Ηρώ Νικοπούλου, Το δίλημμα

moth

~ . ~ 

Όλη η ιστορία αποκαλύφθηκε μετά το ατύχημα του Λουκά, όταν μια Τρίτη απόγευμα ο Παύλος αφού αγόρασε μια ωραιότατη μονογραφία για τον Βέρντι, δώρο για τον φίλο του, χτύπησε το κουδούνι της οδού Δροσοπούλου 22. Του άνοιξε η Βίβιαν, φορούσε μια ελαφριά μεταξωτή ρόμπα, είχε μια ροζ αυλακιά στο δεξί μάγουλο και τα μάτια της ήταν πρησμένα από τον ύπνο. Κοιτάχτηκαν αμήχανα, αν και ο καθένας για διαφορετικό λόγο.
— Δεν φανταζόμουν ότι θα κοιμόσαστε ακόμα, είχα πει στο Λουκά ότι θα περάσω κατά τις έξι…
— Από πού του είπες ότι θα πέρναγες;
— Μα, από ‘δω φυσικά, αφού προχθές βγήκε από το νοσοκομείο. Μη μου πεις ότι ξεπόρτισε κιόλας!
— Όχι, δεν μπορεί· άλλωστε του το έχουν απαγορεύσει εντελώς μέχρι να βγει ο γύψος.
— Τότε; Ο Παύλος πίεσε την παλάμη του στην κάσα της εξώπορτας ανήσυχος.
Η Βίβιαν συνέχιζε να του φράζει την είσοδο με το σώμα της, στο τέλος είπε κοιτώντας το χαλάκι της εισόδου:
— Δροσοπούλου 28. Εκεί θα τον βρεις.
— Μα εκεί μένει η μητέρα του.
— Ε, ναι, εκεί.
— Βίβιαν, είναι καλά ο Λουκάς, τί συμβαίνει;
— Τίποτα καινούργιο Παύλο, τίποτα καινούργιο! Και απορώ δηλαδή που κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Εκτός, τι να πω, εκτός κι αν πράγματι δεν ξέρεις τίποτα, εκτός και κρύβεται κι από σένα ακόμα.
— Τι να μου κρύβει, εσείς είσαστε μια χαρά μεταξύ σας μέχρι προχθές. Με μπερδεύεις…
— Άσε, τίποτε, ρώτα τον ίδιο. Με συγχωρείς που δεν σου λέω τόσην ώρα να περάσεις, αλλά, ξέρεις, ήμουν στο μπάνιο, άλλωστε όπως σου είπα σήμερα είναι Τρίτη και ο Λουκάς δεν είναι εδώ.

Ο Παύλος στην διαδρομή από το ένα σπίτι στο άλλο, άρχισε να υποψιάζεται διάφορα. Λίγα λεπτά αργότερα η γηραιά κυρία με το κομοδινί μαλλί άνοιγε με θριαμβευτικό χαμόγελο την πόρτα της Δροσοπούλου 28.
— Επιτέλους! Καλώς τον, σε περιμέναμε. Ο φίλος σου είναι περδίκι, λεβεντιά μετά από τέτοιο τρακάρισμα! Θηρίο σου λέω, αλλά έτσι είμαστε εμείς, γερή φύτρα! Πέρασε, πέρασε.
Ο Παύλος όρμησε στο δωμάτιο του Λουκά, του πέταξε περίπου τον Βέρντι στο κεφάλι και με γουρλωμένα μάτια φώναξε:
— Τί δουλειά έχεις εσύ εδώ;
— Πώς κάνεις έτσι, ηρέμησε! Έλα κάθισε, μόνο πρόσεξε το γύψο, είπε ο Λουκάς παραμερίζοντας το πάπλωμα στην άκρη του κρεβατιού του.
Ο Παύλος παρέμενε όρθιος με τα χέρια στις τσέπες και τα πόδια ανοιχτά σαν καραβοκύρης σε τρικυμία.
— Μα γιατί, από πότε συμβαίνει αυτό;
— Σιγά μη μετράω…
— Καλά και η Βίβιαν τί λέει, δεν την πειράζει;
— Τι να την πειράξει μωρέ, μετά από είκοσι χρόνια γάμου!
— Τι σχέση έχουν τα χρόνια γάμου; Άλλωστε, αν κρίνω από το ύφος της αυτό το χούι εσύ πρέπει να το έχεις καιρό.
Ο Λουκάς ανασήκωσε βαριεστημένα τους ώμους του στρογγυλεύοντας τα χείλη.
— Δηλαδή μπορεί και από την αρχή;
Ο Παύλος στραβοκάθησε στην άκρη του κρεββατιού και συνέχισε συγχυσμένος ενώνοντας προσεκτικά τις παλάμες του.
— Γιατί δεν μιλάς, Συγνώμη, ξέρεις πολλούς που ζουν με τη μάνα τους ενώ είναι παντρεμένοι;
— Ε, καλά τώρα, υπερβολές. Ζω με τη μάνα μου! Δεν ζω με τη μάνα μου, απλώς εδώ είμαι πιο άνετος, έχω ζωτικό χώρο, δουλεύω καλύτερα, με φροντίζει, τους χυμούς μου, την ησυχία μου. Άλλωστε δυο φορές την εβδομάδα πάω κι απ’ το άλλο σπίτι.
— Α, δεν πας καλά!
— Υπερβάλεις, υπερβάλεις, ούτε η Βίβιαν δεν ασχολείται πλέον.
— Δεν ασχολείται, γιατί μάλλον την έχεις πρήξει πλέον, δεν το καταλαβαίνεις;
Ο Λουκάς άλλαξε συζήτηση. Δεν του άρεσε να μιλάει για το παράξενο δίπορτο της ζωής του, πάτησε το play και δυνάμωσε τον ήχο.
— Άκου αυτό, εχθές το ‘γραψα, του είπε και άρχισε να μαεστράρει στον αέρα.
— Ρε μπαγάσα, δε σε καταλαβαίνω, επέμεινε ο Παύλος Τουλάχιστον να ‘τανε γκόμενα, να πω χαλάλι και δίπορτο και τρίπορτο, που λέει ο λόγος. Αλλά να ζεις με τη μάνα σου πενή-ντα χρονών άνθρωπος! Τότε τι την παντρεύτηκες την άλλη;

Ο κλινήρης μαέστρος σιωπούσε εκκωφαντικά. Ο Παύλος τον κοιτούσε λοξά σκεπτικός ζυγίζοντας προσεκτικά τις λέξεις που θα ξεστόμιζε. Μετά υψώνοντας τη φωνή του λίγο πάνω από τις νότες, είπε με δήθεν εξομολογητικό ύφος.
— Ξέρεις μερικές φορές μου ‘ρχονται κάτι περίεργες σκέψεις, κάτι διλήμματα αβυσσαλέα.
— Τι αβυσσαλέο, λες; χαχάνισε τώρα ο Λουκάς χαρούμενος για την στροφή της κουβέντας σε άλλο θέμα.
— Θα σου πω, χαμήλωσε λίγο τον ήχο.
— Ορίστε, ακούω.
— Να λέω, μερικές φορές όταν αισθάνομαι την ύπαρξη του κινδύνου, της απώλειας, του θανάτου…
— Μωρέ, τι ωραία συντροφιά που είσαι! Ό,τι πρέπει για να ξεπεράσω το μετατραυματικό μου σοκ!
— Όχι, άκου… λοιπόν, σκέφτομαι αν γινόταν, ας πούμε, μια καταστροφή και μπορούσα να διαλέξω εγώ ποιός θα ζήσει και ποιός θα πεθάνει· ποιόν θα έσωζα;
— Ε, ποιόν θα έσωζες;
— Εδώ είναι, δεν ξέρω, πολύ δύσκολη απόφαση. Γιατί εσύ ξέρεις; Δηλαδή, αν σου χτύπαγε την πόρτα ο Μεγάλος κι έπρεπε να διαλέξεις, για παράδειγμα, τη Βίβιαν ή τη μάνα σου, τί θα διάλεγες, ξέρεις;…
Τον κοιτούσε καρτερικά στριφογυρίζοντας έναν αναπτήρα.
Το κεφάλι του Λουκά βούτηξε απότομα κάτω από τα σκεπάσματα ψάχνοντας για ένα δεύτερο cd. Πρέπει να κράτησε την αναπνοή του όσο όταν έπεφτε για ψαροντούφεκο. Όταν αναδύθηκε ήταν κατακόκκινος.
— Λοιπόν, ξέρεις; Επέμεινε ο Παύλος.
Ο Λουκάς κοιτώντας πάνω από τα γυαλιά του τα ψιλά γράμματα του εξωφύλλου ψιθύρισε με σταθερή φωνή.
— Εγώ, ξέρω. Δίνω, άλλωστε, εδώ και χρόνια την ίδια απάντηση πέντε ημέρες την εβδομάδα.

ΗΡΩ ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΥ