Η αβάσταχτη ευρηματικότητα της γραφής του Δημήτρη Καρακίτσου

Η αβάσταχτη ευρηματικότητα της γραφής του Δημήτρη Καρακίτσου

Ένα σχόλιο με αφορμή τη νουβέλα Ζαχαρίας Σκριπ (Ποταμός, Αθήνα, 2019)

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Ως σάτιρα ορίζει το πέμπτο βιβλίο του ο Δημήτρης Καρακίτσος, με μια καθόλου ασυνήθιστη συγγραφική πρακτική, η οποία εντούτοις δεν παύει ποτέ να γοητεύει και να προσελκύει το ενδιαφέρον του αναγνώστη που αγαπά να συνδιαλέγεται (και να συνεργάζεται) ποικιλοτρόπως με τον συγγραφέα και το κείμενο (την ίδια στιγμή που συμβαίνει και το αντίστροφο, βεβαίως). Με αυτή την κλασική περικειμενική πρακτική λοιπόν, δηλαδή μια συγγραφική δήλωση επί του είδους στη σελίδα τίτλου, ο συγγραφέας κλείνει από την αρχή το μάτι στον αναγνώστη∙ διευκρινιστικά, επιβεβαιωτικά, καταφατικά, διαζευκτικά, εμπιστευτικά και με πολλούς άλλους τρόπους, διευρύνοντας ουσιαστικά -και κυρίως αυτό- ακόμα περισσότερο τα (ερμηνευτικά) ενδεχόμενα και τις (ειδολογικές ή άλλες) δυνατότητες του κειμένου. Στην περίπτωση του Ζαχαρία Σκριπ δίδεται η εντύπωση ότι με την επιλογή του προσδιορισμού του είδους της σάτιρας (ή του σατιρικού τρόπου) ο Καρακίτσος μάς λέει: «Ναι, είναι σάτιρα, σωστά το καταλάβατε» ή «Ναι, είναι και σάτιρα» ή «Σάτιρα φυσικά, τι άλλο θα μπορούσε να είναι;». Ωστόσο, εν μέσω ανοιχτών ειδολογικών/μορφολογικών και ερμηνευτικών ενδεχομένων, ο Ζαχαρίας Σκριπ σίγουρα δεν είναι μόνο αυτό. Ή εν πάση περιπτώσει, για να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά, παραμένοντας στο περικείμενο, του οπισθοφύλλου αυτή τη φορά,  με αυτό το «σατιρικό κλείσιμο του ματιού στο ρυπαρό μας παρόν», τι είδους σύγχρονες καταστάσεις σατιρίζονται σε αυτό το βιβλίο, που αφηγείται γεγονότα του 1914; Ο βαρύς (και επίκαιρος) αναστεναγμός «Πού να ’σαι τώρα ρε Ζαχαρία;» με ποια ή ποιες αφορμές εκφέρεται;

Ο Ζαχαρίας Σκριπ είναι αναμφισβήτητα μια πολιτικοκοινωνική αλλά και ανθρωπολογική σάτιρα με όλα τα διακριτά γνωρίσματα της νουβέλας (μικρή έκταση, καθορισμένη πλοκή, αναγνωρίσιμοι χαρακτήρες). Στο βιβλίο οι πολίτες του Βόλου, αφού έχουν -για μικρό χρονικό διάστημα- απορήσει, θαυμάσει, ασχοληθεί (εμμονικά) και βαρεθεί με τον μυστικής ταυτότητας υπερήρωα Ζαχαρία Σκριπ -φορέα μιας ιδανικής ηθικής και κάθε σωτήριας παρέμβασης προς όφελος της πόλης- εναποθέτουν τις ελπίδες τους για οικονομική προοπτική και ανάπτυξη στον αυτοκράτορα της Αιθιοπίας Ρας Ματουσάλεμ. Ο αυτοκράτορας/δικτάτορας Ματουσάλεμ όμως πραγματικό σκοπό έχει να πουλάει τους νέους μετανάστες (βλ. νέους επιστήμονες, απόφοιτους, επαγγελματίες) σε σκλαβοπάζαρα διαφόρων τοπαρχών. Ωστόσο, όπως μας ενημερώνει ο πρωτοπρόσωπος ενδοκειμενικός αφηγητής δημοσιογράφος (και συγγραφέας) Ζορζ Βαλεντέν, φίλος και βοηθός του Ζαχαρία Σκριπ, ακόμα και με την αποκάλυψη αυτού του πονηρού σχεδίου από τον Ζαχαρία, ο λαός επιμένει ότι δεν θέλει ήρωες, ενώ το βολιώτικο (και δη -συνεκδοχικά- επαρχιώτικο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται) establishment συνεχίζει να έχει τυφλή -και νεοφιλελεύθερη- πίστη «στο αόρατο χέρι της αγοράς».[1] Όπως και στην πραγματική ζωή, κανέναν δεν φαίνεται να ενοχλεί η μηχανιστική σκέψη, οι πελατειακές σχέσεις, το σαθρό σύστημα, η αδικία και η ανισότητα, η έλλειψη οράματος. Επιπρόσθετα, η υπόσχεση του Ματουσάλεμ στους νέους για επικερδή εργασία ως ελεγκτές δημοσίων έργων με «κούραση μηδέν»[2] θα υλοποιηθεί, όταν απευθυνθούν στα βουλευτικά γραφεία και τις αρμόδιες αντιδημαρχίες, σε ένα πολύ γνωστό μας σενάριο δημοσιοϋπαλληλίστικου συστήματος και κομματοκρατίας. Συνεπώς, ο Ζαχαρίας Σκριπ, ο αγνός υπερήρωας που δρα αμερόληπτα, επαναφέρει την τάξη και τιμωρεί με σφαλιάρες την αδικία, πετώντας με την μπέρτα του και φορώντας τη μάσκα του, χωρίς όμως να αποκαλύπτει την ταυτότητά του ή να εκφράζει προτιμήσεις απέναντι σε ανθρώπους και οποιουδήποτε είδους οργανωμένα σύνολα, θα απογοητευτεί από τις αντιδράσεις των ίδιων των πολιτών που υπερασπίζεται:

«Δεν έσπασα χέρια τίμιων εργατών, αλλά θρασύδειλων και μέθυσων που χτυπούσαν τις γυναίκες τους. Έπρεπε να δεις τις φουκαριάρες, πώς έκλαιγαν. Σε όλες άφησα λεφτά. Όλες είπαν ευχαριστώ και έφυγα με ήσυχη τη συνείδηση, αλλά σήμερα το πρωί που τις είδα έτσι, δεν το κρύβω, με έθλιψε η αναπάντεχη… η… το… πώς να το πω αυτό που συνέβη; Μεταστροφή;»[3]

skrip

Σύντομα η γνησίως άμεμπτη παρουσία του Ζαχαρία, που δεν κάνει τίποτε άλλο από το να αφουγκράζεται τον πόνο της ανθρωπότητας, θα αρχίσει να ενοχλεί. Και στο έργο του Καρακίτσου αθεόφοβος δεν είναι αυτός ο τύπος, ο πρωταγωνιστής Ζαχαρίας Σκριπ ή κάποιος άλλος χαρακτήρας, αλλά ο τόπος ως σύνολο και ως οντότητα, σε ένα λογοπαίγνιο όπου ο τόπος είναι ο άνθρωπος. Είναι «αθεόφοβος αυτός ο τόπος»,[4] όπου οι ανθρώπινοι τύποι δέρνουν τις γυναίκες τους κι εκείνες τους υποστηρίζουν, στήνουν κυνομαχίες ενώ χαϊδεύουν τη γάτα τους, στέκονται σούζα στα αφεντικά αλλά τα βάζουν με τους καροτσέρηδες και τους προμηθευτές, καψαλίζουν κλαδιά και πετάνε αποτσίγαρα σε περιοχές υψηλού κινδύνου, εργοδοτούν Αιγύπτιους σε συνθήκες δουλεμπορίου, ενώ την ίδια στιγμή χαίρουν εκτίμησης λόγω της δήθεν ευαισθητοποίησής τους σε ζητήματα δημοκρατίας και λειτουργίας των θεσμών. Και όπως είναι αναμενόμενο και βιωμένο στον πραγματικό τόπο μας, σε αυτόν τον αθεόφοβο τόπο, στην εξαιρετική περίπτωση ενός υπερήρωα με το ανιδιοτελές όραμα και τον στόχο της σωτηρίας του ανθρώπου από την αδικία και τη βλακεία [η οποία λούζει την πόλη με οσμή και αιωρούμενους κόκκους σιμιγδαλένιου χαλβά (η μεταφορά δεν είναι τυχαία, βεβαίως!)], η ειλικρινής προσφορά του Ζαχαρία δεν θα αργήσει να αμφισβητηθεί: «Έτσι γίνεται πάντα. Ξεκινά από τον έπαινο, περνά στα αστειάκια, από τα αστειάκια ολοταχώς στην αμφισβήτηση και από την αμφισβήτηση στην ειρωνεία – ή στην παρασιώπηση»[5] θα σχολιάσει ο ιδιαίτερα εκδηλωτικός ως προς την ιδεολογική λειτουργία του αφηγητής.[6] Ο αγαπητός «υπεράνθρωπος», ο «άγιος»[7] που μονοπωλεί την ειδησεογραφία και τις καθημερινές συζητήσεις («Είναι ντόπιος ο Ζαχαρίας Σκριπ; Με ποιο κόμμα συντάσσεται; Ζει στον Βόλο ή στα περίχωρα; Είναι τσαρλατάνος, μάγος αληθινός ή κάποιος προφήτης;»)[8] σύντομα θα γίνει ανεπιθύμητος λόγω δήθεν της υστερόβουλης δράσης του και θα αποσιωπηθεί -αφού προηγουμένως καταστεί θύμα προβοκατόρικων κινήσεων- «για να μη διαταραχθούν οι πολιτικές ισορροπίες».[9] Και οι πολίτες θα τον καταριούνται πλέον ως μια σκοτεινή δύναμη υψώνοντας το βλέμμα τους -πού αλλού;- στον ουρανό, αποποιούμενοι οποιαδήποτε προσωπική ή συλλογική ευθύνη. Καμία συμπόνοια, κανένας αλληλοσεβασμός και καμία έκπληξη: «<για> να το πούμε σωστά, έχει έναν τρόπο ο τόπος μας να αποθαρρύνει τους ανιδιοτελείς».[10]

Σε αυτή τη σατιρική νουβέλα δεν επικαιροποιείται μόνο η πολιτικοκοινωνική θεματική, αλλά λανθάνει -άλλοτε ενδεδυμένη μια συγκεκριμένη σκηνοθετική συνθήκη, άλλοτε όχι, και άρα προφανέστερη- και η γενικότερη στάση ποιητικής (ή ποιητική στάση) του Καρακίτσου για την πράξη της γραφής και τον ρόλο του συγγραφέα,[11] αλλά και τον κριτικό λόγο, τον πνευματικό διάλογο και τη γλώσσα. Πρόκειται για ένα αναγνωρίσιμο -και ιδιαίτερα ενδιαφέρον- χαρακτηριστικό της γραφής του Καρακίτσου, το οποίο διακρίνουμε από το Βένουσμπεργκ (2015) και εξής.[12] Όσον αφορά ειδικότερα το ζήτημα της γλώσσας και της αναγκαιότητας για μια έντιμη και μόνο αναμέτρηση μαζί της, στο παρόν βιβλίο οι εφημερίδες θα διαστρεβλώσουν εντελώς τα γεγονότα, συμβάλλοντας δραστικά στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης εναντίον του Ζαχαρία Σκριπ, χρησιμοποιώντας «επιρρήματα και ρητά αρχαίων πελαγωμένα απ’ την επέλαση των συντεταγμένων ασύνταχτων συντακτών»,[13] με το εκφραστικό και γλωσσικό αποτέλεσμα στον Τύπο να είναι «εμετικό».[14] Πέραν του συγκαλυμμένου σχολίου του αφηγητή Ζορζ Βαλεντέν για την ανεπάρκεια της δημοσιογραφίας «σήμερα», ο (δημοσιογράφος και συγγραφέας) αφηγητής θα ψέξει επιπλέον το γεγονός ότι οι συνάδελφοί του δημοσιογράφοι (σε μυθοπλαστικό επίπεδο) και συγγραφείς (και σε διακειμενικό επίπεδο;) γράφουν και ξαναγράφουν «πηχυαίους τίτλαρους»,[15] καταχρώνται τα σημεία στίξης, ενώ σβήνουν λιγότερο από όσο γράφουν.  «<Κ>αλύτερα ήταν τάχα με τους προηγούμενους δημάρχους;»[16] θα διερωτηθεί ο αφηγητής, όταν ο δήμαρχος θα στραφεί επίσημα και οργανωμένα εναντίον του Ζαχαρία, δίδοντας ο ίδιος την απάντηση σε ένα από τα πολλά (αυτο)σχόλια του βιβλίου: «Σε καμία περίπτωση. Αλλά τότε δεν γκάριζε κανείς. Ούτε γράφονταν σάτιρες. Επικρατούσε σοβαρότητα και νηνεμία. Πνευματική και ηθική. Η σοβαρότητα των πολιτισμένων υποκριτών».[17] Σήμερα όμως γράφεται μια σάτιρα, υπαινίσσεται ο αφηγητής, η σάτιρα που γράφει ο ίδιος αυτός ο Ζορζ Βαλεντέν μιλώντας για τις αρχές του 20ού αιώνα. Και σήμερα γράφεται επίσης αυτή εδώ η σάτιρα του Δημήτρη Καρακίτσου, η οποία, μιλώντας για το 1914, δείχνει το 2019, το 2020:

Δεν είχε άδικο ο Ζαχαρίας − κι ας μιλούσε η απογοήτευση τώρα. Άνθρωποι που αξίζουν την αδιαφορία μας, αυτό που λέμε guarda e passa, διανοητές της οκάς, γονυπετείς μανδαρίνοι, εραστές του δημαρχιακού θώκου, σπρώχνονταν κάτω απ’ τον ίσκιο του δημάρχου και τον αντιπολιτεύονταν με πυροτεχνήματα, αγνοώντας ότι το μικροκομματικό τους και κοντόφθαλμο φέρσιμο θα μετέτρεπε τις εκλογές σε περίπατο για τον αντίπαλό τους. Όταν δε ένας σοβαρός άνθρωπος -δεν είχε καμία σχέση με ιδεολογίες της οκάς- ζήτησε χρίσμα, η τοπική οργάνωσή του το αρνήθηκε. Προφανώς η τοπική οργάνωση ευνοούσε τη βιοτεχνία παραγωγής χαλβά. Ω, πολιτικά ήθη! […]  «Να τον πιάσω απ’ τον γιακά και να τον ρίξω στη θάλασσα, ειδυλλιακό, πολύ όμορφο, θα ησυχάζαμε – ή όχι; Πολύ φοβάμαι πως όχι, αγαπητέ μου Ζορζ. Αυτός και το πεζικό του έχουν στήσει αντίσκηνα στην καρδιά της πόλης, και τα αγριόχορτα που φύονται για να τους καμουφλάρουν, κισσοί που τυλίγουν την περίφραξη του στρατοπέδου, μυρίζουν χαλβά και σουβλάκι στην πλατεία Αγίου Νικολάου. Αλλά αφού η πλειοψηφία το βρίσκει φυσιολογικό, εμείς περισσεύουμε. Πάντα θα περισσεύουμε, η πόλη δεν μας έχει ανάγκη – τινάζει το περίσσευμα από το τραπέζι της, τα ψίχουλα και τα αφάγωτα μακαρόνια, εμάς τους άθλιους δηλαδή, και τότε έρχονται τα σκυλιά και γλείφουν.» [18]

Διαθέτοντας ένα πλούσιο οπλοστάσιο μεθόδων και τρόπων, ρητορικών σχημάτων και αφηγηματολογικών τεχνασμάτων, από τον σατιρικό τρόπο, την παρωδία και το χιούμορ, την αλληγορία, τον διακειμενικό διάλογο με τη νεοελληνική και όχι μόνο λογοτεχνία,[19] τη δοκιμασία της γλωσσικής έκφρασης (λόγιες εκφράσεις, σύγχρονη και παλαιότερη αργκό, ιδιώματα: όλα συνυπάρχουν στο έργο) αλλά και των ορίων των ειδών,[20] τη δυναμική λειτουργία και παρουσία του αφηγητή ως προς την εστίαση και την έγκλιση της αφήγησης, καθώς και την αυτοαναφορικότητα, η νουβέλα αποτελεί όχι μόνο ένα πολιτικοκοινωνικό σχόλιο αλλά και ένα κριτικό σχόλιο περί της λογοτεχνικής γραφής και της εκ των ων ουκ άνευ γνησιότητα της τέχνης εν γένει:

«Όχι,», είπε ο Ζαχαρίας, «να τα βάλω με τον Ιωάννη Τσιράγγελο γιατί; Εκλεγμένος από τον λαό σας είναι, κάνω λάθος; Απολίτιστο τον αποκαλούν ορισμένοι, αλλά εγώ στις προθήκες των βιβλιοπωλείων βλέπω απούλητα τα ίδια βιβλία, σκονισμένα στα αζήτητα, κι έναν εσμό ποετάστρων να διοργανώνει βεγγέρες και βραδιές όπου ένας κότσυφας που βουρκώνει με το σούρουπο στέφεται ποίημα, όπως και μια καλοχτενισμένη που βαράει τα πόδια της στα σανίδια για να δείξει πώς χτυπά η καρδιά της όταν την αγγίζει η ποίηση, ποίηση με πι κεφαλαίο – χαζέψαμε φίλε μου. Δεν σφάξανε λοιπόν, εγώ βοηθώ αυτούς που με χρειάζονται, για τα υπόλοιπα λιγότερη υποκρισία − παρακαλώ». [21]

karakitsosΑν αγνοήσουμε τα εισαγωγικά και εκλάβουμε το παραπάνω απόσπασμα ως παράβαση, με την έννοια και τη λειτουργία της στην αρχαία κωμωδία, εύλογα θα διερωτηθούμε: Ποιου το alter ego είναι τελικά ο υπερήρωας Ζαχαρίας Σκριπ; Πάντως, ο Ζορζ Βαλεντέν, ο συγγραφέας «τούτο<υ> το<υ> βιβλίο<υ>»,[22] θα πει για τα πιο πάνω: «Καταιγιστικός, όπως πάντα».[23] Ποιος συγγραφέας ποιου βιβλίου όμως σχολιάζει τελικά την ευστοχία του Ζαχαρία Σκριπ; Ο Βαλεντέν, που γράφει «τούτο το βιβλίο» ή ο Καρακίτσος, που γράφει τούτο το βιβλίο, δηλαδή αυτό που κρατάει ο αναγνώστης στα χέρια του και σχολιάζεται στο παρόν άρθρο; Παρόμοια (συναρπαστικά) αφηγηματολογικά ζητήματα, ως προς τη διαμεσολαβημένη παρουσία του συγγραφέα ή την (ψευδο)ταύτισή του με τον αφηγητή και γενικότερα τη λειτουργία του αφηγητή ως alter ego του συγγραφέα,[24] θέτουν βεβαίως και άλλα έργα του Καρακίτσου: στους Παλαιστές (Ποταμός, 2016) ο αφηγητής των μικρών ιστοριών των ηρώων της αθηναϊκής παλαίστρας υπογράφει με τα αρχικά Δ.Κ., ενώ στις Ιστορίες του Βαρθολομαίου Ολίβιε (Ποταμός, 2017) ο ομώνυμος ήρωας και αφηγητής είναι διηγηματογράφος (και ρεσεψιονίστ).[25]

Το μόνο βέβαιο είναι πως ο Δημήτρης Καρακίτσος, προκαλώντας τα όρια των λογοτεχνικών και όχι μόνο ειδών ενώπιον γοητευτικά υβριδικών κειμένων, επαναπροσεγγίζει επιτυχημένα και ανανεωτικά το δύσκολο είδος της σάτιρας, αλλά και το αστυνομικό νουάρ στο ευρύ πεδίο της μικρής φόρμας, ενώ με μια ιδιοτύπως εναργή εικονοποιία στη γραμμή της σπουδαίας παράδοσης των κόμικς καταθέτει εν τέλει ένα πολιτικό, με την ευρύτερη έννοια του όρου, βιβλίο. Ωστόσο, αυτό το αλληγορικά και σατιρικά πολιτικό κείμενο δεν στερείται τη βασικότερη αρετή ενός βιβλίου: την απόλαυση της ανάγνωσης. Με άλλα λόγια, ο Ζαχαρίας Σκριπ είναι όντως, όπως μας υπόσχεται το οπισθόφυλλο της έκδοσης, ένα ψυχαγωγικό και απολαυστικό βιβλίο∙ πρωτίστως τέρπει, ως κάθε έργο γνήσιο τέχνης οφείλει να πράττει, καθώς η άμαξα της αισθητικής του θέτει τα επίκαιρα και διαχρονικά μηνύματα σέρνοντας ευρηματικές ειδολογικές και αφηγηματολογικές καινοτομίες. Η αισθητική των κόμικς και η νουάρ αίσθηση του Ζαχαρία Σκριπ δίδεται εξ αρχής σε ένα μορφολογικό στοίχημα που κερδίζεται, καθώς οι εικόνες αυτού του τρόπον τινά βιβλίου κόμικς χωρίς εικόνες δημιουργούν νοητά ένα graphic novel το οποίο συντίθεται με λέξεις, αντί με σχέδιο και σκίτσο. Επιπλέον, το τυπικό νουάρ στόρι (μυστήριο, σασπένς αλλά και γρήγορη δράση, κεραυνοβόλος έρωτας, διπλή/μυστική ταυτότητα του ήρωα κ.ο.κ.) διαλέγεται ανοικειωτικά και γόνιμα ακόμα και με το παραμύθι. Ο Ζαχαρίας, ως άλλο πριγκιπόπουλο μιας Σταχτοπούτας, κρατάει μεν το γοβάκι της νεαρής και πανέμορφης Πέππυς, παραμένει δε αμήχανα κρυμμένος -μεταφορικά αυτή τη φορά- πίσω από το πρόσχημα της ευθύνης του καθήκοντος. Έτσι, σε ένα απολαυστικό -κινηματογραφικά ατακαδόρικο- επεισόδιο ο υπερήρωας αποδεικνύεται εν τέλει ένας από εμάς, ένας χαρακτήρας με ανθρώπινες αδυναμίες:

«Φυσικά και το έχω», είπε ο Ζαχαρίας Σκριπ. «Αλλά πνίγομαι στη δουλειά με τους χαλβάδες τώρα τελευταία, φίλε Ζορζ, και…»

«Ωχ, φίλε μου, δάγκωσες τη λαμαρίνα για τα καλά!»

Ο Ζαχαρίας κοκκίνισε σαν νεαρή μαθήτρια.

«Δεν είμαστε δια δεσμεύσεις τώρα, αγαπητέ».

«Όπως και να ’χει, πρέπει να τη δεις».

«Θα το σκεφτώ», και τίναξε την μπέρτα του για να απογειωθεί. Ο ντροπαλός φίλος μου. [26]

ΑΥΓΗ ΛΙΛΛΗ


[1] Δ. Καρακίτσος, Ζαχαρίας Σκριπ, Ποταμός, Αθήνα, 2019, 74.

[2] Ό.π., 64.

[3] Ό.π., 55.

[4] Ό.π., 51.

[5] Ό.π., 37.

[6] Εξίσου δυναμικός και συνεπής στην έκφραση των απόψεών του (βλ. ειδικότερα την εκτενή χρήση των παρενθέσεων κατά την τακτική εκφορά της γνώμης του) είναι και ο αφηγητής στους Παλαιστές (Ποταμός, Αθήνα, 2016).

[7] Δ. Καρακίτσος, Ζαχαρίας Σκριπ, ό.π., 36.

[8] Ό.π., 46.

[9] Ό.π., 46.

[10] Ό.π., 56.

[11] Βλ. Θάλεια Ιερωνυμάκη, «Βαλσαμωμένα πουλιά, μεταμορφωμένα παγόνια και μικροκαμωμένα φτερωτά γουρούνια σε ένα διάφανο βιβλίο», Ο Αναγνώστης (21.07.2018), http://www.oanagnostis.gr.

[12] Βλ. ενδεικτικά για τον κάματο αλλά και το άρρητο της ποίησης και της λογοτεχνίας το διήγημα «Νέκυια βατράχων και ποντικών» (Βένουσμπεργκ, Αντίποδες, Αθήνα, 2015, 35-52), όπως και το μάλλον κείμενο ποιητικής «Βουβή χάρτινη κιθάρα»: «Ω, συνειδητοποιεί, τα βιβλία είναι βουβά και ακίνητα σαν αγάλματα» (Ιστορίες του Βαρθολομαίου Ολίβιε ρεσεψιονίστ και διηγηματογράφου, Ποταμός, Αθήνα, 2017, 130)∙ για την αυτοαναφορικότητα της λογοτεχνίας, την προγραμματική στάση του συγγραφέα απέναντι στο έργο, τη σχέση του αφηγητή με τον αναγνώστη κ.ο.κ. το διήγημα «Bicycle Waltz» [Νέο Πλανόδιον (25.12.2019), https://neoplanodion.gr%5D.

[13] Δ. Καρακίτσος, Ζαχαρίας Σκριπ, ό.π., 54.

[14] Ό.π., 55.

[15] Ό.π., 63. Για αυτή την «υπονομευτική» οπτική του αφηγητή, βλ. επίσης Θάλεια Ιερωνυμάκη, ό.π.

[16] Δ. Καρακίτσος, Ζαχαρίας Σκριπ, ό.π., 57.

[17] Ό.π., 57. Βλ. επίσης τα εν είδει εις εαυτόν με μια δόση προφορικότητας σχόλια του Βαλεντέν επί της συγγραφικής πράξης και επιτέλεσής της: « […] φοβερή παρομοίωση η τελευταία!» (ό.π., 13), «(Τελικά κατάφερα να το περιγράψω)» (ό.π., 21). κ.ο.κ.

[18] Ό.π., 58-59.

[19] Βλ. σχετικά: Θάλεια Ιερωνυμάκη, ό.π.∙ Γιάννης Αντωνιάδης, «Βένουσμπεργκ – Δημήτρης Καρακίτσος: Κριτική βιβλίου», Culture now (03.02.2016), www.culturenow.gr. Πρβλ. επίσης τις συγγραφικές στοχεύσεις του ίδιου του συγγραφέα ειδικότερα για το Βένουσμπεργκ: Δημήτρης Καρακίτσος «O τρελός Πιερό» (συνέντευξη στη Γιούλη  Αναστασοπούλου), Ο Αναγνώστης (χ.ημ.), www.oanagnostis.gr

[20] Στα (μικρο)διηγήματα Παλαιστές το είδος του διηγήματος αλληλεπιδρά επιτυχώς με τη βιογραφία, την επιστολή, τη μαρτυρία, σε ένα αφηγηματολογικό πλαίσιο του οποίου η μυθοπλαστική υπόσταση συνεχώς διακυβεύεται. Βλ. επίσης: «Προς θεού, αν και γεννημένος στον αιώνα των ψευτών, εγώ ο Βαρθολομαίος Ολίβιε, λόγιος και καρμπονάρος, γόνος κερκυραίου ευγενούς, αφηγούμαι μια αδιαμφισβήτητα αληθινή ιστορία»: Δ. Καρακίτσος, Ιστορίες του Βαρθολομαίου Ολίβιε ρεσεψιονίστ και διηγηματογράφου, ό.π., 37.

[21] Δ. Καρακίτσος, Ζαχαρίας Σκριπ, ό.π., 58.

[22] Ό.π., 25.

[23] Ό.π., 58.

[24] Βλ. Γ. Πινακούλας, «Οι μεταμορφώσεις ενός ρεσεψιονίστ», Νέο Πλανόδιον (29.05.2018), https://neoplanodion.gr/

[25] Βλ. ειδικότερα τα διηγήματα «Αλτζερίνος», όπου ο «διηγηματογράφος» μιλά για τους ήρωές του, τις «επιθυμίες» τους και πώς τους χειρίζεται και ελέγχει (;) ο ίδιος, και «Η μουσική του Ερρίκου Ζάνη», όπου οι φωνές των αφηγητών διασταυρώνονται εναποθέτοντας εντατικά το ερώτημα «ποιος μιλά;» (Ιστορίες του Βαρθολομαίου Ολίβιε ρεσεψιονίστ και διηγηματογράφου, ό.π., 69-71 και 73-79, αντίστοιχα).

[26] Δ. Καρακίτσος, Ζαχαρίας Σκριπ, ό.π., 47-48.