Νατάσα Κεσμέτη, Στή λάβρα ἑνός ἀπογεύματος

Γιώργος Δρίζος, Κύθηρα-Χύτρα

Γιώργος Δρίζος, Κύθηρα-Χύτρα

Ἄν καί ἡ μύτη της ἦταν καλοκαμωμένη τά ρουθούνια της ἦταν πλατιά, ἀνοιχτά πρός τά πλάγια καί παίζανε διαρκῶς τά πτερύγιά τους σάν νά ρούφαγαν μαζί μέ τόν ἀέρα καί μιάν ἐντελῶς ἰδιαίτερη ἡδονή τήν ὁποία προσπαθοῦσαν νά ὀσμισθοῦν, νά ἐντοπίσουν μέ μανία.

Ὅση ὥρα ἡ διήγησή της κρατοῦσε τήν προσοχή τῶν ἀκροατῶν της ἀδιάπτωτη, τά ρουθούνια της κάπως ἡσυχάζανε. Ἀλλά μόλις τά μάτια τῆς ὁμήγυρης παύανε νά στρέφονται πρός τό μέρος της ἀνεξάρτητα ἄν ἐξερευνούσανε τό σῶμα της, τή στάση της, τίς κινήσεις τῶν χεριῶν ἤ τό πρόσωπό της, τά ρουθούνια της ἀρχίζανε ἀστραπιαία νά παίζουνε γρήγορα καί τά χέρια της αὐξάνανε τήν ἔνταση καί τήν ἐκφραστικότητά τῶν κινήσεων μέ τίς ὁποῖες συνόδευε τήν διήγησή της.

Ἦταν πολύ παράξενο: ἀπό τή μέση καί κάτω ἔμενε ἀκίνητη στή θέση της, τά πόδια της βιδώνονταν εἴτε ἁπλωμένα εἴτε χαριτωμένα ἀκουμπώντας τό ἕνα πίσω ἀπ’ τ’ ἄλλο στούς ἀστραγάλους σπανίως ἕως ποτέ σταυροπόδι. Ἀπό τή μέση καί κάτω ἦταν μιά ἐξαιρετικά καθωσπρέπει καί ἀπολύτως ἐλεγχόμενη κυρία, γιά τήν ὁποία θά μποροῦσε νά φανταστεῖ ὁ θεατής της πώς ἐπιδείκνυε μ’ ἕναν πολύ ἀξιοπρεπή τρόπο τίς γάμπες της καί κυρίως τά βαμμένα νύχια τῶν ποδιῶν της. Παρά τά χρόνια της τό μεσαῖο τους δάχτυλο στόλιζε ἕνας σχετικά χοντρός, διπλός, ἀσημένιος κρίκος. Θά μποροῦσε ἀκόμα νά κάνει κανείς τή σκέψη πώς θά τῆς εἶχαν χρειαστεῖ πρόβες καί πρόβες ὥσπου νά πετύχει αὐτή τήν συγκεκριμένη ἀξιοπρεπή στάση. Κάθε φορά πού μετακινοῦσε ἔστω καί ἐλάχιστα τίς γάμπες της γιά νά τίς ξεκουράσει ἤ νά ξεμουδιάσει ἡ μετακίνηση γινόταν πολύ ἀνάλαφρα, γιά νά μήν πεῖ κανείς κατά μαγικό τρόπο ἀόρατα.

Αὐτό ὅμως πού συνέβαινε ἀπό τή μέση καί πάνω ἦταν συναρπαστικό. Ὁ κορμός καί κυρίως τά χέρια βρίσκονταν σέ συνεχῆ δραστηριότητα. Ἡ Ναριμά  ἦταν μιά χορεύτρια τῆς πολυθρόνας. Ζωγράφιζε στόν ἀέρα ὅλα της τά συναισθήματα καί μαζί αὐτά τῶν ἡρώων τῆς διήγησής της ἐνῶ ταυτόχρονα τά μάτια της ἄλλαζαν σχήμα ἀνάλογα μέ τήν δραματική ἤ κωμική  ἐξέλιξη τῶν ἐξιστορούμενων. Στό μεταξύ τά κυνηγιάρικα ρουθούνια της ἀκολουθοῦσαν τό ἔνστικτο πού τά εἰδοποιοῦσε γιά τήν κατάσταση τῶν θηραμάτων: ἄν εἶχαν λασκάρει ἤ παρέμεναν γιά τά καλά μαγκωμένα στήν παγίδα.

Ἐκεῖνο τό ἀπόγευμα ἡ Ναριμά ἀναστέναξε μόλις τῆς ἄνοιξαν τήν πόρτα καί μπῆκε στό θέμα της χωρίς πολλά πολλά:

«Καλά πού σᾶς βρῆκα γιατί θά ἔσκαγα νά μήν τά πῶ»

Τό μεγάλο λάθος τῶν φίλων της ἦταν πώς τό ἀναστατωμένο της ὕφος τούς ξεγέλασε σέ βαθμό νά ἀκυρώσει τήν πεῖρα τους μαζί της και, τό χειρότερο, τούς ἔσπρωξε νά ποῦν ὅ,τι ἀκριβῶς ποθοῦσε ἡ Ναριμά: πώς ἡ ἐμπιστοσύνη πού πάντα τούς δείχνει εἶναι τιμητική γι’ αὐτούς ,ὅπως καί ἡ παλιά τους φιλία πού διαρκεῖ παρά τά τόσο πολλά χρόνια καί τίς ἀλλαγές πού φέρανε στήν ζωή ὅλων τους.

Ἦταν ἕνα καφτό καλοκαιρινό ἀπόγευμα καί ὅλοι πλήττανε θανάσιμα. Στό βάθος τῆς πλήξης τους σάλευε ὡστόσο ἕνας ἀπαίσιος τρόμος καθώς ἡ πόλη ἦταν τριγυρισμένη ἀπό πυρκαγιές. Ὅλα τά πανάρχαια βουνά πού τήν στεφάνωναν κάποτε μέ τά πυκνά τους δασωμένα φαράγγια καί οἱ λόφοι μέ τούς κυπαρρισῶνες, ἐδῶ καί μέρες, λιανίζονταν ἀπό ἀμέτρητες παμφάγες φλόγες.

Ἡ Ναριμά λάτρευε νά ἀναποδογυρίζει τά πράγματα. Ὅταν στά δεκαεννιά της ἐγκαταστάθηκε στή τότε Ροδεσία (καί νῦν Ζιμπάμπουε) τό πρῶτο πού ἀναποδογύρισε ἦταν τό ὄνομά της. Τό ὅτι κατά κάποιο τρόπο τό ἐξισλάμισε, δέν τήν πείραξε καθόλου. Τό ἔβρισκε πιό σύμφωνο μέ τό νέο της περιβᾶλλον κι ἄλλωστε ἀπό παιδί δέν ἦταν καί καμιά ἀφοσιωμένη χριστιανή. Κανείς στό σπίτι της δέν πάταγε στήν ἐκκλησία. Ἄν τήν ἐνδιέφερε κάτι ἦταν τά ἔθιμα σάν εὐκαιρίες γιά συγκεντρώσεις, τίποτα παραπάνω. Οἱ ὀνομαστικές γιορτές ἔτσι κι ἀλλιῶς εἴχανε χάσει κάθε νόημα πρό πολλοῦ στήν ἴδια τήν πατρίδα της, ὄχι στήν Ἀφρική ὅπου δέν βρῆκε καί καμιά ἀξιόλογη κοινότητα. Οἱ περισσότεροι ἦσαν Γάλλοι, Βέλγοι, Ὀλλανδοί.

Ὅταν ἐξ αἰτίας τῆς ἐπανάστασης ἐκεῖ μετακόμισε μέ τόν ἄντρα της καί τίς ἐπιχει- ρήσεις τους στό Πράσινο Ἀκρωτήρι, τό ἀμέσως ἑπόμενο πού ἀναποδογύρισε ἦταν τό γάμο της. Δέν πῆρε διαζύγιο, γιά νά μή διαταράξει τίς ἤδη ταρακουνημένες ἐπιχειρήσεις τους, ἀλλά ἀποφάσισε νά διατηρήσει τόν τύπο τοῦ γάμου τους ἀκυρώνοντας κάθε οὐσία. Ὁ ἄντρας της βρέθηκε σύμφωνος στόν διακανονισμό γιά δικούς του λόγους. Μπορεῖ νά εἶχε ἐξαντληθεῖ στήν προσπάθεια νά εἶναι πρόθυμος ἀκροατής καί θεατής της, μπορεῖ νά μήν εἶχε καθόλου χρόνο γιά παιγνίδια κανενός εἴδους πιά. Εἶχε νά σώσει πολύ πιό σπουδαῖα πράγματα γι αὐτόν ἀπό ἕναν γάμο πού ἔγινε τόσο νωρίς καί τόσο βιαστικά, ὥστε νά μή δεῖ κανένας τους τίποτα παραπάνω ἀπ’ ὅσα θαμπώνουν τήν πρώτη ματιά. Στήν περίπτωσή του, ἡ Ναριμά τόν εἶχε καθηλώσει ἀπό τή μέση καί κάτω γιά τήν συμμαζεμένη στάση της, τή διακριτική της κομψότητα, τή σεμνότητά της πού ποτέ δέν θά τόν ἔφερνε σέ δύσκολη θέση στή Μαύρη Ἥπειρο. Ἀκόμα καί μετά τό χωρισμό τους, τό ρουθούνισμα τῆς ἀπληστίας της τοῦ ἔμεινε ἀθέατο. Τήν παραδεχόταν ὅμως γιά τήν ἐπιχειρηματικότητά της καί κυρίως γιά τό ἔνστικτό της στίς καλές ἐπενδύσεις.

Ἐκεῖνο τό ἀπόγευμα πού τά βουνά καίγονταν, οἱ κάτοικοι ἀναγκάστηκαν νά ἀμπαρώσουν τά παράθυρα γιά τόν καπνό καί τίς στάχτες, κλείσανε ἐπίσης τόν κλιματισμό, γιατί ἡ ἑταιρεία Ἠλεκτρισμοῦ ἔκανε ἔκκληση γιά οἰκονομία καί μείνανε μέ τούς ἀνεμιστῆρες, ἡ Ναριμά μίλαγε πέντε ὧρες ἀκατάπαυτα.

Στήν πόρτα πρίν φύγει γύρισε καί εἶπε στούς φίλους της:

«Ἐγώ τώρα εἶμαι μιά χαρά. Ξαλάφρωσα ἐντελῶς» καί διέγραψε μέ τά μπράτσα της μιά ἁπλωτή κίνηση σάν τό πλανάρισμα ἑνός γλάρου.

«Ἐσεῖς, δέν ξέρω, μπορεῖ νά χρειάζεστε καί ψυχίατρο!»

Ἦταν ἀντιπαθητική ἡ Ναριμά, ἐπειδή ἤξερε ἀκριβῶς τί θέλει, ποιά ἀκριβῶς εἶναι κάθε φορά ἡ συγκεκριμένη της ἀνάγκη, πῶς νά ἀπαιτήσει τήν ἱκανοποίησή της καί ἀπό ποῦ;;

Ὅταν ξεφούσκωνε ἐντελῶς τό ἀσκί πού κουβαλοῦσε πίσω ἀπό τά ρουθούνια της ὡς μέσα στά πνευμόνια της, ἔπαυε νά κοιτάζει τούς ἀκροατές της. Ἡ ματιά της ἔχανε ὅλη της τή λάμψη, γινόταν θαμπή, σχεδόν θολή. Στύλωνε τά μάτια της ἀφηρημένα στό πάτωμα ἤ μάλλον στά δάχτυλα τῶν ποδιῶν της, καί γιά πολύ λίγο γινόταν ἑνιαία. Μέχρι ἐκείνη τή στιγμή, ὅσες ὧρες διηγιόταν, ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων ξεπεταγόταν ἀπό τά μάτια της, τά χέρια της καί τόν κορμό τοῦ σώματός της. Μήπως ἦταν ἕνα κρυμμένο ταλέντο ὑποκριτικῆς; Μιά ἀνάπηρη ἠθοποιός καθηλωμένη στήν πολυθρόνα, ὑποχρεωμένη νά παίζει μέ ὅλα τά ἄλλα πιθανά καί ἀπίθανα μέσα της;

Ὅταν ὅμως ξεφούσκωνε ἐντελῶς ἀπό ὅλα ὅσα εἶχε στριμωγμένα μέσα της, ἕτοιμα νά μποῦν σέ λόγια καί κάθε λογιῶ τινάγματα ἤ στριφογυρίσματα τῶν ὤμων, ὑψώσεις ἥ σουφρώματα τῶν φρυδιῶν καί κάθε εἴδους ταχυδακτυλουργική κίνηση τῶν μυῶν μέχρι τή μέση της, γινόταν, γιά ὅσο διαρκοῦσε ἡ σιωπή της, ἕ ν α ς ἄνθρωπος.

Δέν τήν ἐνδιέφερε καθόλου πιά ἄν ἀποσποῦσε τό ἐνδιαφέρον τῶν ἀκροατῶν της, ἄν μονοπωλοῦσε τήν προσοχή τους ἀνεβαίνοντας ἄπληστα μιά δική της προαποφασισμένη καί χιλιοδοκιμασμένη κλίμακα ὥσπου νά τούς φέρει στήν κορύφωση: τό δικό της κρεσέντο· νά τούς νιώθει κυριολεκτικά κρεμασμένους ἀπό πάνω της.

Ἀλλά ὅταν ἔπαυε ὁριστικά, τό κάθε τι πάνω της ἔμοιαζε νά πέφτει πρός τά κάτω, πρός τά κεῖ πού κοίταζαν μ’ ἕνα νεκρό βλέμμα οἱ βολβοί τῶν ματιῶν της. Αὐτό κρατοῦσε ἐλάχιστα ,ἀλλά ἀρκετά γιά νά δεῖ κανείς ἕνα ἄδειασμένο σακκί ριγμένο στήν πολυθρόνα, ἐκεῖ πού πρῶτα μιά ὁλόκληρη παράσταση, καί μάλιστα πρεμιέρα, δοξαζόταν.

***

Τό λάβρο ἀπόγευμα τό εἶχε διαδεχτεῖ μιά ἀνυπόφορη νύχτα. Λίγο πρίν τούς καληνυχτίσει ἡ Ναριμά εἶπε:

«Τί τυχερή πού ἤμουνα νά σᾶς βρῶ. Θά ἔσκαγα μόνη μου μέ τέτοια κάψα. Ἄν καί μοῦ φαίνεται πώς σᾶς ἔφερα τό ποδήλατο στό κεφάλι» – καί ἔσκασε στά γέλια.

Κοιτάχτηκαν ἀπορημένοι, ἀλλά δέν τολμοῦσαν νά ρωτήσουν μήπως καί ἀρχίσει, ἐκεῖ στήν ἔξοδο ἀνάμεσα στά σύννεφα τοῦ καπνοῦ πού ὅρμαγαν πάνω στήν πόλη καί στίς στάχτες πού ἔβρεχε ὁ οὐρανός, νά μιλάει γιά ἄλλες πέντε ὧρες.

Κάποτε σταμάτησε τό νευρικό της γέλιο καί εἶπε:

«Ἧταν σάν τώρα καλοκαίρι. Δυό φίλες μου πού ἦσαν καί συγγενεῖς μου τρέχανε μ’ ἕνα ξύλινο ποδηλατάκι πότε ἡ μιά πότε ἡ ἄλλη στό πεζοδρόμιό μας. Καθισμένη στό σκαλοπάτι τοῦ σπιτιοῦ μου, τίς κοίταζα χαυνωμένη καί πέθαινα ἀπό ζήλεια, ἀλλά ἀκόμα κι ἄν μέ σκότωναν δέν θά καταδεχόμουν νά παρακαλέσω γιά μιά βόλτα. Τότε ἡ πιό μικρή, πού ἦταν μεγάλη τσούχτρα, εἶπε στήν ἄλλη ξαφνικά δείχνοντάς με:

Ἄς δώσουμε καί σ’ αὐτό τό κακόμοιρο νά κάνει μιά βόλτα …

Τ ό   κ α κ ό μ ο ι ρ ο !

Πετάχτηκα, καί ,πρίν προλάβει καμιά τους νά κάνει κίχ, ἅρπαξα τό ποδηλατάκι καί τό ἀναποδογύρισα στό κεφάλι τῆς μικρῆς. Τόσπασα στό κεφάλι της, καί ἤμουνα τόσο εὐχαριστημένη πού συνέχισα νά τήν κλωτσάω μέ λύσσα, χωρίς νά δίνω τήν παραμικρή σημασία στό χαμό πού γινόταν γύρω μου.»

Τίναξε τό κεφάλι πρός τά πίσω κοκέτικα καί τούς γύρισε τήν πλάτη, χωρίς νά δώσει καμιά σημασία πού τούς εἶχε ἀφήσει ἄφωνους μέσα στίς καπνιές.

«Τί Ναριμάν καί ἌχουραΜάσδα!», ξέσπασε τή φούρκα του ὁ ἕνας φίλος της ξαφνικά.

«Ζωροάστρης θά γίνω στό τέλος… Τό Μαρινάκι, μιά ζωή μᾶς περνάει ψιλό γαζί»!

Καί κλώτσησε φρενιασμένος τίς στάχτες μέ τά πέδιλά του.

Σύρα, 17/07/2007- Ἀθήνα, Μάης 2020