Ξάνθος Μαϊντάς, Φυσική: η επιστήμη που αρνείται τον εαυτό της

physics

~.~
Εισαγωγή
Ι. Παλαιά και νέα φυσική
ΙΙ. Η γραφειοκρατική επιστήμη
ΙΙΙ. Τα ελληνικά πανεπιστήμια
Επίλογος
~.~

Εισαγωγή

Από τη σημερινή πρακτική της φυσικής και από το σύνολο των πρόσφατων δεδομένων της απουσιάζει η κριτική σκέψη που θα ήταν ικανή να εκτιμήσει την αξιοπιστία των νεότερων θεωρητικών προτάσεων, οι οποίες από τη δεκαετία του ’80 αφειδώς και πληθωρικά κατατίθενται. Συχνά μάλιστα οι σύγχρονοι συγγραφείς –δόκιμοι ερευνητές με υψηλούς πανεπιστημιακούς τίτλους– αδιαφορούν για την επιβεβαίωση των εργασιών τους, ακόμη και για τον έλεγχο των αποτελεσμάτων τους, έξω από τα στενά πλαίσια μιας στοιχειώδους αυτοσυνέπειας. Αδιαφορούν για τη μακροβιότητα του πονήματός τους, του οποίου η τύχη σύντομα συνδέεται με το καλάθι της λήθης. Και όλα αυτά μοιάζει να μη βαραίνουν καμιά επιστημονική συνείδηση και να μη φέρνουν καμιά ανησυχία. Επιπλέον, η αξιολόγηση των δημοσιευμάτων από τους εκάστοτε κριτές των περιοδικών αλλά και την παγκόσμια κοινότητα των φυσικών εντάσσεται στο πνεύμα της επικύρωσης των συγκεκριμένων και παραδεκτών δρόμων της πολύ πρόσφατης πορείας της φυσικής, χωρίς όμως να αποτολμά τη συνολική θεώρηση των δρόμων αυτών.

Αποτέλεσμα αυτής της σύγχρονης παραζάλης είναι ο πληθωρισμός των δημοσιευμένων εργασιών, που αναφέρονται διεθνώς ως «papers», λέξη αποκαλυπτική του βάρους ή καλύτερα της ελαφρότητας του επιστημονικού τους περιεχομένου. Ένα χαώδες πλήθος δημοσιεύσεων κατακλύζει και τον πιο αφοσιωμένο και φιλέρευνο φυσικό. Ακριβώς αυτό θα τον εξαναγκάσει να εστιάσει την προσοχή του αποκλειστικά στην ερευνητική του περιοχή γνωρίζοντας το αντίτιμο, που είναι η απώλεια επαφής με τους συγγενείς κλάδους και η συνεπαγόμενη εξειδίκευσή του. Ένα χάος από αδιάφορες και τετριμμένες εργασίες, μέσα στο οποίο χάνεται το μικρό μέρος των καλών εργασιών που σίγουρα υπάρχουν και δίνουν ποιότητα και χαρακτήρα στην επιστημονική πορεία. Ο νέος ερευνητής, αν δεν απογοητευτεί και αποχωρήσει, πράγμα όχι αδικαιολόγητο, υπάρχει κίνδυνος να ακολουθήσει την πεπατημένη, τις εργασίες που αριθμητικά υπερέχουν, ύστερα από σύσταση του υπεύθυνου καθηγητή. Και στις δύο περιπτώσεις, έχουμε την απώλεια της αρχικής δημιουργικής ορμής, καθώς και εκείνου του αριστοκρατικού πνεύματος που καλλιεργήθηκε στην έρευνα και την πανεπιστημιακή ζωή σε πολύ προγενέστερες περιόδους.

scientific papers

Ο φυσικός πρέπει να μετασχηματιστεί σε καλό εργάτη παραγωγό, που να γεμίζει το βιογραφικό του με «papers» και «citations», να είναι ανταγωνιστικός –έκφραση δάνεια από τον χρηματοπιστωτικό κόσμο– να διδάσκει με άνεση συνδυασμένη με αδιαφορία και σίγουρα με έναν τρόπο αποσπασματικό, γρήγορο και χωρίς απαιτήσεις. Να διδάσκει επιτροχάδην τις σημαντικές στιγμές της φυσικής, τις οποίες και ο ίδιος έτσι τις είχε προσπεράσει στη μαθητεία του, για να μπορεί να φέρει τους μαθητές του γρήγορα στη δική του γραμμή και στους δικούς του τρόπους· αμαθείς και παραγωγικούς, να τους εντάξει στη δική του ερευνητική ομάδα. Τότε μόνο ίσως μπορέσει –ανταγωνιστικός προς τους συναδέλφους, κουραστικός για τους φοιτητές του και με δεκάδες ή εκατοντάδες άχαρες ή και άχρηστες δημοσιεύσεις– να πετύχει τον υψηλότερο στόχο του και αυτοσκοπό, την εξέλιξή του στην ιεραρχία της πανεπιστημιακής κοινότητας.

Δεν ήταν έτσι τα πράγματα σε παλαιότερες φάσεις της πορείας της φυσικής· οι άνθρωποι στοχάζονταν βαθιά πριν καταθέσουν τις εργασίες τους. Μπορεί και τότε να υπήρχαν αντίστοιχα φαινόμενα με τα σημερινά, αλλά δεν αποτελούσαν τον κυρίαρχο τρόπο στην εξέλιξη της επιστήμης. Σε τέτοιες περιόδους, αρχές του 20ού αιώνα, διάνοιες, βαθυστόχαστοι φυσικοί έδωσαν τις μεγαλειώδεις θεωρίες της κβαντικής μηχανικής και της σχετικότητας. Και ακολούθησαν οι κβαντικές σχετικιστικές θεωρίες των αλληλεπιδράσεων των στοιχειωδών σωματιδίων στη φύση, με κορύφωση την ενοποίηση των ηλεκτρομαγνητικών και των πυρηνικών δυνάμεων στο Καθιερωμένο Πρότυπο (Weinberg / Salam, 1967). Μετά το 1980 η κατάσταση στη φυσική έχει αλλάξει δραματικά. Είναι όμως λίγα έως ελάχιστα τα ερωτήματα που εγείρονται στην κοινότητα. Η πορεία πλεύσης που ακολουθείται ερευνητικά προκαλεί αρκετά συχνά θυμηδία στους ίδιους τους θεράποντές της αλλά παραμένει επίμονα και άκριτα σταθερή.

Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να αναζητήσουμε και να έρθουμε αντιμέτωποι με τους παράγοντες εκείνους που έχουν προκαλέσει τα κακώς κείμενα, ας εξετάσουμε τα γενεσιουργά τους αίτια. Ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε πώς η φυσική από κατ’ εξοχήν τέχνη, δηλαδή επιστήμη, και καλλιτέχνημα απαράμιλλης ομορφιάς ξέπεσε σε μια κακοτεχνία που εκφράζεται από μια άνευ προηγουμένου επιστημονική –αν μπορεί να ονομαστεί έτσι– φλυαρία, από μια σωρεία αδιάφορων στην πλειονότητά τους χαρτιών / δημοσιεύσεων. Οι λίγες εξαιρέσεις στον κανόνα, που τον επιβεβαιώνουν, είναι υπαρκτές και λειτουργούν σε κάθε πανεπιστήμιο σε όλα τα μέρη του κόσμου, σε μικρές εστίες. Λειτουργούν δημιουργικά, δίνοντας πνοή ελπίδας στην επιστημονική πορεία, αλλά σε έναν ασφυκτικό κλοιό, τον οποίο επιβάλλει το ίδιο τους το ακαδημαϊκό περιβάλλον.

~.~

I. Παλαιά και νέα φυσική

Στις αρχές του 20ού αιώνα ο χαρακτήρας της φυσικής άλλαξε ριζικά. Μια συγκλονιστική επανάσταση στον κόσμο των ιδεών έφερε καινούργιες αντιλήψεις, αναμετρήθηκε με την παλιά καλή θεωρία και θριάμβευσε. Η ένδοξη γαλιλαιική περίοδος, που είχε κυριαρχήσει στα επιστημονικά πράγματα από το 1600 και επί τρεις αιώνες, έσβηνε αφήνοντας πίσω το αριστούργημα της νευτώνειας θεωρίας, τον ηλεκτρομαγνητισμό και τη θερμοδυναμική. Ένα αρμονικό οικοδόμημα που είχε αποτελέσει παράδειγμα σκέψης για τη Δύση και πρότυπο για όλο σχεδόν το φάσμα των επιστημονικών αναζητήσεων υπέκυπτε στις ορμητικές εκρήξεις των κβάντων, της αβεβαιότητας, της σχετικότητας και του κοσμολογικού προβλήματος. Η γαλιλαιική επιστήμη δεχόταν το πλήγμα στα θεμέλιά της, στις ιδεολογικές κατευθύνσεις της και στο βασικό της δόγμα πως κάθε της πρόταση μπορούσε να αποδοθεί με αδιαμφισβήτητο τρόπο και με μονοσήμαντα ορισμένες αιτιακές σχέσεις εντός μιας δυνατής μαθηματικής γλώσσας.

Μέχρι το 1900 καμία αντίφαση δεν έμοιαζε να σκιάζει το έξοχο αυτό δημιούργημα της κλασικής φυσικής. Οι ερμηνείες που είχε δώσει και οι κοσμογονικές της ανακαλύψεις, όπως η ερμηνεία του πλανητικού συστήματος με τον νόμο της παγκόσμιας έλξης και οι εξισώσεις του Maxwell στην ηλεκτρομαγνητική θεωρία, έκαναν τους ανθρώπους να αισθάνονται τόσο υπερήφανοι και συγχρόνως κατακτημένοι από το ίδιο τους το δημιούργημα ώστε να μην μπορούν να υποψιαστούν την κρίση που από στιγμή σε στιγμή έφτανε. Ο 20ός αιώνας ανέτειλε με την ανακάλυψη του ατόμου και την κριτική ανάλυση των νόμων της φύσης, υπό το βάρος των οποίων τα κλασικά οικοδομήματα της φυσικής, ανήμπορα να δώσουν ερμηνεία και σε σκληρή αντινομία με τα πρόσφατα δεδομένα, κατέρρεαν.

Η επιτυχία της κβαντικής θεωρίας στην ερμηνεία του ατομικού προτύπου, μιας σειράς άλλων σημαντικών φαινομένων και η εξ αυτής καταξίωσή της στο επιστημονικό γίγνεσθαι συνοδεύτηκαν από ανατροπές, που έθεταν υπό αμφισβήτηση την έννοια του παρατηρητή και του παρατηρούμενου, τη φύση του προς παρατήρηση αντικειμένου και της δραστηριότητας του παρατηρητή. Έθεταν εν αμφιβόλω την ίδια τη φυσική σκέψη. Η έννοια του φυσικού φαινομένου αμφισβητήθηκε, ενώ η παλιά παραδοσιακή αντίληψη ότι κάθε φυσικό σύστημα είναι καλά και σαφώς ορισμένο και ανεξάρτητο του παρατηρητή έπρεπε να εγκαταλειφθεί ως μη συμβιβαστή με τις νέες κατακτήσεις. Το πλήγμα ήταν σοβαρό και η ταραχή που έφερνε μεγάλη. «Στην πραγματικότητα, οι ίδιοι οι φυσικοί διαπίστωναν πως είναι σύμφωνοι στη χρησιμοποίηση της κβαντικής μηχανικής, αλλά είχαν βαθιές διαφωνίες πάνω στη σημασία και τις θεμελιώδεις της έννοιες» [1]. Οι ερμηνευτικές απόπειρες που ακολούθησαν στο πλαίσιο αυτής της θεωρίας, σύμφωνα με τις οποίες το παρατηρούμενο είναι το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης μεταξύ του παρατηρητή και του προς εξέταση παρατηρήσιμου φαινομένου, δεν κρίθηκαν επαρκείς ώστε να την καταστήσουν μια θεωρία καθολικά αποδεκτή και ικανή να αξιώνει αυστηρότητα. «Έτσι», όπως γράφει ο D. Bohm, «η νέα κβαντική θεωρία παρέμεινε σε γενικές γραμμές μη ικανοποιητική, όχι μόνον επειδή περιλαμβάνει κάποια πράγματα που φαίνονται να αποτελούν τουλάχιστον σοβαρές αντιφάσεις αλλά και επειδή κατέχει αρκετά αυθαίρετα χαρακτηριστικά, που αποδέχονται απεριόριστη προσαρμογή στα γεγονότα» [2]. Ωστόσο, η νέα θεωρία είχε δώσει τα αποτελέσματά της, είχε καθιερωθεί και κυριαρχήσει στην ερμηνεία του μικρόκοσμου και της ατομικής θεωρίας. Από την εμφάνισή της και μετά, η ερμηνεία των φυσικών φαινομένων όφειλε να είναι ενταγμένη στην κβαντική θεώρηση των πραγμάτων. Ως εκ τούτου, οποιοδήποτε πισωγύρισμα στερούνταν παντελώς νοήματος.

Einstein1921Την ίδια εποχή η γενική θεωρία της σχετικότητας, διατυπωμένη από τον A. Einstein το 1916, εκκινεί από τη συμμετρία της αναλλοιότητας των φυσικών νόμων, δηλαδή προβάλλει την απαίτηση οι νόμοι της φύσης να είναι απαράλλαχτα ίδιοι σε όλα τα αδρανειακά και μη συστήματα αναφοράς, και εισάγει για πρώτη φορά στην ιστορία της φυσικής τη μη ευκλείδεια γεωμετρική θεώρηση του καμπύλου τετραδιάστατου χωροχρόνου. Έτσι, πέτυχε να καταθέσει νέες αντιλήψεις για τον χώρο, τον χρόνο και την ύλη, δίνοντας μια απαράμιλλη ερμηνεία της βαρυτικής έλξης, μακράν της νευτώνειας θεωρίας. Η γενική σχετικότητα έγινε η νέα θεωρία της βαρύτητας, που, αφού μας χάρισε όλες τις επιτυχίες της παλαιάς, επιπλέον έδωσε εξήγηση σε φαινόμενα ανερμήνευτα ως τότε, όπως η κίνηση του περιηλίου του Ερμή, και προέβλεψε σημαντικά φαινόμενα που έτυχαν εντυπωσιακής επιβεβαίωσης. Μεταξύ αυτών ήταν η καμπύλωση κτων ακτίνων του φωτός και η ύπαρξη βαρυτικών κυμάτων, που επιβεβαιώθηκαν μόλις το 2016, έναν περίπου αιώνα μετά την πρόβλεψή τους από τη θεωρία. Κυρίως όμως κατέληξε σε εξισώσεις με πολύπλοκη δομή, των οποίων η πλέον διάσημη και συγχρόνως συμβατή με τα κοσμολογικά ευρήματα λύση προσδιορίζει ένα πρότυπο διαστελλόμενου σύμπαντος, εισάγοντας ταυτόχρονα τον απαραίτητο όρο αποδοχής της αρχής του χρόνου και της ύπαρξης αρχικής υπέρπυκνης ύλης. Με αυτό τον τρόπο, τίθεται από την ίδια τη θεωρία το ζήτημα της σημασίας του χρόνου και προσδιορίζεται ως συνθήκη αρχικής κατάστασης αυτή της υπέρπυκνης ύλης, γεγονός το οποίο εμφανίζεται ως τυχαίο, που δεν υποστηρίζεται από καμία θεωρία και κανένα επιχείρημα. Όσο τυχαίο όμως είναι, άλλο τόσο αναδεικνύεται ως απαραίτητο στοιχείο της θεωρίας, μιας και δεν είναι δυνατό να διανοηθεί κανείς θεωρία –εννοούμε επιλύσιμη θεωρία φυσικής– χωρίς αρχικές συνθήκες. Αλλά τότε, βρισκόμαστε στο αδιέξοδο της σύνδεσης τυχαιότητας και αναγκαιότητας για ένα τόσο βασικό και καθοριστικό φυσικό πρόβλημα. Πιο φανερό αδιέξοδο δεν είναι δυνατό να υπάρξει. Πώς εμφανίζεται η αρχική υπέρπυκνη ύλη και τι σημαίνει αρχή του σύμπαντος; Και ποια είναι η έννοια της αρχής του χρόνου; Αναπάντητα ερωτήματα, πρόκληση για τον σύγχρονο φυσικό.

Αν όμως όλα αυτά αποτελούν σοβαρά προβλήματα των θεμελίων της σύγχρονης φυσικής επιστήμης, κυρίαρχης από τις αρχές του 20ού αιώνα, και αν σύμφωνα με τη γνώμη της συντριπτικής πλειονότητας των φυσικών είναι δυνατό να τα παραγνωρίσουμε χάριν της επιστημονικής πρακτικής, δεν είναι δυνατό να παραγνωρίσει κανείς το ότι σε αυτή την πορεία το αδιέξοδο επανεμφανίζεται με άλλη μορφή, πιο δριμύ και κατηγορηματικό. Η κβαντική θεωρία και η γενική σχετικότητα παραμένουν ασυμφιλίωτες, ενώ κάθε απόπειρα για τη δημιουργία βαρυτικού προτύπου, δηλαδή μιας κβαντικής και σχετικιστικής θεωρίας της βαρύτητας, πέφτει βαρύγδουπα στο κενό. Οι πρόσφατες απόπειρες επίλυσης του συγκεκριμένου προβλήματος, αυτές που έγιναν τις τελευταίες τέσσερεις δεκαετίες, όχι μόνο προκάλεσαν νέα προβλήματα στην κατανόηση των θεμελιωδών εννοιών –η κβάντωσή τους ήταν εφικτή σε γεωμετρικούς χώρους με επιπλέον αφύσικες διαστάσεις– αλλά και απέτυχαν ή έμειναν ανεπιβεβαίωτες.

Είναι γεγονός πως κάθε επιτυχία της φυσικής, κάθε σύγκλισή της με τα πειραματικά αποτελέσματα και κάθε της επιβεβαίωση, συνοδεύεται από την εμφάνιση νέων προβλημάτων, νέων ερωτημάτων και νέων αδιεξόδων. Αυτή φαίνεται να είναι η φυσιολογική πορεία της επιστήμης αλλά και η συνακόλουθη ομορφιά της. Κάθε φορά που θα πλησιάζουμε και θα προσεγγίζουμε κάποια προβλήματα, θα παρουσιάζονται μπροστά μας καινούργια. Αφού θα ξεπερνάμε τα παλιά αδιέξοδα, θα οδηγούμαστε σε άλλα. Και είναι σοβαρό λάθος να πιστεύει κανείς –μοιάζει με θρησκευτική δοξασία– πως στο μέλλον θα αναπτυχθεί μια καθολική θεωρία που θα λύνει τα πάντα, θα δίνει απαντήσεις σε όλα και θα περιέχει την απόλυτη αλήθεια. Η τελική θεωρία, για την οποία ήδη χρησιμοποιείται διεθνώς ο αδόκιμος όρος «Θεωρία του παντός» (Theory of Everything ή συντετμημένα ΤΟΕ) και έχει χυθεί πολύ μελάνι τα τελευταία χρόνια, είναι τόσο λάθος όσο και η πεποίθηση πως η αλήθεια στερείται παντελώς νοήματος.

Έχοντας παρουσιάσει ένα μικρό μέρος των προβλημάτων της σύγχρονης φυσικής, τόσο αυτών που ανιχνεύονται στην ανάπτυξη του θεωρητικού οικοδομήματός της όσο και εκείνων που καθορίζουν τις θεμελιώδεις προτάσεις της, γίνεται φανερό πως έχουμε μπροστά μας, εκτός από τα νέα επιστημονικά αδιέξοδα, και δύσκολα φιλοσοφικά ερωτήματα. Είναι εύκολη η αντιμετώπισή τους στο άμεσο μέλλον; Οι αβεβαιότητες που χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη φυσική στην πρόσφατη ιστορική φάση της είναι δυνατό να ξεπεραστούν; «Η επιστήμη έχει την αβεβαιότητα στο κέντρο της από τη στιγμή που ξεπερνά την εμπειρικο-υπολογιστική χειραγώγηση ή την απλή περιγραφή και θέλει να είναι θεωρία. Άλλωστε, αν στοχαστούμε πάνω στον ίδιο αυτόν όρο θεωρία, δεν βλέπουμε πώς θα μπορούσε ποτέ να συμβαίνει διαφορετικά, η δε έκπληξη προκαλείται μάλλον από το γεγονός ότι μπόρεσαν για τόσο καιρό οι άνθρωποι να πιστεύουν το αντίθετο. Δεν μπορούμε πια να το πιστεύουμε σήμερα. Πράγματι, δεν πρόκειται για αμφιβολία πάνω στην εγκυρότητα της τάδε ιδιαίτερης θεωρίας, ούτε για μια αποδεκτή σκοτεινότητα των έσχατων εννοιών – που μπορούμε να εξακολουθήσουμε να τις φορτώνουμε αγέρωχα στον φιλόσοφο χωρίς αυτό να ενοχλεί την πραγματική επιστημονική εργασία. Η αβεβαιότητα, που αναδύεται από τη σύγχρονη επιστημονική εργασία, παρεμποδίζοντάς την και γονιμοποιώντας την στο κάθε μεγάλο της βήμα, έχει γίνει αμφισβήτηση και κρίση του κατηγοριακού εξοπλισμού της επιστήμης και παραπέμπει με τον τρόπο αυτό ρητά τον επιστήμονα στη φιλοσοφική ερώτηση» [3]. Ο φυσικός λοιπόν που είναι ενταγμένος στη λαμπρή πορεία προόδου της επιστήμης και συμμετέχει στο συνολικό της σχεδιασμό οφείλει να θέτει το φιλοσοφικό ερώτημα. Με αυτό τον τρόπο, συντελεί στην άρση του απόλυτου χωρισμού της επιστήμης από τη φιλοσοφία.

HeisenbergΟι θεράποντες όμως της φυσικής, τα τελευταία σαράντα χρόνια, φάνηκαν και στάθηκαν εντελώς αντίθετοι σε μια τέτοια προσδοκία. Το φιλοσοφικό ερώτημα, όποτε έφτανε στην επιφάνεια, τύγχανε της αδιαφορίας ή της αποστροφής, ακόμα και της χλεύης. Η ίδια η επιστημονική κοινότητα, στην πλειονότητά της, έμοιαζε να σνομπάρει και να περιφρονεί τη φιλοσοφία, ενώ τα μέλη της πορεύονταν πεπεισμένα και χωρίς απορίες, βέβαια σε κάθε τους βήμα, χωμένα στις σκληρές τεχνικές των επινοήσεών τους, αγνοώντας ηθελημένα τους μεγάλους τους προγόνους (Einstein, Heisenberg, Bohr) και την αξιόλογη φιλοσοφική τους προσέγγιση. Σε αυτή την περίοδο, η φυσική χώρισε από τον προηγούμενο εαυτό της. Απαρνήθηκε την καλή της εποχή, εκείνη των αρχών του 20ού αιώνα, το ξεκίνημα της νεωτερικής επιστήμης και τη συνέχειά της μέχρι και τις μεγάλες στιγμές του Καθιερωμένου Προτύπου. Αρνήθηκε μια εξαίσια πορεία ογδόντα χρόνων, που είχε συναρπάσει όχι μόνο τους πρωταγωνιστές της μα και την πλειονότητα των σκεπτόμενων ανθρώπων. Οι φυσικοί κράτησαν τις επιτυχίες της κβαντικής και της σχετικότητας αλλά αγνόησαν, σαν να μην έπαιζαν κανένα ρόλο, τα κρίσιμα ερωτήματα των θεωριών αυτών. Βρισκόμασταν πλέον σε μια καινούργια και πρωτόγνωρη κατάσταση ενός επιστημονικού / τεχνικού κατακλυσμού, που φαινόταν πως ήθελε να τελειώνει με τη φιλοσοφική σκέψη. Ήταν αυτό που είχε προβλέψει και ίσως προετοιμάσει ο Heidegger το 1976, όταν έγραφε: «Το τέλος της φιλοσοφίας διαγράφεται σαν θρίαμβος του εξοπλισμού ενός κόσμου καθ’ όσον αυτός είναι υποταγμένος στις προσταγές μιας τεχνικοποιημένης επιστήμης. Τέλος της φιλοσοφίας σημαίνει: αρχή του παγκόσμιου πολιτισμού εφ’ όσον βασίζεται στη δυτική ευρωπαϊκή σκέψη» [4]. Αν σκεφτούμε καλά τη σημασία όλων αυτών, τότε αβίαστα καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως οι περισσότεροι σύγχρονοι φυσικοί οραματίστηκαν –σε μια ταυτόσημη πορεία με τον Γερμανό φιλόσοφο– την ωρίμανση των «τεχνικοποιημένων επιστημών», οι οποίες θα αντικαταστήσουν και τελικά θα καταργήσουν τη φιλοσοφία. Το πράγμα μοιάζει αδιανόητο. «Πώς η τεχνικοποίηση των επιστημών θα μπορούσε να καταργήσει τη φιλοσοφική ερώτηση την οποία εγείρουν οι επιστήμες; Είναι δυνατό να υπάρξει μια τεχνική, ή μια τεχνικοποίηση, που θα μπορούσε να κλείσει τα ζητήματα; Ποια τεχνικοποίηση; Και τι αλήθεια είναι η τεχνικοποίηση;» [5].

Η επιστήμη της φυσικής ως πράξη ερμηνείας του κόσμου, ως θεωρία που αρθρώνει λόγο για τα πράγματα που μας περιβάλλουν, δεν είναι αποστερημένη φιλοσοφικών ερωτημάτων. Οφείλει να συνεργάζεται με τη σύγχρονη τεχνολογία αλλά, όταν υποκαθιστά τους τρόπους της με τεχνικές ή «τεχνικοποιήσεις», τότε αυτοκαταργείται – πράγμα που φαίνεται να έχει γίνει σε μεγάλο βαθμό τις τελευταίες δεκαετίες. Μένει να δούμε με ποιον τρόπο η πορεία αυτή θα είναι αναστρέψιμη.

~.~

II. Η γραφειοκρατική επιστήμη

Υπήρξαν και εξαιρετικές ανακαλύψεις στη φυσική τα τελευταία σαράντα χρόνια. Αν πάρουμε ως γνώμονα τη φυσική των στοιχειωδών σωματιδίων, των αλληλεπιδράσεών τους, της βαρύτητας συμπεριλαμβανομένης, τότε η εύρεση του σωματιδίου Higgs –μία ακόμη επιβεβαίωση του Καθιερωμένου Προτύπου– καθώς και η μέτρηση των βαρυτικών κυμάτων, τα οποία είχε προβλέψει η γενική σχετικότητα στις αρχές του 20ού αιώνα, αποτέλεσαν σημαντικές ανακαλύψεις, που συνδέονταν όμως με πολύ προγενέστερα βήματα της φυσικής. Αν ωστόσο αναζητήσουμε τα σχέδια της φυσικής, τα νέα πρότυπα, που έχουν τη φιλοδοξία να κατακτήσουν την κοινότητα των φυσικών, και τις νέες προτάσεις που κατατέθηκαν από το 1980 και μετά, θα διαπιστώσουμε πως ζούμε σε έναν λαβύρινθο θρυμματισμένης σκέψης, της οποίας τα μέρη δύσκολα συνδέονται και ακόμη πιο δύσκολα επικοινωνούν μεταξύ τους. Κανένα στοιχείο επιβεβαίωσης δεν έχει προκύψει και καμία ένδειξη, ούτε καν η πιο μικρή, δεν έρχεται να ενισχύσει την αισιοδοξία των νεότερων φυσικών. Και όλα αυτά αποτυπώνονται με έναν κατακλυσμό από δημοσιεύσεις, που διεθνώς ονομάζονται «papers» και κουβαλάνε το φορτίο μιας όχι σπάνια ανερμάτιστης εργασίας, πολύ συχνά κοπιώδους, συνηθέστατα άχαρης και ως επί το πλείστον καταδικασμένης στην αφάνεια. Ακόμα και οι συνεργάτες συγγραφείς / ερευνητές γνωρίζοντας την τύχη της δημοσιευμένης εργασίας τους καταφεύγουν στην αριθμητική των αναφορών («citations») που συλλέγει η συγκεκριμένη δημοσίευση κατά τη διεθνή παρουσία της, δηλαδή καταφεύγουν στον αριθμό που δηλώνει την αναγνώριση και άρα, κατά την κοινή πεποίθηση, την επιτυχία.

science enemiesΕίναι σημαντικό να σταθούμε σε αυτό το σημείο και ιδιαίτερα στα συγκεκριμένα κριτήρια για να τα αποτιμήσουμε. Με έναν πρωτοφανή για τα επιστημονικά χρονικά τρόπο (τουλάχιστον τα τελευταία σαράντα έτη), η αξία και το ήθος του φυσικού μετατρέπονται σε μετρήσιμα μεγέθη, ενώ η αξιολογική διαδικασία ανάγεται σε πρόβλημα αριθμητικής. Ο αριθμός των δημοσιεύσεων και των αναφορών, δηλαδή των «papers» και των «citations», αποκτά τη βαρύτητα των πλέον αξιόπιστων κριτηρίων. Έτσι, η ικανότητα του ερευνητή, η αγάπη του και η αφοσίωση στη φυσική, το πάθος κι ο έρωτας –τι λέξεις κι αυτές σε τέτοιο περιβάλλον!– για την ομορφιά της τέχνης επιστήμης αποδίδονται πλέον με δύο αριθμούς. Εννοείται πως σε αυτό το σύστημα έχουν εισχωρήσει με το πέρασμα του χρόνου και μερικά επιπλέον νούμερα / δείκτες, κάνοντας τις αξιολογήσεις λίγο περισσότερο περίπλοκες και πολύ περισσότερο φαιδρές.

Ποιοι ήταν οι λόγοι της κατασκευής αυτών των κριτηρίων; Πώς και από ποιους επινοήθηκαν; Και τελικά, ποια ανάγκη φαίνεται να ικανοποιούν; Σε πολλά από τα σημερινά πειράματα στο μέτωπο της φυσικής, όπως αυτά του CERN, έχει δημιουργηθεί η ανάγκη να συμμετέχουν πολλά πρόσωπα, όλων των βαθμίδων. Από τους κύριους υπεύθυνους και εμπνευστές του πειράματος μέχρι τους νέους μεταπτυχιακούς φοιτητές, όλοι συνυπογράφουν τη δημοσίευση – αν και είναι ελάχιστοι, μετρημένοι στα δάχτυλα, αυτοί που κατέχουν τη δουλειά στο βάθος και την έκτασή της, τον σχεδιασμό της και τον έλεγχο των αποτελεσμάτων της. Ως εκ τούτου, υπάρχουν όχι λίγες δημοσιεύσεις πειραματικής κατεύθυνσης στις οποίες οι συνυπογράφοντες συγγραφείς αριθμούνται σε μερικές εκατοντάδες.

Κάτι αντίστοιχο, αλλά με πολύ μικρότερο αριθμό συγγραφέων ερευνητών, συμβαίνει και στη θεωρητική κατεύθυνση της φυσικής. Εκεί που παλαιότερα έβλεπες συνήθως δύο με τέσσερα ονόματα ανά δημοσίευση, σήμερα μπορεί να είναι υπερδιπλάσια. Υπό αυτές τις συνθήκες, η επιστημονική εργασία απέκτησε έναν μαζικό χαρακτήρα και ενσωμάτωσε τον ανταγωνισμό που επέβαλαν οι συγκεκριμένες συνθήκες· έναν ανταγωνισμό που ωστόσο έφερε το στίγμα της κοινωνικής του προέλευσης. Οι φυσικοί είχαν πλέον γοητευτεί από κάτι εντελώς ξένο προς τη δουλειά τους, κάτι που ερχόταν από τη σύγχρονη νοοτροπία των στελεχών του επιχειρηματικού κόσμου. Η φράση που είχαν στο στόμα τους οι φυσικοί παλαιότερων γενεών, αποκαλυπτική αριστοκρατικής νοοτροπίας και ήθους ενός θεράποντος της επιστήμης, «Θέλω να είμαι καλός στη δουλειά μου και να προσφέρω», έχει αντικατασταθεί με κάτι που θυμίζει τον κομπασμό των γιάπηδων: «Θέλω να είμαι ανταγωνιστικός». Η διαφορά, κάτω από οποιονδήποτε σχολιασμό, είναι τεράστια. Στην πρώτη φράση διακρίνεις τη σχέση αγάπης του φυσικού με τη δουλειά του. Στη δεύτερη, η φυσική μένει έξω, ενώ προτάσσεται –θα έλεγα γίνεται κυρίαρχη– η αντιπαλότητα, όχι σπάνια και η εχθρότητα. Μέσα σε αυτό τον χαλασμό, ο αριθμός των δημοσιεύσεων / «papers» και των αναφορών / «citations» μοιάζει να αποκαθιστά την τάξη και να γίνεται δικαστής της αξιοσύνης των νέων στην πορεία τους για την εύρεση εργασίας αλλά και στη μετέπειτα πανεπιστημιακή τους εξέλιξη.

Το αποτέλεσμα ήταν αναμενόμενο. Όλοι οι φυσικοί στον κόσμο –οι εξαιρέσεις πάντοτε υπάρχουν– καταγίνονται με τον εμπλουτισμό του βιογραφικού τους. Έτσι, πολύ συχνά καταργείται η γνησιότητα του επιστημονικού έργου, μια και βασικό κίνητρο της δημοσίευσης δεν είναι το επιστημονικό ερώτημα και η αγωνιώδης αναζήτηση, αλλά η προσπάθεια του σύγχρονου φυσικού να αντεπεξέλθει στον ανταγωνισμό και να εδραιώσει τη θέση του έναντι των άλλων. Μέσα στον πληθωρισμό των δημοσιεύσεων, οι λίγες καλές εργασίες που σίγουρα υπάρχουν και εξασφαλίζουν την ποιότητα –σπάνιοι πολύτιμοι λίθοι σε υαλοπωλείο– χάνονται και η κατάσταση γίνεται δραματική. Οι κρίσεις όμως και οι αξιολογήσεις των ερευνητών στα πανεπιστήμια επιμένουν να ακολουθούν τους αριθμούς. Ο ίδιος τρόπος ακολουθείται και στην κρίση των πανεπιστημίων. Τελικά, η πληθώρα δημοσιεύσεων αυτής της περιόδου έχει εξωεπιστημονική προέλευση.

Μέσα σε τέτοιες συνθήκες, το να δηλώσει κανείς πως δημοσιεύει μόνο όταν έχει να πει κάτι αποτελεί κόλαφο. Και είναι λίγοι οι δυνατοί που το αποτόλμησαν. Οι περισσότεροι μετρούν το ανάστημά τους με τον αριθμό των «papers» και το ύψος του έργου τους με τον αριθμό των «citations». Σύμφωνα με αυτά τα κριτήρια είδαμε πριν από λίγα χρόνια γνωστό Έλληνα φυσικό, καθηγητή στην Αμερική, να περιλαμβάνεται, σύμφωνα με διαδικτυακές αναφορές, στους πέντε κορυφαίους θεωρητικούς φυσικούς όλων των εποχών. Και είδαμε ανθρώπους να βασανίζουν τον εαυτό τους προκειμένου να πετύχουν τον στόχο τους, που είχε ανέβει στα δέκα δημοσιεύματα τον χρόνο. Δεν γνωρίζω αν το κατάφεραν και αν έτσι έγιναν ευτυχισμένοι. Είτε έτσι είτε αλλιώς, η φυσική δεν είχε να κερδίσει τίποτα απολύτως.

Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, όσα συμβαίνουν στη φυσική, στην έρευνα και στα πανεπιστήμια αποτελούν φαινόμενα που ακολουθούν την παγκόσμια πορεία ανάπτυξης και προόδου. Ωστόσο, η ανάπτυξη και η πρόοδος πλέον εννοούνται αποκλειστικά στα πλαίσια του κυρίαρχου οικονομικού προτύπου, που παρέχει αφειδώς την υπόσχεση αφθονίας και ευμάρειας στους πολίτες, δημιουργώντας ταυτόχρονα την κύρια πολιτική προοπτική των σύγχρονων κοινωνιών. Η διάψευση ενός τέτοιου προτάγματος, η οποία έγινε φανερή περισσότερο από ποτέ στην κρίση της τελευταίας δεκαετίας, απογυμνώνει την επιχειρηματολογία του σύγχρονου κόσμου και αναδεικνύει τις ριζικές αλλαγές στον χαρακτήρα της κοινωνίας.

Η εποχή μας –μαζί με αυτή και το ουμανιστικό πανεπιστήμιο– έχει χάσει τις παλιές καθιερωμένες αξίες της και μέχρι τώρα δεν έχει σταθεί ικανή να προτάξει νέες, πειστικές και βιώσιμες. Το παλιό σύστημα αξιών καταρρέει. Ο κόσμος μας ζει κομματιασμένος, και κανένα επιστημονικό ρεύμα σήμερα δεν συνεισφέρει στην αναμόρφωσή του. Στις μεγάλες προτάσεις της φυσικής που διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο στην κοινωνία, είτε στις αρχές του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού με τη νευτώνεια θεωρία είτε στο ξεκίνημα της νεωτερικότητας με την κβαντική μηχανική και τη σχετικότητα, το πανεπιστήμιο και οι φυσικοί σήμερα απαντούν με αγωνία και αμηχανία – ή απερίσκεπτα ακολουθούν την πεπατημένη. Και αφού στον σύγχρονο κόσμο ως μόνη επικρατούσα αξία εμφανίζεται η κατανάλωση, τότε και οι σύγχρονοι φυσικοί απαντούν με τη δική τους πληθώρα δημοσιεύσεων. Ένα χάος από αδιάφορες και τετριμμένες εργασίες.

Το αντικείμενο της έρευνας καθορίζεται πλέον από ελάχιστα πανεπιστήμια και εργαστήρια φυσικής στον κόσμο. Από αυτά εκπορεύεται η επιλογή και δίνεται η γραμμή που πρέπει να ακολουθηθεί. Οι προτάσεις τους κατά την περίοδο των τελευταίων bureaucracygσαράντα χρόνων –μεταξύ των οποίων, οι σημαντικότερες είναι οι υπερσυμμετρικές θεωρίες, οι θεωρίες των χορδών και υπερχορδών, οι θεωρίες μεμβρανών και έξτρα διαστάσεων– αδυνατούν να μορφώσουν πειστικό επιστημονικό λόγο και να καταθέσουν επιχειρήματα επίλυσης των προβλημάτων που έχουν συσσωρευτεί. Αποτελούν όμως πολύ φιλικούς τόπους για τους νέους επιστήμονες, οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα να λειτουργούν παραγωγικά σύμφωνα με τα κριτήρια που προαναφέραμε και πάντοτε μέσα στο κλίμα των δομών καθοδήγησης. Αυτό σημαίνει πως κάθε σύγχρονος φυσικός που θέλει να είναι μέσα στα πράγματα οφείλει να ακολουθήσει τις συγκεκριμένες κατευθύνσεις, τις σαφώς και άνωθεν προδιαγεγραμμένες, και να έχει πολλές δημοσιεύσεις / «papers» και ακόμα πιο πολλές αναφορές / «citations». Αν όμως δεν τηρήσει τους ανωτέρω περιοριστικούς όρους –και αυτό μπορεί να γίνει γιατί ο νέος φυσικός είτε είναι ευφυής και ανήσυχος είτε θέλει να επιμείνει σε σοβαρά προβλήματα παλαιότερων γενεών που χρονίζουν– τότε το πιθανότερο είναι να θέσει τον εαυτό του εκτός της κοινότητας των φυσικών. Αυτή η κατάσταση υπονομεύει την ελευθερία της έρευνας, υπονομεύει την ελευθερία δράσης του ερευνητή, μια απαραίτητη συνθήκη ύπαρξης του επιστημονικού έργου, και αποκαλύπτει τη σύγχρονη γραφειοκρατική λειτουργία των καθοδηγητικών ερευνητικών κέντρων φυσικής. Αποκαλύπτει για πρώτη φορά στην ιστορία τη γραφειοκρατικοποίηση ενός από τα πιο σημαντικά πεδία γνώσης και έρευνας, της φυσικής επιστήμης.

~.~

III. Τα ελληνικά πανεπιστήμια

Τα ελληνικά πανεπιστήμια δεν είναι ίδια με αυτά που γνωρίσαμε ως φοιτητές τη δεκαετία του ’70. Βασική διαφορά είναι η ερευνητική τους δραστηριότητα, σχεδόν ανύπαρκτη πριν από μισό αιώνα. Οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι της περιόδου εκείνης, πολύ συχνά αξιόλογοι και αφοσιωμένοι στο έργο τους, κυρίως διδακτικό, έχοντας αφήσει το νεανικό τους σφρίγος και την ερευνητική τους δράση σε σημαντικά πανεπιστήμια της αλλοδαπής όπου είχαν θητεύσει, εφησύχασαν και επαναπαύτηκαν στην καθηγητική έδρα τους και στην από θέσεως αυθεντία. Το πανεπιστήμιο ασφυκτιούσε. Ένας σημαντικός αριθμός δραστήριων νέων ανθρώπων, που είχε περάσει με ενθουσιασμό το πρώτο στάδιο της ερευνητικής του ζωής και από διάφορες θέσεις στελέχωνε το πανεπιστήμιο, αποζητούσε τη χειραφέτησή του και την ένταξή του σε ένα δυναμικό σχήμα ερευνητικής προοπτικής. Για πρώτη φορά τα ελληνικά πανεπιστημιακά τμήματα βρέθηκαν να έχουν στενούς δεσμούς συνεργασίας με τα αντίστοιχα τμήματα του εξωτερικού. Το άνοιγμα που έγινε ήταν εντυπωσιακό. Η έρευνα πλέον αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της πανεπιστημιακής ζωής και τα ελληνικά πανεπιστήμια πέρασαν, ως όφειλαν, έστω και αργοπορημένα, σε καινούργια φάση.

Η νέα πορεία αυτής της περιόδου, που ξεκίνησε στη δεκαετία του ’70, και οι νέες αναζητήσεις του πανεπιστημίου επικυρώθηκαν με νόμο του ’82, που απελευθέρωνε δυνάμεις καταργώντας την καθηγητική έδρα και έδινε το δικαίωμα της αυτόνομης έρευνας και διδασκαλίας στα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας ανεξαρτήτως βαθμίδας. Φυσικά, κάτι τέτοιο δεν άφησε ανέγγιχτη τη διδασκαλία. Η ερευνητική δυναμική, όπως ήταν αναμενόμενο, έδωσε ποιότητα και βάθος στις πανεπιστημιακές παραδόσεις, σύντομα δε καθιέρωσε τις μεταπτυχιακές σπουδές, που μέχρι πριν από τριάντα χρόνια ήταν ανύπαρκτες ή διεξάγονταν άτυπα σε κάποιους τομείς. Έτσι, μέσα σε λίγα χρόνια είχαμε τα πρώτα θετικά αποτελέσματα. Νέοι πτυχιούχοι των ελληνικών τμημάτων έγιναν περιζήτητοι στα μεταπτυχιακά και ερευνητικά προγράμματα των καλύτερων πανεπιστημίων του εξωτερικού. Και νέοι ερευνητές που είχαν πάρει εντός των ελληνικών συνόρων το βάπτισμα του πυρός στην έρευνα έβρισκαν αξιόλογες θέσεις σε εργαστήρια και πανεπιστήμια της Ευρώπης και της Αμερικής. Το κύρος των πανεπιστημίων μας μεγάλωνε και οι πρώτες διεθνείς αξιολογήσεις έδιναν καλά και σε αρκετές περιπτώσεις εξαιρετικά αποτελέσματα (αντλώ παραδείγματα και επιχειρήματα από τον χώρο των θετικών και τεχνολογικών κατευθύνσεων μόνο).

Η Ελλάδα είχε αρχίσει να κάνει αισθητή την παρουσία της στον διεθνή επιστημονικό χώρο, οι άνθρωποί της δεν ήταν αναγκασμένοι να ξενιτεύονται εφ’ όρου ζωής όπως στο παρελθόν· η χρυσή τομή είχε βρεθεί. Για πρώτη φορά είχε επιτευχθεί μια γόνιμη ισορροπία. Οι ερευνητές μας ζούσαν και δραστηριοποιούνταν στον ελληνικό χώρο, έχοντας στενή σχέση με τα ιδρύματα του εξωτερικού. Τα αποτελέσματα ήταν αξιοθαύμαστα.

Σε αυτήν τη νέα περίοδο, η ελληνική επιστημονική κοινότητα όφειλε να αυτοπροσδιοριστεί, να επιλέξει τον δρόμο της και να μην αφεθεί σε έναν τυχαίο και εν πολλοίς ασύνειδο βηματισμό. Ιδιαίτερα, όφειλε να μην παραδοθεί σε μια πορεία μιμητισμού και επαρχιώτικου θαυμασμού του ξένου – νοοτροπία που βέβαια αποτελούσε, σε μεγάλο βαθμό, σταθερά της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας και του πολιτικού της συστήματος. Η ευκολία όμως οδήγησε ακριβώς εκεί. Η ευκολία έδωσε την απάντηση και τελικά, με τις απαραίτητες εξαιρέσεις, όλοι, πεπεισμένοι και ανεύθυνοι, γίναμε μιμητές του ξένου πανεπιστημίου, σε ό,τι καλό και σε ό,τι στραβό, κυρίως στο δεύτερο. Ο αντίλογος υπήρξε και δεν ήταν λίγοι οι φωτισμένοι οι οποίοι μίλησαν για την ανάγκη να δημιουργηθεί μια ισχυρή παράδοση στην έρευνα, που θα διαπερνούσε το ελληνικό πανεπιστήμιο και θα καθόριζε ελεύθερα τις διεθνείς συνεργασίες του. Δύσκολη πορεία, ιδίως αν σκεφτεί κανείς την υστέρηση που είχε υπάρξει – η κβαντική μηχανική άρχισε να διδάσκεται στο Πανεπιστήμιο Αθηνών μόλις το 1968, δηλαδή με καθυστέρηση μισού και πλέον αιώνα. Στην επιστήμη όμως, όπως και στην πολίτικη, αυτές οι καθυστερήσεις, αυτά τα κενά πληρώνονται. Και όταν λείπει το σθένος, προβάλλει ως επιλογή η εύκολη λύση, που σίγουρα δεν είναι η καλύτερη. Από άξιοι και ισότιμοι συνεργάτες που θελήσαμε να γίνουμε καταντήσαμε ακόλουθοι.

UniveΤην ίδια περίοδο τα ελληνικά πανεπιστήμια δέχθηκαν βαριές κατηγορίες από ένα πολύμορφο κοινό· δημοσιογράφοι και τηλεοπτικοί σχολιαστές, πρόσωπα του πολιτικού και επιχειρηματικού κόσμου, ιδεολόγοι του ιδιωτικού τομέα και κακόπιστοι πολίτες. Καμία κριτική πρόθεση στα λεγόμενά τους, και συνήθως καμία σοβαρότητα. Τα πανεπιστήμιά μας απαξιώθηκαν, κατηγορήθηκαν για στασιμότητα, την ώρα μάλιστα που οι διεθνείς αξιολογήσεις τους ξεπερνούσαν κάθε προσδοκία. Κατηγορήθηκαν για την ξέφρενη πολιτικοποίηση, ιδιαίτερα των φοιτητών, που χαρακτήριζε στη μεταπολιτευτική περίοδο όλη τη χώρα. Ακόμα και για τον δημόσιο χαρακτήρα τους τα μέμφθηκαν οι υπερφίαλοι λάτρεις του ιδιωτικού, αν και κανένα ιδιωτικό δείγμα κολεγίου στην Αθήνα δεν ξέφυγε από το μηδαμινό.

Τότε στα πανεπιστήμιά μας ξεκινούσε μια νέα και πολύ ελπιδοφόρα φάση, που τελικά προκαλούσε μέχρι και τον φθόνο. Φρούδες ελπίδες. Η διάψευση ήρθε γρήγορα και δεν είχε καμία σχέση με τις αστειότητες και τους μύδρους των κατηγόρων. Η κατάσταση ήταν τραγελαφική. Στην ανοδική τους πορεία, τα ελληνικά πανεπιστήμια αποκτούσαν μιμητικά τα χαρακτηριστικά των σύγχρονων ιδρυμάτων του εξωτερικού, τα οποία είχαν αναγάγει σε πρότυπό τους, και μάλιστα με τον χειρότερο τρόπο. Έτσι, έγινε η άνευ αντιστάσεως αποδοχή του γραφειοκρατικού κόσμου της σύγχρονης πανεπιστημιακής κοινότητας και της ιδεολογίας του· του επιστημονισμού, μιας ιδεολογίας που αποδίδει στην επιστήμη απόλυτο χαρακτήρα και κύρος παντογνώστη. Και απορρίπτει την αμφιβολία, την αμφισβήτηση και την αβεβαιότητα, στοιχεία που ορίζουν την επιστημονική πορεία από τη μεγάλη περίοδο των αρχών του 20ού αιώνα, ιδιαίτερα μετά τα μεγάλα βήματα της φυσικής και των μαθηματικών. Ο σύγχρονος θετικός ή θεωρητικός επιστήμονας, ο γιατρός και ο μηχανικός, σύμφωνα με τα τρέχοντα ήθη οφείλουν να εγκαταλείψουν τη σοφή σωκρατική αίσθηση μέτρου, που γαλούχησε άξιες και δημιουργικές γενιές. Ο νέος επιστήμονας στις ημέρες μας οφείλει να είναι ένας μικρούτσικος θεός.

Ο ξεπεσμός όμως δεν τελειώνει εδώ. Η γραφειοκρατία των πανεπιστημίων δεν ικανοποιείται μετρώντας τους θεράποντες της επιστήμης και την αξία τους μόνο με τα δημοσιεύματά τους και τις αναφορές που προστίθενται συνεχώς στα βιογραφικά τους. Στον ξεπεσμό πρέπει να πάρει μέρος και το χρήμα. Πρέπει να γίνει αξιολογικός παράγοντας. Έτσι, ο προς κρίση νέος επιστήμονας συχνά θα δεχθεί την ερώτηση «Πόσα προγράμματα έφερες ή μπορείς να φέρεις;». Δηλαδή, το ίδρυμα που θα σε έχει συμπεριλάβει στους κόλπους του πόσα χρήματα θα εισπράξει από τη δράση σου και τελικά από το κυνήγι των προγραμμάτων και των χρηματοδοτήσεων; (Το κυνήγι των προγραμμάτων από τους σύγχρονους επιστήμονες αποτελεί ειδικό κεφάλαιο, γι’ αυτό και το παρακάμπτουμε προσώρας.) Αν πριν από λίγα χρόνια συναντούσες αυτό το καθεστώς αξιολογήσεων μόνο σε σχολές ή τμήματα εφαρμογών και κατασκευών, σήμερα μπορεί κανείς να το ζήσει ακόμη και σε τμήματα με καθαρά επιστημονικές κατευθύνσεις. Ακολουθεί ένα παράδειγμα από ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο κατά τη δεκαετία που πέρασε – προφανώς, δεν είναι το μόνο που μπορούμε να καταθέσουμε. Η πρόεδρος του ιδρύματος σε συγκέντρωση θεωρητικών φυσικών και μαθηματικών ζήτησε απερίφραστα και αδιαπραγμάτευτα: «Στα προσεχή τρία χρόνια ο καθένας σας να φέρει μέσω προγραμμάτων στο τμήμα του δύο εκατομμύρια ευρώ». Όποιος θέλει να δει τα πράγματα κατάματα, χωρίς υπεκφυγές και χωρίς φόβο, δεν μπορεί να αγνοήσει όλα εκείνα που καταδυναστεύουν σήμερα την παγκόσμια πανεπιστημιακή ζωή. Αυτό τον τρόπο ακολουθεί και σε αυτό το κλίμα ζει σήμερα το ελληνικό πανεπιστήμιο.

Αξίζει τώρα να στρέψουμε το βλέμμα μας στην αίθουσα διδασκαλίας, στο μάθημα και στην ανταπόκριση ενός ευαίσθητου κοινού, των φοιτητών. Ποια ήταν η πορεία και ποιες οι αλλαγές στον τρόπο διδασκαλίας τα τελευταία σαράντα χρόνια; Φυσικά, θα καταθέσω τις εμπειρίες μου από τον χώρο της φυσικής, όχι μόνο γιατί από εδώ αντλώ επιχειρήματα των οποίων τη γενίκευση ελέγχω αλλά και επειδή, καθώς μου φαίνεται λογικό, εφόσον η διδασκαλία σχετίζεται με την έρευνα του κάθε κλάδου, το μάθημα στην πανεπιστημιακή αίθουσα αποκαλύπτει όλες τις πλευρές και τις συνιστώσες της επιστημονικής πορείας, τα καλά και τα στραβά της – και σίγουρα την ποιότητα του πανεπιστημίου στη συγκεκριμένη κατεύθυνση.

Υπήρξε πολύ φτωχή η διδασκαλία της φυσικής στα πανεπιστήμιά μας μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’70· ετερόκλητα μαθήματα, χωρίς κανένα στοιχειώδες πρόγραμμα σπουδών, με την κραυγαλέα απουσία της κβαντικής μηχανικής, που άρχισε να διδάσκεται το 1968, και της σχετικότητας. Οι παλιές αυθεντίες, κάτοχοι των εδρών, ουδέποτε αισθάνθηκαν την ανάγκη να απολογηθούν για ένα τέτοιο αμάρτημα.

Η άνθηση που ακολούθησε στα πανεπιστήμια με φορείς τις νεότερες γενιές των φυσικών ήταν εντυπωσιακή. Και ό,τι είχε επί σειρά ετών μείνει στο περιθώριο αποτελώντας απλησίαστο θησαυρό έφτασε η στιγμή να εμπλουτίσει τα τμήματα φυσικής της Ελλάδας, να εμπνεύσει ενθουσιασμό και να γίνει κινητήρια δύναμη για νέους ανθρώπους, ιδιαίτερα φοιτητές, που έβλεπαν πως δεν είχαν τίποτα να ζηλέψουν από τους συναδέλφους τους στην Ευρώπη και στην Αμερική. Οι Έλληνες απόφοιτοι των τμημάτων φυσικής, όπως και πολλών άλλων τμημάτων των ελληνικών πανεπιστημίων, είχαν γίνει περιζήτητοι. Αυτό είχα υποστηρίξει και το 2008 σε άρθρο μου, το οποίο θα υπέγραφα ανεπιφύλακτα και σήμερα, για τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της χώρας, στο περιοδικό Πλανόδιον (τχ. 44), όπου και κατέληγα: «Τα ελληνικά πανεπιστήμια, κυρίως οι Σχολές Θετικών Επιστημών και Τεχνολογίας που γνωρίζω, τα τελευταία χρόνια έχουν κάνει μεγάλα βήματα σε μικρό χρονικό διάστημα και το έργο αυτό ήταν έργο ανθρώπων που δούλεψαν σκληρά, μακριά από τη συνήθη δημοσιότητα των καιρών. Πιστεύω πως είναι αυτές οι διεργασίες που αποτυπώνουν και χαρακτηρίζουν τα ακαδημαϊκά μας ήθη. Σήμερα τα ΑΕΙ της χώρας βρίσκονται σε κρίσιμο σημείο. Πρέπει να ακολουθήσουν πιο δυναμικές επιλογές σε σχέση με τα αδελφά ιδρύματα της Ευρώπης ενώ βάλλονται από διάφορες πλευρές (οικονομικές, δημοσιογραφικές, συνδικαλιστικές)».

Ενώ όμως, κατά τη διατύπωσή μου του 2008, τα πανεπιστήμιά μας ήταν σε «κρίσιμο σημείο», πλέον έχουν περάσει σε άλλη φάση, της οποίας κυρίαρχο στοιχείο είναι η τεχνοκρατική, γραφειοκρατική πορεία, όπως συμβαίνει και στα περισσότερα ιδρύματα του κόσμου, επιβάλλοντας στα ακαδημαϊκά ήθη τα νέα δεδομένα: τις απαιτήσεις του ανταγωνισμού και της παραγωγικότητας. Αυτό ήδη έχει γίνει εμφανές και επισκιάζει όλες pull-aeiτις επιστημονικές διεργασίες. Κατά συνέπεια, δεν θα έλειπε από την αίθουσα διδασκαλίας, το εργαστήριο, τη συνεργασία και την επικοινωνία των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας με τους φοιτητές. Μέσα σε ένα τέτοιο πλέγμα σχέσεων, που τείνει να καθιερωθεί και να επιβληθεί στις πανεπιστημιακές αίθουσες, το μάθημα αποκτά «ταχύρρυθμο» χαρακτήρα και προσπερνά τις σημαντικές στιγμές της φυσικής επιτροχάδην. Το σημαντικό και το επουσιώδες κατατίθενται αξεδιάλυτα και αδιάκριτα. Και ο φοιτητής βιαστικά καλείται να αφομοιώσει εν συγχύσει και παραζάλη, για να εξέλθει του τεμένους των Μουσών παραγωγικός και κυρίως αμαθής. Με την πάροδο του χρόνου, όλο και πιο συχνά βρισκόμαστε μπροστά στο φαινόμενο της διδασκαλίας διά της προβολής διαφανειών, φαινόμενο στο οποίο δίδεται το εύσημο του μοντέρνου. Και διαπιστώνουμε πόσο διαδεδομένο είναι πλέον το σύστημα αυτό ανά τον κόσμο. Εικόνες, αποσπασματικός λόγος και φοιτητές εν απογνώσει. Δεν υπάρχει μεγαλύτερος ευτελισμός του ιερού έργου διδασκαλίας της επιστήμης. Το μάθημα στον διδάσκοντα πρέπει να δημιουργεί ρίγη συγκίνησης και να μαγεύει τον νέο φοιτητή.

Απέναντι σε όλα τα κακώς κείμενα ποιες είναι συνήθως οι αντιδράσεις των μαθητών μας; Κούραση, αδιαφορία, απόρριψη απομάκρυνση… Για τη συνδικαλιστική αντίδραση και τις τέτοιου είδους παρεμβάσεις σε ώρα μαθήματος –ό,τι πιο αλλόφρον υπήρξε– εν εκτάσει αλλού.

Για το πώς πρέπει να διδάσκεται ένα πανεπιστημιακό μάθημα, αναρωτήθηκα και όχι μία φορά. Την απάντησή μου, εντελώς προσωπική, καταθέτω με ένα παράδειγμα. Ίσως φανεί χρήσιμη. Για να διδάξει ένας πανεπιστημιακός δάσκαλος την κλασική ηλεκτρομαγνητική θεωρία, πρέπει προηγουμένως να έχει δουλέψει την κβαντική ηλεκτροδυναμική, τις θεωρίες βαθμίδας και την επέκτασή τους στο μη αβελιανό επίπεδο, την κβάντωσή τους, καθώς και την ενοποίηση των ηλεκτρασθενών αλληλεπιδράσεων. Όταν τα έχει κάνει όλα αυτά, κι αν έχει πολύ όρεξη και πάθος, τότε να πάει στο δεύτερο έτος και να διδάξει την κλασική θεωρία. Κι εκεί, όταν φτάσει στον νόμο του Faraday, και στις εξισώσεις του Maxwell να σταθεί και να «χάσει» χρόνο, γιατί τότε μπορεί και τους φοιτητές του να ενθουσιάσει και τελικά κάτι καλό να βγει.

~.~

Επίλογος

Επιμένω. Υπάρχουν μικρές εστίες φυσικών διάσπαρτες σε όλο τον κόσμο, που λειτουργούν δημιουργικά και δίνουν πνοή ελπίδας στην επιστημονική πορεία. Οι άνθρωποι αυτοί, βαθύτατα αφοσιωμένοι στο έργο τους, δουλεύουν σε ασφυκτικό κλοιό, τον οποίο έχει δημιουργήσει και επιβάλει το ίδιο τους το ακαδημαϊκό περιβάλλον, ένα περιβάλλον γραφειοκρατικό, που ξεκινάει από λίγα στον κόσμο πανεπιστήμια και που θέλει να ορίζει και να χειρίζεται με τον τρόπο του τις τύχες μιας από τις σημαντικότερες επιστήμες.

Και τέλος, λίγες σκέψεις για μια πιο ανεξάρτητη δράση. Ας έρθουμε λοιπόν αντιμέτωποι με τα βασικά προβλήματα της φυσικής, αυτά που χρονίζουν και που μέχρι σήμερα ήταν στη γωνία παραπεταμένα. Ας τα αγαπήσουμε και ας ζήσουμε μαζί τους. Κυρίως ας πάψουμε να τρέχουμε πίσω από τη μόδα, τον συρμό. Και ας σταματήσουμε το κυνήγι της αυτοπροβολής μας μέσα από δημοσιεύματα και αριθμούς, που άλλο δεν κάνουν παρά να κρύβουν τη μετριότητά μας. Επίσης, ας αγαπήσουμε τους μαθητές μας πάλι. Η επαφή μαζί τους μπορεί να μας συγκρατήσει από κακοτοπιές. Και ας μπούμε στην τάξη με όρεξη και πάθος.

Ας ξανακάνουμε τη φυσική από τεχνο-επιστήμη τέχνη της αναζήτησης δρόμου προς κάποιες αλήθειες, ενός δρόμου που δεν ορίζεται εύκολα και δεν έχει τέλος. Και ας ανακαλύψουμε την κρυμμένη ομορφιά στην απέραντη διαδρομή της.

ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ

~.~

Α Ν Α Φ Ο Ρ Ε Σ

[1] E. P. Wigner, «The subject of our discussions», στο B. d’Espagnat (επιμ.), Foundations of Quantum Mechanics. Proceedings of the International School of Physics “Enrico Fermi”, Academic Press, Νέα Υόρκη / Λονδίνο 1971, σ. 4-5.
[2] D. Bohm, «Quantum theory as an indication of a new order in physics», στο d’Espagnat (επιμ.), ό.π., σ. 434.
[3] Κορνήλιος Καστοριάδης, Τα σταυροδρόμια του λαβυρίνθου, Ύψιλον / βιβλία, Αθήνα 1999, σ. 187.
[4] Martin Heidegger, «Το τέλος της φιλοσοφίας και η αποστολή της σκέψης», μτφρ. Λίλα Σκάμη, Εποπτεία, τχ. 18, Ιανουάριος 1978.
[5] Κορνήλιος Καστοριάδης, ό.π., σ. 14.

 

bureaucracy