Το ψυχικό καταπίστευμα στην ποίηση

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Τασούλα Καραγεωργίου, Η πήλινη χορεύτρια, Γαβριηλίδης 2019

pilini-xoreutria-tasoula-3karageorgiouΗ όγδοη συλλογή της Τασούλας Καραγεωργίου ανήκει σε εκείνο το είδος της ποίησης που διαλέγεται εκτεταμένα με την παλιότερη γραμματεία αλλά και τη γενεαλογία της ελληνικής γλώσσας. Μιας γλώσσας που αντιμετωπίζεται ως η πολύτιμη κιβωτός του λόγου που κατόρθωσε μελωδικά και ακαριαία να αποτυπώσει το διαχρονικό πάθος της ανθρώπινης μοίρας. Παντού το βλέμμα της κλασικής φιλολόγου που διέρχεται με άνεση και αγάπη περιοχές του λόγου και του μύθου που έχουν αποκτήσει έναν εμβληματικό συμβολισμό στην αυτοσυνειδησία του Έλληνα.

       Εναρκτήριο λάκτισμα και καύσιμο της ποιητικής ευαισθησίας η λέξη, που με την αγέραστη χάρη κι αλήθεια της ενώνει το παρελθόν με το παρόν, αποκαλύπτοντας τις πάγιες συστοιχίες της ανθρώπινης περιπέτειας. Ο άνθρωπος μόνος πάντα, αυτοδημιούργητος παλεύει να βρει έρμα και αυτό βρίσκεται στην ομορφιά και στην συνείδηση του πάγκοινης φθοράς. Πριν τη φθορά, όση αλήθεια πρόλαβε να συλλαβίσει. Αλήθεια που στη συνείδηση της ποιήτριας έχει άπαξ συλληφθεί στα αγέραστα ρήματα της πνευματικής μας παράδοσης και, γενικότερα, του ποιητικού λόγου. Για την Καραγεωργίου, ο ποιητικός λόγος είναι το ελιξίριο της ψυχικής νεότητας, γι’ αυτό και στη συλλογή αφθονεί ο στοχασμός πάνω στη λειτουργία της ποίησης. Η νοσταλγία για τούτο τον πλούτο διάχυτη.

ΜΙΑ ΠΑΛΙΑ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ
μέγας ἔσετ’ ἀοιδὸς
Ἐμπρηστὲς ἀπειλοῦνε τὶς λέξεις
τὰ πτερόεντα ὀνόματα πού ’χουν φωλιάσει
]]]]]]]στῆς δρυὸς τὸ βαθύκομο φύλλωμα·
τοὺς τριτόκλιτους τέτιγγες
καὶ τὶς νύμφες Δρυάδες ποὺ κρύβονται μὲς στὸν κορμὸ τους.

Δὲν τοὺς κάνουνε, λέει·
πέφτουν κάτω ἐγκλίσεις καὶ πτώσεις
]]]]]]]λερώνουν τὴν άσφαλτο
καὶ οἱ ρίζες χαλοῦν τὰ πλακάκια τοῦ δρόμου.

Δὲν ἀντέχουν ν’ ἀκοῦν τὰ ἡδύφωνα ρήματα
κι εἶναι ἄχρηστα λένε τὰ ἐπίθετα
]]]]]μὲ τὸ ὑψι- ὡς πρόθεμα
ὅλα αὐτά ποὺ πετᾶνε ψηλὰ
– ἀετοί τανυσίπτεροι ἀπό ποίημα βγαλμένοι τοῦ Κάλβου.

Θέλουν ὅλα νὰ εἶναι σκυφτά
]]]]]]]νά ’ναι ὅλα βουβά
]]]]]]]χωρὶς ἴσκιους.

Ὅμως θά ’ρθει καιρὸς
]]]]]]]―μιὰ παλιὰ προφητεία τὸ ὁρίζει―
ποιητὴς σὰν τὸν Ὅμηρο μέγας
ἀπ’ τὰ βάθη τοῦ ἀπείρου
]]]]]]]ξαφνικὰ θὰ φανεῖ
καὶ θὰ φέρει ξανὰ τὴ λαλιὰ
πού θὰ πνεύσει
]]]]]]]ὡς δρόσος ζεφύρου
στὴν ὁλόμαυρη ράχη, στὴν ἔρημη γῆ.

Έτσι ο διάλογος με αυτό το πλατύ διακείμενο μοιάζει με ανακάλημα : του Αίαντα, του Κάλβου, του Αρχίλοχου, της Σαπφούς, της κλεινής Αθήνας, του άγνωστου γραφέα των μυκηναϊκών ανακτόρων, της Ιφιγένειας, της παπαδιαμαντικής Φαρμακολύτρας, του ποιητή Μελέαγρου, της Τέκμησσας, της ανώνυμης πήλινης χορεύτριας. Τα πρόσωπα αυτά λειτουργούν ως αρχετυπικά υποδείγματα, υπαρξιακές χειρονομίες ή ως μυθικές αναλογίες της Ιστορίας που είναι πάντα μία, αυτή του θνησιγενούς ανθρώπου παγιδευμένου στην ανάγκη. Π.χ. η μυθική «δουρίληπτος» Τέκμησσα και η σύγχρονη πρόσφυγας, από ασήμαντες υποδιαστολές της μεγάλης Ιστορίας, διεκδικούν, στον παράλληλο βίο που τους χορηγεί η ποιήτρια, τη δική τους ύπαρξη.

Η ΠΗΛΙΝΗ ΧΟΡΕΥΤΡΙΑ

]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]στὴν Κικὴ Δημουλᾶ

Λέω νὰ κάνω συλλογή πήλινων ἐδωλίων·
δὲν μ’ ἐνδιαφέρει ἡ ἐποχή,
– ἔξ ἄλλου μοῦ εἶναι ἀρκετή ἡ ζεστασιά ἀπ’ τὸ ἀργιλῶδες χῶμα.

Καὶ πρῶτη ἀπ’ τὰ ἐκθέματα-ἀντίγραφα ὅλα φυσικὰ –
στὴ γυάλινη προθήκη μου τοποθετῶ
ἐκείνη τὴ μικρόσωμη χορεύτρια
ποὺ στροβιλίζει διαρκῶς μέσα στὴν κωνικὴ φουστίτσα της τὸ χρόνο
κι ὅλο τὸν κλέβει γράφοντας
στὰ ἔκπληκτά της μάτια
]]]]]]]τὸ μάταιο πεῖσμα τοῦ πηλοῦ
καὶ στ’ ἀνοιχτά της χέρια
]]]]]]]ἕνα δόσιμο χωμάτινης ἀγάπης.

(Εἴμαστε χῶμα καὶ νερὸ
κι ὅλο διψᾶμε γιὰ οὐρανό.)

Ο λόγος έχει την πρώτη θέση σε αυτό το ιερατείο. Λειτουργεί με τη γαλήνια κλασικότητά του ως όχημα που ανασύρει τη μνήμη και δυναμώνει τη αντίσταση απέναντι στο αλγεινό παρόν ή στο λιγοστό ενταύθα, επιχειρώντας να χαρίσει μια μαγική διάρκεια και αντοχή στα αρχαία σύμβολα.

ΔΑΙΜΟΝΙΟΝ ΠΤΟΛΙΕΘΡΟΝ

Ἕνα χαῖρε σοῦ λέω δειλὰ
καθώς στέκω μπροστά
]]]]]]στοῦ σταθμοῦ τῆς ὁδοῦ Ἀθηνᾶς τὶς ἐξόδους
καὶ κοιτάζω ψηλὰ τὸν περήφανο βράχο σου, Ἀθήνα
]]]]]](Πῶς πονάει ὁ νόστος σὰν ἔρωτας
]]]]]]ποὺ δὲν ξέρει ἄν ἔχει πατρίδα
]]]]]]Ἔτσι νιώθω τὸ κάλλος σου: σὰν ἡδύπικρη θλίψη.)
 
Θὰ μαζέψω λοιπὸν τὰ ἀρχαῖα σου ἐπίθετα
κι ἕναν ὕμνο γιὰ σένα θὰ πλέξω
μακριὰ ἀπὸ θρῆνο μεμψίμοιρο.
 
Θαυμαστή, πολυύμνητη Ἀθήνα,
ἰοστέφανη ἐσὺ καὶ ἀοίδιμος
ὦ καλλίχορος πόλι, δαιμόνιον πτολίεθρον,
τῆς Ἑλλάδος τὸ ἔρεισμα
ὦ κλειναί, πολυήρατοι, ὄλβιαι Ἀθᾶναι.

Κι ἄν φρενάρουν τ’ ἁμάξια στὴν ἄσφαλτο
κι ἄν ἀλλόκοτα πλήθη κυλοῦν στὸ ποτάμι τοῦ δρόμου,
ἔλα τώρα καὶ φέρε στοὺς ἴσκιους σου ἰοπλόκαμες λέξεις
―τὸ μαβὶ τοῦ ὀρίζοντα
]]]]]]βαθυγάλαζο χρῶμα―,
κροκωτὰ φέρε πέπλα καὶ σκέπασε
]]]]]]σὰν παντάνασσα μάνα τοὺς ἄστεγους
καλλιβλέφαρο φῶς
ν’ ἀγκαλιάσει γλυκὰ τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς ξένους.    

Η συγκίνηση γνήσια και αυτό εκλύει απέριττη ειλικρίνεια. Σε αυτό συμβάλλει και ο ρυθμός, ο κυρίαρχος στη συλλογή ανάπαιστος, προσδίδοντας ένα μελωδικό, άλλοτε λυγμικό, τριπόδισμα στο στίχο και λειαίνοντας σε μαλακές καμπύλες την απαγγελία.

unnamedΟ διάλογος, όμως, με αυτή την περιοχή έχει τις αντοχές του. Σε αρκετά σημεία η κλασική φιλόλογος υπερφαλαγγίζει την ποιήτρια και εδώ βρίσκεται η αχίλλειος πτέρνα της συλλογής. Η ευφορία που βιώνει στη γεύση αυτού του λόγου – λόγου με τη διπλή του σήμανση, ως γλωσσικού και ηθικού σύμπαντος- γεμίζει το ποίημα με πλήθος παραθεμάτων, κυρίως από την αρχαία ελληνική ποίηση (π.χ. «ταλαοί, ἐφημέριοι βροτοί, εἰκελόνειροι» ή «τὸν ἀπείρονα [… οἴνοπα πόντο») ακολουθούμενα, κάποιες φορές, από την νεοελληνική τους απόδοση. Είναι, επίσης, απαραίτητες για τον αμύητο αναγνώστη οι σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου που εξηγούν την αφόρμηση της έμπνευσης και τα εξωκειμενικά συμφραζόμενα. (Εδώ τίθεται, βέβαια, ένα ερώτημα· σε ποιο βαθμό το ποιητικό σώμα μπορεί να συνοδεύεται από ένα εγκυκλοπαιδικό βοηθητικό υλικό που το διαφωτίζει; Αυτόνομο, χωρίς τη βακτηρία του επίμετρου, μπορεί να λειτουργήσει;) Αυτές οι γλωσσικές «μνημειώσεις» τέρπουν ίσως τον αρχαιογνώστη, αλλά λειτουργούν στον μη; Βέβαια, η ποιήτρια φαίνεται να το έχει αυτό ύποψη, γιατί με την συμπαράθεση ή σε άλλες περιπτώσεις την ώσμωση του πρωτότυπου και του μεταφράσματος νομίζω ότι επιδιώκει διπλό στόχο. Αφενός διευκρινίζει, αφετέρου προσπαθεί να δημιουργήσει μια γλωσσική φόρμουλα που θα αναδεικνύει την αβίαστη συνύπαρξη των γλωσσικών υλικών, άρα και πνευματικών περιοχών, χωρίς τη διχοτόμηση σε νέο και παλαιό. Παρ’ όλα, αυτά σε αρκετά σημεία όζει κάποιας φιλολογικότητας ευπρόσδεκτης σε συγκεκριμένες κατηγορίες αναγνωστών.

Τέλος, η προσφυγή στην αίγλη αυτής της βαρύτιμης παράδοσης περιχαρακώνει το ποίημα στη μονόδρομη νοσταλγία. Ο διάλογος με την ποιητική και γλωσσική παρακαταθήκη του τόπου έχει μακρά παράδοση στα καθ’ ημάς, και έχουν προταθεί ποικίλοι τρόποι να αναδειχθούν οι πολλαπλές συνάφειες αυτής της διαχρονίας. Σήμερα δεν ξέρω αν ενδείκνυται η αναβίωση ή η αποδόμηση αυτού του κοινόχρηστου κληροδοτήματος, εάν αυτές οι συστοιχίες έχουν διανύσει ήδη τη δυναμική τους. Πάντως, η αβρή ποιότητα του γλωσσικού ρυθμού και η χαμηλόφωνη, σχεδόν ταπεινή, επίκληση αυτού του θησαυρίσματος που έγινε ψυχικό καταπίστευμα είναι οι αδιαμφισβήτητες αρετές της συλλογής.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ