νά γράφει, ἀλλά γιά νά κατασκευάζει ἐπίσης τά μικρά καί μεγάλα του ξυλόγλυπτα.

Προτίμησα νά κάτσω στήν κουνιστή του πολυθρόνα γιά νά τόν περιμένω, νανουρισμένη ἀπό τίς σιγανές ὁμιλίες. Γιά κάποιο λόγο, ὅλοι χαμήλωσαν τόν τόνο τῆς φωνῆς τους. Οἱ ὡραῖοι κελαηδισμοί καί οἱ μιλιές τῶν φύλλων, γρήγορα προέτρεψαν σέ σιωπή τούς ἐπισκέπτες τοῦ Ὄλαφ. Μπορεῖ νά ἀποκοιμήθηκα – δέν ξέρω. Ὅταν ὅμως ἄνοιξα τά μάτια μου, ἀπέναντί μου καθόταν ἕνας ξερακιανός ἄνδρας πού μέ κοίταζε μέ βαθύ καί ἀπόμακρο βλέμμα. Οἱ ἄλλοι εἶχαν ἐξαφανιστεῖ. Δοκίμασα νά τοῦ χαμογελάσω, ἀλλά δέν ἀνταποκρίθηκε. Μᾶλλον δέν ἔδωσε σημασία στήν ἀπόπειρά μου. Συνέχισε νά μέ κοιτάζει μ’ ἕναν τρόπο… Σάν νά βρισκόμουν σέ μιά γυάλινη θήκη, κι αὐτός μέ παρατηροῦσε ἀπ’ ἔξω· ὄχι ζωντανή ἐκεῖ ἀπέναντί του.

‒ Σίγουρα, δέ μιλᾶς τή γλώσσα μου, εἶπε κάποτε κι ἕνα σωρό ρυτίδες σχηματίσθηκαν σ’ ὅλο τό πρόσωπό του.

Λίγο ἀκόμα καί θά τρόμαζα, γιατί ἀστραπιαῖα πέρασε πάνω ἀπό τή μορφή του, ἡ μορφή τοῦ Βαρλαάμ Σαλάμοφ. Ἀλλά ἔσβησε, δίχως ν’ἀφήσει κανένα ἴχνος ἀγριάδας, τίποτα ἀνατριχιαστικά, φοβερό. Στά δικά του μάτια ἕνα θαμπό, σχεδόν γλυκό φῶς, ἄναβε ὅπως αὐτό τῶν χρυσῶν ἀγρῶν πού ἤξερα πώς τόσο εἶχε κοιτάξει: γιά ὧρες, γιά χρόνια, μέ βυθισμένη σ’αὐτούς τή νόηση κι ὄχι μόνον τήν ὅρασή του. Ἀναρωτήθηκα ἄν πέρα, πολύ μακριά, διέκρινε μέσα στή χρυσή ἅλω τῶν ἀγρῶν τούς ἐλαιῶνες τοῦ Ὁμήρου. Καί, λίγο χαμένη κι ἡ ἴδια, πρίν προλάβω ν’ ἀπαντήσω γιά τή γλώσσα μου, μοῦ ἔδειξε κάποιους τόμους.

‒ Πάρε, μοῦ εἶπε. Εἶναι οἱ μεταφράσεις πού μοῦ ἔκανε ὁ Robert Bly , ὁ Robert Hedin, ὁ Fultton καί μερικοί ἄλλοι.

Ξαφνικά ἕνα πλῆθος ἐρωτήσεων μέ κατέκλυσε, ἀλλά ἡ ντροπή πού ἔνιωθα ἦταν πιό μεγάλη ἀπό τήν ἐπιθυμία νά ρωτήσω καί νά μάθω. Δέν ἦταν ἁπλά συστολή, ἦταν μιά ἀνεξήγητη, μαθητική ντροπαλοσύνη.

‒ Διάβασε ὅπως θέλεις, ἀλλά δυνατά, εἶπε εὐγενικά καί κοφτά φέρνοντας πιό κοντά μου τό κάθισμά του.

Ξεκίνησα διστακτικά στή γλώσσα μου, ἀλλά λίγο-λίγο ἀναθάρρησα:

Ἄς ξεκινήσουμε
Μή μοῦ δίνεις τήν πᾶσα ἀλήθεια
Μή μοῦ δίνεις ὁλόκληρη τήν ἀλήθεια,
μή μοῦ φέρεις τόν ὠκεανό γιά τή δίψα μου,
οὔτε τόν οὐρανό ὅταν ζητάω φῶς,
ἀλλά δῶσε μου μια λάμψη, μιά νοτισμένη τούφα, ἕναν κόκκο,
ὅπως τά πουλιά φέρνουν σταγόνες ἀπό τό λουτρό τους,
κι ὁ ἄνεμος ἕνα σπυρί ἁλάτι.  

Σήκωσα τά μάτια μου. Μοῦ ἔνευσε νά συνεχίσω…

«Καλύβες ἀπό φύλλα καί Χιονόσπιτα»

Τοῦτα τά ποιήματα δέ μετρᾶνε
πολύ, μόνο μερικές λέξεις ριγμένες μαζί
στήν τύχη.
Κι ὡστόσο
γιά μένα
ὑπάρχει κάτι καλό
καθώς τά φτιάχνω, εἶναι
σάν νά ἔχω σ’ αὐτά γιά
λίγο ἕνα σπίτι.
Σκέφτομαι τά παιχνιδόσπιτα
καμωμένα ἀπό κλαδιά πού κτίζαμε
σάν ἤμασταν παιδιά:
νά χωθοῦμε μέσα, νά κάτσουμε

ἀκούγοντας τή βροχή,
μόνοι σ’ἕναν ἄγριο τόπο,
νά ψηλαφοῦμε τίς σταγόνες στή μύτη σου
καί στά μαλλιά σου _
ἤ χιονόσπιτα τά Χριστούγεννα,
νά χωνόμαστε καί μετά νά κλείνουμε τό ἄνοιγμα
μ’ ἕνα σακί,
ν’ ἀνάβουμε ἕνα κερί, να ‘μαστε κεῖ
σ΄ὅλα τά μακριά παγωμένα ἀπογεύματα.

Ἀπότομα σηκώθηκε. Τά χέρια του ψηλάφισαν τά μαλλιά καί τό πρόσωπό μου. Τραχειά. Ἀναστέναξε, ἀπομακρύνθηκε, πῆγε πρός τήν πόρτα.

‒ Εὐχαριστῶ, μοῦ εἶπε, πρίν φύγει. Δίστασε λίγο κ’ὕστερα πρόσθεσε:

‒ Εἶσαι καί σύ Conch

Μέσα βαθιά

                                   Κόχυλας,

Μουρμούρισα.      

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Δέν συνηθίζεται νά δίνονται εἴτε στοιχεῖα , εἴτε ἡ ἴδια ἡ πηγή ἑνός διηγήματος, λές κι εἶναι ἐπίφοβο, μήπως καί χάσει τήν ἐπάξια ὀνομασία του «διήγημα». Θά παραβλέψω τήν ἀνησυχία, δίκαιη ἤ ἐπιπόλαιη ἤ πονηρή. Δέν αἰσθάνομαι κανένα κίνδυνο. Στό «πάνσοφο» ὅλες οἱ προθέσεις φανερώνονται, κι εἶναι ἀστεῖο νά μήν πῶ ἐξαρχῆς πώς τόν Ὄλαφ τόν γνωρίζω καί δέν τόν γνωρίζω, χωρίς καί νά τόν ἔχω κατασκευάσει,ὅπως ἀκριβῶς καί τόν Φώτη μου, ἀπό τόν ὁποῖο μόνον τό Φ ἦταν δικό του. Ἄν κι αὐτό δέν σημαίνει πώς… σώνει καί καλά ἦταν ἀληθινό. Ὑπάρχει κανείς σίγουρος γιά τό τί εἶναι καί τί δέν εἶναι ἀληθινό στήν λογοτεχνία; Κάποιος πού νά τραβάει μιάν ἴσια γραμμή σάν ἀδιάβλητο και αἰώνιο Σύνορο; Ὁ Ὄλαφ σ’ἕνα ποίημα του ἔγραψε πώς ἡ ἀλήθεια εἶναι αἰσχυντηλή. Ὁ νοῦς μας αὐθόρμητα πάει στήν μιμόζα, ὅμως ἐκεῖνος μιλοῦσε γιά τά πουλιά.

Τά παραπάνω καμιά σχέση δέν ἔχουν μέ τίς κλεψιές. Ἡ ἠθική ἤ ἀνήθικη προαίρεση τοῦ συγγραφέα εἶναι πού μετράει πάνω ἀπ’ ὅλα. Τά πιό μύχια κίνητρά του εἶναι ἡ Φλεγόμενη Βάτος μιᾶς Πυροβασίας ὅπου καιγόμαστε ὡς ἄφρονες ἤ στεκόμαστε ἀνυπόδητοι καί τρέμοντες μπροστά σέ Τόπο Φοβερό ἤ σπανίως πέφτει πάνω μας, τήν τελευταία στιγμή, ἡ κάπα τοῦ Ἠλία ἐνῶ αὐτός μέ τά πυριφλεγῆ του ἄλογα διασχίζει τήν Τροπόσφαιρα, τήν Στρατόσφαιρα και ὅλα τά στρώματα τῆς Γήϊνης Ἀτμόσφαρας, πέρα κι ἀπό τήν Ἐξώσφαιρα, τήν Ὁμοιόσφαιρα, τήν Ἑτερόσφαιρα· χάνεται ἀπό τά μάτια μας, πού εἶναι πιά Θεραπευμένα.

Ὁ Ὄλαφ ἔζησε ἀπό τό 1908 ὥς τό 1994 – τότε πού ἔγραφα τόν Φώτη τό Ἕλκηθρο καί τίς Δυόμισι Καλύτερες· ἥρωάς μου εἶχε ἀπρόσμενα γυρίσει ἀπό τή Νορβηγία . Ὀ Νορβηγός Ὅλαφ εἶναι πολύ γνωστός στήν Εὐρωπαϊκή λογοτεχνία, ποιητής, μεταφραστής. Καί ποιά σπουδαῖα ἔργα  δέ μετέφρασε στην γλώσσα του. Ὁ Χαίλντερλιν τόν μάγεψε, μπῆκε τόσο βαθιά στήν ψυχική του ζώνη ,πού κάποτε ἔχανε το ἔδαφος κάτω ἀπ’τά πόδια του. Ὅταν συνέβαινε, ὑπέφερε ἀπό ψυχωτικά ἐπεισόδια, καί στά εἴκοσί του ἔζησε κάμποσα χρόνια σέ ψυχιατρικές κλινικές.

Για τόν Φώτη μου δέν ξέρω πῶς πέρασε το μεγαλύτερο μέρος τῆς ζωῆς πού ἤμασταν χώρια, οὔτε ὅταν ξαναγύρισε στούς Ἐσκιμώους. Ὀ Ὄλαφ ζοῦσε μόνος του, σ’ ἕνα σπιτάκι γεμάτο βιβλία καί ἦταν στά 1978 πού νυμφεύθηκε μιά καλλιτέχνιδα, τήν Bodil Cappele. Ἀγαποῦσε τόσο πολύ τά βιβλία πού ἤθελε νά τά μοιράζεται μέ τούς γείτονες του, ἀγρότες καί ἐργάτες δίχως ἐλεύθερο χρόνο γιά διάβασμα. Ἐντούτοις, ὅποτε κάποιος τους ἐρχόταν στό σπιτάκι του, τραβοῦσε ἕνα βιβλίο ἀπό το ράφι λέγοντας « Σίγουρα αὐτό θά τό ἔχεις διαβάσει…».

Καθώς εἶχε ἐκπαιδευτεῖ στήν κηπουρική, φρόντιζε ἕνα μικρό περιβόλι. Ἄν και ἡ οἰκογένειά του κατεῖχε ἕνα μεγάλο ἀγρόκτημα, κατά τό Νορβηγικό ἐθιμικό δίκαιο τά περισσότερα στρέμματα τά ἔπαιρνε ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός. Ἔτσι ὁ μικρότερος Ὄλαφ ἔλαβε μόνο τρία στρέμματα, ὅπου καλλιεργοῦσε κυρίως μηλιές. Ἀγαποῦσε τά μῆλα, τήν λογοτεχνία ὅμως τήν ἀγαποῦσε πολύ περισσότερο.

Δημοσίευσε τά πρῶτα του ποιήματα ὅταν ἦταν 38 ἐτῶν. Μαγεύτηκε κι ἀπό τά ποιήματα τοῦ Κινέζου Λί Πό βρίσκοντας σ’ αὐτά ἀναλογίες με το μεγαλειῶδες τῶν πράσινων βουνῶν τῆς δυτικῆς Νορβηγίας. Κράτησε Ἡμερολόγια ἀπό το 1924 μέχρι το 1994, τά ὁποῖα ἐκδόθηκαν μετά τόν θάνατό του. Σ΄ αὐτά ἀποκαλύφθηκε ἕνας ἄνθρωπος ἀσυνήθιστα εὐρείας παιδείας.

Σάν πέθανε, τό σκήνωμά του μεταφέρθηκε πάνω σ’ ἕνα κάρο πού τό ἔσερνε ἕνα ἄλογο μέχρι τήν κορυφή τοῦ λόφου, ὅπου βρισκόταν τό κοιμητήρι τοῦ Ulvik. Ἐκεῖνοι πού παραβρέθηκαν στήν κηδεία, ἀνέφεραν πώς τό κάρο τό συνόδευε ἕνα πουλάρι μέ τή μητέρα του τριποδίζοντας χαρούμενα δίπλα στο φέρετρο, σ’ ὅλο τον ἀνήφορο ὥς ἐπάνω. Ἀργότερα, ἕνας μεταφραστής ,πού ἀγάπησε τά ἔργα τοῦ Ὄλαφ, ἔγραψε γιά κείνη τή μέρα: Ἴσως ὁ Λί Πό νά ἦταν μαζί τους ἐν πνεύματι… 

Ὁ Φώτης μου ἀρχίζει ἀπό Φ, ὁ Ὄλαφ μου τελειώνει σέ Φ.

Καί τά δύο ὁρίζουν τήν ἀρχή καί τό τέλος τῆς Φωτιᾶς. Σ’ αὐτήν οἱ ψεῦτες καίγονται. Εἶναι οἱ πρῶτοι πού καίγονται. Ὁ Θεός να μᾶς φυλάει ἀπό τίς ψευτιές μας. Ὁ Νορβηγός μου κηπουρός καί περβολάρης ἔγραψε πώς Truth is a shy bird. Θά ἤθελα νά γνώριζα Νορβηγικά γιά νά τόν μεταφράσω στά Ἑλληνικά. Ἀλλά κι ἔτσι ὁ Ὄλαφ εἶναι ὁ Φώτης μου:

«Ἐκεῖνο τό Ὄνειρο»

Εἶναι τό ὄνειρο πού κρατᾶμε
πώς κάτι θαυμαστό θά συμβεῖ,
πώς πρέπει νά συμβεῖ _
πώς ὁ χρόνος θά ἀνοίξει,
πώς οἱ καρδιές μας ἴσως ἀνοίξουν,
πώς οἱ πόρτες θ’ἀνοίξουν,
καί τά βουνά θ’ἀνοίξουν
πώς οἱ πηγές θά ἀναβρύσουν _
πώς τό ὄνειρό μας θά ἀνοίξει,
καί πώς ἕνα πρωϊνό ἁπαλά θά γλιστρήσουμε
σ’ ἕναν ὁρμίσκο πού δέν γνωρίζαμε.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

19/12/2019 – 23/6/2020

 

Olav

Olav Håkonsson