Δημήτριος Μουζάκης, Ποιήματα

apelp

~ . ~ 

Ι.

Αποβιώνει η πραγματικότητα
μες στα μυαλά μας.
Κλεισμένοι μες στα σπίτια μας
σπαρταράμε σαν αρουραίοι σε πλοίο που βυθίζεται
ή σα μυρμήγκια που τρέχουν
ν’ αποφύγουν τη φωτιά
χωρίς να καταλαβαίνουνε τον κίνδυνο.
Οι εκδοχές έχουν κρυφτεί παντού και
όλες αληθεύουν μέσα στα δίκαιά μας.
Κάπου μέσα μας γνωρίζουμε
ότι είμαστε, απλώς, θλιμμένοι
ότι μας εξήντλησε η ανέχεια
η γκρίζα γειτονιά.

Μαζεύω ένα σωρό με φραγκοδίφραγκα.
Μ’ ένα τρίγωνο και πάλι θα κερδίσω το ψωμί μου
κλαίγοντας τα κάλαντα του Φθινοπώρου.

 

ΙΙ.

Αύριο θα με ξυπνήσει ο ήχος του κλειδιού
και θα με βασανίσουνε – το ξέρω.
Έρχεται πείνα
αλλά όχι η πείνα που γουργουρίζει το στομάχι.
Η πείνα η βουβή. Της καταθλίψεως.
Η πείνα για ένα δροσάτο ποτήρι ξενοιασιάς.

 

ΙΙΙ.

Αν δεν μπορούμε πλούσιοι να γίνουμε
ας βρούμε ένα τρόπο να χαιρόμαστε
μετρώντας φραγκοδίφραγκα.
Ίσως αν γινόμασταν εθελοντές
ν’ ανακοινώνουμε εμείς στους συγγενείς
τους θανάτους των δικών τους
να βρισκόταν η θεραπεία της πενίας.

 

ΙV.

Kάποτε φοβήθηκα ένα νεοσσό
γιατί νόμισα πως τον ξέσκισε η γάτα.
Το αραιό του τρίχωμα
με αηδίασε βαθιά
σα να επρόκειτο να με σκοτώσει
αν τον ακουμπούσα.
Ένας περαστικός τον φύσηξε
του ’ριξε λίγο νερό
κι ο νεοσσός σηκώθηκε κι έκαμε να φύγει.
Ω πόσο ανακουφίστηκα
που δε θα με λερώσει.

 

V.

Όταν παραβαραίνει ο νους μου
σκέπτομαι δυο χείλη, μια χορδή
ένα κεραμίδι.
Φιλώ τα χείλη, γρατζουνάω τη χορδή
κρύβομαι κάτω απ’ το τραπέζι
να με νανουρίσει η αστραπή.

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΟΥΖΑΚΗΣ