Μαθαίνοντας ν’ αγαπάμε ως αγαπώντες

Ράινερ Μαρία Ρίλκε,malte1
Οι σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε,
Μετάφραση Αλέξανδρος Ίσαρης
Κίχλη 2018

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Η πρώτη έκδοση στα ελληνικά αυτού του βιβλίου έγινε το 1965 στις εκδόσεις Γαλαξία. Μεταφραστής τους ο Δημήτριος Μπέσκος. Είχα προμηθευτεί τη δεύτερη έκδοση του 1978 (Γαλαξίας-Ερμείας). Το βιβλίο μου είχε κάνει φοβερή εντύπωση. Μολονότι είχα την αίσθηση ότι διαβάζοντάς το χώνεσαι σ’ ένα λαβύρινθο εξομολογήσεων, σκέψεων, εσωτερικών εμπειριών, ενοράσεων και οραματισμών αλλά και διαπιστώσεων για τη ζωή, τους ανθρώπους, την κοινωνία, το θάνατο, την αρρώστια και τόσα άλλα. Θυμόμουν για χρόνια τις ξεχωριστές εκείνες σελίδες όπου προβάροντας ρούχα αποκριάτικα που βρήκε σε μα ντουλάπα και συμπληρώνοντας το ντύσιμό του με μια μάσκα στήθηκε μπροστά στον καθρέφτη – σημειωτέον ότι η μητέρα του τον έντυνε με κοριτσίστικα ρούχα γιατί είχε πεθάνει η μικρή της κόρη ― φτάνει «να χάσει κάθε αίσθηση του εαυτού του― έπαψε να υπάρχει», όπως γράφει. Ταυτίστηκε με την εικόνα του καθρέφτη.

Τώρα έχω στα χέρια μου την νέα έκδοση (Κίχλη), με την πετυχημένη μετάφραση του Ίσαρη και δοκιμάζω να συνομιλήσω άλλη μια φορά ύστερα από πολλά χρόνια με το βιβλίο. Όσοι από εμάς έχουμε ζήσει στο Παρίσι και τυχαίνει να έχουμε σχέση προσωπική με το γράψιμο, την ποίηση, την λογοτεχνία γενικότερα, νιώθουμε ως ένα βαθμό τουλάχιστον μια οικείωση με το βιβλίο αυτό. Αφ’ ενός γιατί θυμίζει τη φοιτητική ζωή στις σοφίτες της πόλης των Φώτων, αφ’ ετέρου μεταφέρει βιώματα μοναξιάς, δυσκολιών διαβίωσης, περιπλάνησης στον απρόσωπο χώρο μιας μεγαλούπολης και μαζί αποτύπωση μιας μίζερης ζωής που διαβιούν οι αναγκεμένοι του κόσμου – και μάλιστα του σύγχρονου έστω και αν το βιβλίο έχει γραφτεί στις αρχές του 20ου αιώνα.

Στην πρώτη κιόλας αράδα διαβάζουμε: «Ώστε λοιπόν, οι άνθρωποι έρχονται εδώ για να ζήσουν, εγώ θα έλεγα πως έρχονται για να πεθάνουν» (σ. 9).

Φανταστείτε ότι αυτά τα γράφει ζώντας στο Παρίσι! Πάνε περίπατο οι ρομαντισμοί, η αίγλη με την οποία ήταν τυλιγμένη αυτή η πόλη. Και μόνο αυτό; Γράφοντας μια τέτοια φράση ο συγγραφέας της ξόρκιζε όλες τις μεγαλουπόλεις της απρόσωπης ζωής. Το φανερώνει μια άλλη παράγραφος λίγο πιο πέρα που κι αυτή αναφέρεται στο θάνατο: «Ποιός ενδιαφέρεται στις μέρες μας για έναν καλοφτιαγμένο θάνατο; Κανείς. Ακόμα και οι πλούσιοι, που έχουν τη δυνατότητα να πεθαίνουν αξιοπρεπώς, έχουν αρχίσει να γίνονται αμελείς και αδιάφοροι  η επιθυμία να έχει ο καθένας  τον δικό του ξεχωριστό εμφανίζεται όλο και πιο σπάνια. Σε λίγο θα είναι εξίσου σπάνια όσο και το να ζει κανείς μια ξεχωριστή ζωή. Θεέ μου, τα πάντα είναι εδώ. Αφού καταφθάσουμε, βρίσκουμε μια ζωή έτοιμη και το μόνο που χρειάζεται να κάνουμε είναι να τη φορέσουμε» (σ. 15).

Με τις φράσεις αυτές θέτει σε αμφισβήτηση όλη τη σύγχρονη ζωή και θα έλεγα και τον σύγχρονο θάνατο. Τα εκατομμύρια των ανθρώπων που ζουν σήμερα δεν πολυσκοτίζονται γι’ αυτό. Ξυπνούν και κοιμούνται  «πάντα στον ίδιο τον ρυθμό», όπως έλεγε το τραγούδι. Δεν είναι το ότι δεν σκέφτονται ή δεν θέλουν να σκεφτούν. Δεν έχουν χρόνο, ίσως και διάθεση. Έχουν παραδοθεί σε ένα τρέξιμο επιβίωσης, δεν σταματούν να δουν, να προσέξουν πρόσωπα και πράγματα. Τους λείπει η αυτογνωσία, τους λείπουν τα ερωτήματα και η αναζήτηση απαντήσεων. Ακόμη και φιλοσοφίες φτιάξανε που δεν θέλουν απαντήσεις. Μονάχα ερωτήματα. Είναι σαν να λένε: Σε ρωτάω, τί κάνεις; Και εσύ δεν αποκρίνεσαι τίποτα. Τι ωραία! Ακόμη, ύστερα από δύο χιλιάδες χρόνια χριστιανικής παράδοσης δεν έχουν καταλάβει τη σημασία της συν-ομιλίας και της συν-ύπαρξης.

Μα δεν είναι μονάχα η απρόσωπη ζωή. Καθώς περιγράφει την κατάσταση του ήρωα (σε μεγάλο βαθμό τη δική του, τουλάχιστον εκείνη την περίοδο στο Παρίσι, αρχές του 20ου αι.), κατάσταση έσχατης ανάγκης, στέρησης, άρρωστης μοναξιάς, απλώνεται και περιγράφει όψεις της ζωής εκατοντάδων ανθρώπων που πάσχουν, που ανημπορούν, που σχηματίζουν ουρές στα δημόσια νοσοκομεία, που περιμένουν ώρες στις αίθουσες αναμονής, παρατάσσει στο χαρτί περιστατικά ασθενών ή παραμορφωμένων ανθρώπων, δεν αντέχει να συμπεριλάβει τον εαυτό του σε αυτούς και ήδη σε προηγούμενες σελίδες έχει καταφύγει σε ποίημα του Μπωντλαίρ (γαλλιστί), όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται η φράση «Κύριε και Θεέ μου, δώσ’μου τη χάρη να γράψω λίγους όμορφους στίχους, που θα με πείσουν πως δεν είμαι ο έσχατος των ανθρώπων, πως δεν είμαι κατώτερος από αυτούς που περιφρονώ». Αμέσως μετά ένα απόσπασμα από τον Ιώβ.

Το βιβλίο δεν είναι ακριβώς μυθιστόρημα, είναι ένα εκτενές κείμενο όπου ο συγγραφέας του αφηγούμενος τη ζωή του ή μια περίοδο της ζωής του ενσωμάτωνε μέσαθέ της δοκιμιακό λόγο, όπως έκαναν και άλλοι : ο Τόμας Μαν και ο Μούζιλ. Αφού βασικό στοιχείο ενός μυθιστορήματος είναι η πολυπροσωπία, εδώ τι συμβαίνει; Πρόκειται για έναν ή περισσότερους μακρείς μονολόγους μέσα από τους οποίους αναδύονται κάθε τόσο τα οικεία του πρόσωπα, συγγενείς μακρινοί ή κοντινοί και μορφές που συναντά περιφερόμενος στους δρόμους και ακόμη βαθιές περιγραφές καταστάσεων που θα μπορούσες να πεις ότι αποτελούν δοκιμιακό λόγο που παρεμβάλλεται κι αυτός κάθε τόσο. Ο Ρίλκε δεν ενδιαφέρεται να γράψει ένα συγκεκριμένο είδος λόγου. Αυτό που δοκιμάζει είναι να γράψει ένα πεζό κείμενο. Κάπου ανάμεσα στις σελίδες του μοιάζει απογοητευμένος από όσα είχε κάνει μέχρι τότε (ο ήρωάς του σχεδόν ταυτίζεται με τον ίδιο ή με έναν άνθρωπο που μοιάζει απέραντα ίδιος) και επιχειρεί να γράψει σε πεζό ότι δεν έγραψε ή δεν πέτυχε να γράψει έμμετρα.

Το βιβλίο έχει μέσα από  αδιάκοπες εναλλαγές από την μία, σειρά αναπολήσεων της παιδικής του κυρίως ηλικίας και από την άλλη τα βιώματα της τοτινής ζωής του στο Παρίσι. Υπάρχουν σελίδες όπου ο αναγνώστης χάνεται μέσα σε περιγραφές οικογενειακών σχέσεων καθώς και των προσώπων που μετέχουν σε αυτές αλλά θα έλεγα και των πραγμάτων, γιατί ο Ρίλκε, καθότι ποιητής με όλη τη σημασία της λέξης, συχνά προσωποποιεί τα πράγματα, τα δωμάτια, τα σπίτια,  εισέρχεται σε μια συνομιλία μαζί τους.

Τα σχόλια του μεταφραστή ―η αίσθησή μου είναι μας έδωσε μια εξαίρετη μετάφραση― στο τέλος του βιβλίου και οι σημειώσεις μας βοηθούν να διακρίνουμε μια ατμόσφαιρα όσον αφορά τις οικογενειακές αυτές όψεις που θυμίζουν τα μυθιστορήματα του Γιόζεφ Ροτ (κυρίως Το Εμβατήριο του Ραντέτσκυ), από την κοινωνία της Αυστροουγγαρίας, σε περιβάλλοντα όχι ακριβώς αυτοκρατορικά αλλά που σχετίζονται με τις ανώτερες τάξεις και τα κοινωνικά στρώματα, μεγαλοαστικά σπίτια με τεράστιες σκάλες και πορτραίτα άλλων εποχών και άλλων φυσιογνωμιών που κρέμονται πάνω από το κεφάλι σου και στα οποία ο Ρίλκε  ή ο ήρωας του Μπρίγκε) αναγνώριζε την γενεαλογία του ή προσπαθούσε να την αναγνωρίσει.

Για να καταλάβουμε ορισμένες τουλάχιστον σελίδες του βιβλίου χρειάζεται να ξέρουμε την εμμονή που έχει να ονομάζει τον εαυτό του ‘ερημίτη’ Το κάνει πρώτα-πρώτα στις Επιστολές σ’ ένα νεαρό ποιητή (έτσι αποδίδεται ο τίτλος στην σχετικά πρόσφατη μετάφραση του Ίσαρη, Αρμός 2010) κι αυτό επιβεβαιώνεται κάθε τόσο στα διάφορα βιβλία του. Αυτή η διάσταση τον κάνει να είναι απέραντα εσωτερικός σε σημείο που εκβιάζει θα τολμούσα να πω τον νου του, τη φαντασία του να δει και να γράψει πράγματα στα οποία ένας άλλος , ένας «μη ερημίτης», αν το πούμε έτσι, δεν θα έδινε σημασία ή δεν θα επέμενε τόσο. Ο Ρ. μοιάζει να θέλει να εξαντλήσει τη σχέση του με ένα πράγμα ή ένα πρόσωπο δουλεύοντας σαν γλύπτης και περιφέροντας τη σμίλη του σε κάθε γωνιά ή λακουβίτσα ή εξόγκωμα του πράγματος ή του προσώπου.

Το κεφάλαιο 39 ―αν μιλήσουμε για κεφάλαια― θα μπορούσε να ονομαστεί αφιέρωμα στη γυναίκα. Εδώ γράφεται με πολύ συντομία η νεώτερη ιστορία των γυναικών «καλών οικογενειών» και πλαγίως ή έμμεσα ―που από μια στιγμή γίνεται άμεσα― η παρουσία των αντρών δίπλα τους.

Περιγράφονται οι νεαρές κοπέλες που καθώς η οικογένειά παύει να ζει με ευσέβεια, ξεμακραίνει από το Θεό και από ό, τι άλλο σχετίζεται μ’ αυτόν, αυτές νιώθοντας το κενό, ή αναζητώντας μια πιο αληθινή κατάσταση που νομίζουν πως θα βρουν έξω από την στατικοποιημένη οικογένεια, καταφεύγουν στα μουσεία και σχεδιάζουν. Ολοένα σχεδιάζουν και ολοένα σκέφτονται τη μοίρα τους. Νιώθουν ότι ζουν τώρα σε αργούς ρυθμούς τους φαίνεται ότι έτσι ήταν κάποτε η ζωή τους.

Ριλκε1

Τώρα όμως θέλουν να βρεθούν αλλού μόνες τους. Όμως ―εδώ παρεμβάλει ο Ρ. όλη του την τέχνη αλλά και όλη του την αγάπη για τις γυναίκες― «καθώς τεντώνουν τα χέρια τους το φόρεμα τους πίσω παρουσιάζεται ξεκούμπωτο». Γράφει: «Γιατί όταν ράφτηκε το φόρεμα, δεν συζητιόταν καν πως κάποτε θα έφευγαν μόνες τους ξαφνικά από το σπίτι. Στην οικογένεια υπάρχει πάντα κάποιος που βοηθάει  με τέτοιου είδους κουμπιά. Όμως, σ’ αυτήν εδώ την μεγαλούπολή ποιός ασχολείται, Θεέ μου, με τέτοια πράγματα;» (σσ. 134-135). Και πιο πέρα στη σ. 136 γράφει: «Δεν συνειδητοποιούν πως με όλα αυτά τα σχέδια δεν κάνουν τίποτ’ άλλο από το να καταπνίγουν μέσα τους την αμετάβλητη, γεμάτη άφατο μυστήριο ζωή, που ξεδιπλώνεται ολόλαμπρη μπροστά  τους, μέσα από αυτές τις υφασμάτινες εικόνες».

Στις σελίδες αυτές ο Ρίλκε ανακαλεί ―αν όχι και αναπολεί― την αρχέγονη σχέση του άντρα και της γυναίκας και ζωγραφίζει τη σταδιακή αποξένωση από την οικογένεια των νεαρών γυναικών που παίρνουν το δρόμο της υποτιθέμενης ‘απελευθέρωσης» και ‘αυτοκαταξίωσης’ χάνοντας την ομορφιά του μυστηρίου της ζωής και χάνοντας και τον τρόπο για να την αναζητήσουν και να την ξαναβρούν. Δημιουργείται το χάσμα ανάμεσα στα δύο φύλα που εδραιώνεται σταδιακά ως χάσμα και διαμάχη, όπου ο καθένας διεκδικεί την επιβολή επί του άλλου και έτσι φτάνουμε στη σημερινή κατάργηση των σχέσεων. Ο σύγχρονος άνθρωπος είναι σκορπισμένος όχι σε δύο φύλα αλλά σε περισσότερα, νομίζει πως αυτό είναι ελευθερία, και λίγο του περνά από το μυαλό ότι τελικά το ζήτημα δεν είναι στα φύλα αλλά στην ένωσή τους, στην υπέρβαση των φύλων ώστε να ολοκληρωθεί στο κάθε φύλο ―του άντρα και της γυναίκας― ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος άντρας και ο άνθρωπος γυναίκα ξεπερνώντας τη σαρκική σχέση οπότε και τον ηδονισμό που καιροφυλακτεί σε κάθε γωνία για να αρπάξει το θύμα του και να το καθηλώσει στον εγωτισμό της απόλαυσης. Τα λέει αυτά λίγο πιο κάτω:

«Τώρα που τόσα πράγματα αλλάζουν, θέλουν να αλλάξουν και οι ίδιες. Βρίσκονται πολύ κοντά στο να παραιτηθούν, και αρχίζουν να σκέφτονται για τον εαυτό τους όπως τις σχολιάζουν οι άνδρες όταν είναι απούσες. Αυτό το ονομάζουν πρόοδο. Είναι σχεδόν ήδη πεπεισμένες πως πρέπει να αναζητούν απολαύσεις, άλλες απολαύσεις, όλο και πιο έντονες απολαύσεις: πως αυτό σημαίνει ζωή, αν δεν θέλεις να τη χάσεις με ανόητο τρόπο. Έχουν ήδη αρχίσει να κοιτάζουν γύρω τους, να ψάχνουν: αυτές, των οποίων η δύναμη βρισκόταν πάντοτε στο να ανακαλύπτονται από τους άλλους» (σ. 136).

Ο Ρ. πιστεύει σε βαθιές αλήθειες της ζωής ―θα μπορούσαν να ειπωθούν κλασικές― που δεν τις σαρώνει το ρεύμα των μοντέρνων εποχών, το ρεύμα των αμφισβητήσεων, των αποδομήσεων και του μηδενισμού.

Συνεχίζει εδώ στις Σημειώσεις… τα θαυμαστά που έγραφε στα «Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή» ―ο τίτλος στην παλαιότερη μετάφραση του Πλωρίτη― όπου μιλά για τον έρωτα αλλά και για τον έρωτα και τους νέους. Αναφέροντας εκεί τον λυρικό γερμανό ποιητή Ριχάρδο Ντεμέλ (1863-1920) γράφει ότι «ο ερωτικός του κόσμος δεν είναι ολότελα ώριμος κι αγνός, δεν είναι αρκετά ανθρώπινος: δεν είναι παρά το ένστικτο του αρσενικού, οργασμός, παραζάλη κι ανησυχία, φορτωμένα με τις προλήψεις και την επιτήδευση, που μ’ αυτές, αιώνες τώρα, παραμορφώνει ο άντρας τον Έρωτα». Διευκρινίζοντας: «Γιατί ο Ντεμέλ νιώθει τον έρωτα σαν άντρας μονάχα, όχι σαν άνθρωπος». Εδώ είναι όλη η διαφορά. Την ανθρώπινη σχέση ο Ρ. τη βλέπει τρυφερή, κρύφια, ζεστή, σχέση αφοσίωσης και ένωσης, σχέση ολοκλήρωσης και όχι ηδονισμό και καταξίωση του φύλου. Πολύ μακριά από το πνεύμα που κυριαρχεί σήμερα.

Δυο σελίδες πιο πέρα κορυφώνει τις διαπιστώσεις και διατυπώσεις του: «Έχουμε απαλλαγεί από όλους τους κόπους της, κι έτσι η αγάπη έχει καταντήσει καθαρή διασκέδαση∙ […] έχουμε φθαρεί από τις εύκολες απολαύσεις  όπως όλοι οι ερασιτέχνες, και το όνειρό μας είναι να γίνουμε πρωταθλητές. Όμως πως θα ήταν αν περιφρονούσαμε τις επιτυχίες μας; αν αρχίζαμε από την αρχή να μαθαίνουμε το μόχθο που απαιτεί η αγάπη; Και που μας αναλογεί;» (σ. 138).

Ένα έργο σαν αυτό που μας έχει αφήσει ο Ρ. δεν το γνωρίζεις (με τη βιβλική σημασία) ασχολούμενος με το ύφος, με το είδος του λόγου (μυθιστόρημα, διήγημα, ποίημα, δοκίμιο κλπ.) αλλά απαιτεί να αφεθείς έτσι που να εισέλθεις μέσα του ―η άφεση εννοείται ενεργητικά), σχεδόν να χαθείς, για να ξαναβρεθείς άλλος ύστερα, σύμφωνα και με την παρότρυνση του Έλιοτ σε κάποιο κριτικό δοκίμιό του. Είναι χρήσιμο να εντοπίζουμε τις επιδράσεις, τις ιδιορρυθμίες, τις χρονολογίες, τις μετακινήσεις του συγγραφέα-ποιητή και βεβαίως τα αυτοβιογραφικά του στοιχεία όμως, το ψαχνό του λόγου, της ψυχής, της τέχνης, της ευαισθησίας και της αγάπης το φτάνουμε μέσα από την διεργασία που είπα πιο πριν.

Στο κεφάλαιο 22 που γράφεται εν είδει επιστολής γίνεται αναφορά στο ποίημα του Μπωντλαίρ  Une charogne (Το ψοφίμι), σχολιάζοντας μεταξύ άλλων: «Ήταν υποχρέωσή του να δει σ’ αυτό το τρομαχτικό, φαινομενικά αποκρουστικό υλικό, την αμετάβλητη ουσία της ύπαρξης που βρίσκεται πίσω από το καθετί. Επιλογή και άρνηση δεν υπάρχουν» (σ. 77). Και αμέσως παραπέμπει στον Φλωμπέρ και στο φοβερό αφήγημα εκείνου «Ο θρύλος του αγίου Ιουλιανού του φιλόξενου», όπου ο άγιος Ιουλιανός πλαγιάζει με ένα λεπρό. Και σχολιάζει ότι «αν κάποιος έχει το θάρρος να  πλαγιάσει με ένα λεπρό, για να τον ζεστάνει με τη θέρμη της καρδιάς, τη θέρμη των ερωτικών νυχτών – μόνο κάτι καλό μπορεί να προκύψει από μια τέτοια πράξη» (σ. 78). Θυμίζω εδώ ότι ποίημα με τίτλο, Άγραφον, του Σικελιανού  είναι παραλλαγή στο ίδιο περίπου θέμα αλλά θα πρόσθετα ότι πηγαίνει το ζήτημα ακόμα πιο πέρα από εκεί που το αφήνει ο Μπωντλαίρ – περισσότερα δεν μπορούν να ειπωθούν εδώ.

Ο Ρίλκε ζητά μια υπέρβαση που θα την έλεγα υπέρβαση αγάπης. Λέμε τόσα και τόσα για τον Ρίλκε αλλά δεν υπογραμμίζουμε αυτή τη διάσταση που την διατύπωσε και στα «Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή» γράφοντας ότι τα έργα τέχνης μόνο με την αγάπη τα προσεγγίζεις.

Εδώ στα αποσπάσματα που παρέθεσα αυτή η υπέρβαση αφορά τους ανθρώπους και μάλιστα τους ανήμπορους, τους απόκληρους, πράγμα που υπογραμμίζεται και στο άλλο φοβερό ποίημά του Το βιβλίο της φτώχειας και του θανάτου, όπου ανάμεσα στα άλλα τρομερά που γράφονται εκεί και εν μέσω της γενικής απροσωπίας που κυριαρχεί στις  μεγαλουπόλεις  του κόσμου ο Ρ. ζητά την επανεύρεση τουλάχιστον του «δικού μας θανάτου», ζητά να ξαναζήσει ο καθένας τον μέσα θάνατο, έτσι που να συναντηθεί με τον κρυμμένο εαυτό του και ίσως και με τον Θεό. Όλα όσα γράφει στις Σημειώσεις σχετικά με τους περιπλανώμενους, τους άστεγους, τους φτωχούς, τους πάσχοντες τα κορυφώνει στο Βιβλίο της φτώχειας και του θανάτου αναφέροντας φράσεις που παραπέμπουν στο Ευαγγέλιο και στην χριστιανική ασκητική παράδοση με κατακλείδα την περίπτωση του αγίου Φραγκίσκου.

ριλκε2Ο θάνατος λοιπόν ξεπροβάλει κάθε τόσο μέσα από διαφορετικές περιγραφές, είτε πρόκειται για θάνατο συγκεκριμένου προσώπου, είτε για θάνατο από ψυχική κατάρρευση, θάνατο από μοναξιά, θάνατο από δυστυχία. Ανέφερα ήδη τι λέει για το θάνατο ―τον απρόσωπο θάνατο των προσώπων-ανθρώπων― ο Ρίλκε στις πρώτες σελίδες. Ο Ρίλκε έχει συλλάβει μέσα από την μοναξιά του ερημίτη και του ποιητή ―σαν μέσα από μια άλλη κάθοδο στον Άδη― ότι στο βάθος των προσώπων και των πραγμάτων, όπως υπάρχει η σφραγίδα του θανάτου, υπάρχει και η υπέρβασή του που είναι η Αγάπη, αλλά μια αγάπη που μπορεί να συναγωνιστεί το «τρομαχτικό» που κατοικεί τον κόσμο (κάπου ο Νερβάλ γράφει ότι σε ένα σκοτεινό ενύπνιο αντίκρισε την ιστορία όλων των εγκλημάτων) και να το νικήσει.

Ο μυστήριος αυτός άνθρωπος γράφει σε κάποιες σελίδες διάσπαρτα εδώ κι εκεί, σαν να το κάνει επίτηδες, μερικές αλήθειες εν είδει ερωτημάτων με τις οποίες σπάνια καταγίνεται ο άνθρωπος και μάλιστα στη σημερινή εποχή. Θα δώσω τρία παραδείγματα:

Το πρώτο: «Είναι δυνατόν να έχει παρεξηγηθεί ολόκληρη η παγκόσμια Ιστορία; Είναι δυνατόν να είναι λανθασμένο το παρελθόν, επειδή μιλούσαν πάντα για τις μάζες του σαν να διηγούνταν για τη συμβολή πολλών ανθρώπων, αντί να μιλούν γι’ αυτόν τον Έναν γύρω από τον οποίο συναθροίζονταν, επειδή ήταν ξένος και πέθανε; Ναι, είναι δυνατόν.» (σ. 29)

Το δεύτερο: «Ανακαλύπτουμε πως δεν ξέρουμε το ρόλο μας, ψάχνουμε να βρούμε ένα καθρέφτη, θέλουμε να βγάλουμε τα φτιασίδια,  ό, τι είναι ψεύτικο, και να γίνουμε αληθινοί. Όμως ένα υπόλοιπο της μεταμφίεσης παραμένει κολλημένο επάνω μας∙ υπάρχουν ίχνη υπερβολής στα φρύδια  μας, δεν προσέχουμε πως οι άκρες του στόματός μας είναι αλλοιωμένες. Οπότε περιφερόμαστε σαν περίγελος και σαν κάτι που είναι μισό: ούτε υπάρξεις αληθινές ούτε ηθοποιοί». (σ. 231)

Το τρίτο που είναι και κάπως απρόσμενο μιλάει για  τους αριθμούς όπως θα έλεγα δεν μίλησε κανένας παρεκτός αν υπολογίσουμε την περίφημη φράση του Ντοστογιέφσκι: ένα και ένα κάνουν τρία!. Γράφει ο Ρίλκε:

«μπλέχτηκα με αριθμούς είπε μέσα του. Ωστόσο, εγώ δεν σκαμπάζω από αριθμούς. Άλλωστε, δεν χωράει αμφιβολία πως δεν πρέπει να τους δίνουμε και μεγάλη σημασία∙ χρησιμεύουν μόνο για τη λειτουργία του κράτους: για να επικρατεί τάξη. Κανένας δεν τους είδε ποτέ κάπου, παρά μόνο στα χαρτιά. Αποκλείεται να ισχυριστεί κάποιος πως συνάντησε μέσα στην κοινωνία τον αριθμό Εφτά ή τον αριθμό Είκοσι Πέντε. Γιατί απλούστατα δεν υπάρχουν» (σ. 174)

Φανταστείτε τι θα έλεγε σήμερα όπου ζούμε στην απόλυτη κυριαρχία των αριθμών.

Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου γίνεται αναφορά στον Άσωτο Υιό του Ευαγγελίου. Είναι μια ανάγνωση του Ρίλκε εντελώς διαφορετική από οτιδήποτε έχουμε ακούσει τουλάχιστον στον εκκλησιαστικό χώρο. Νομίζω πως μεταξύ άλλων ταυτίζεται με τον Άσωτο αυτόν. Αλλά μια ανάγνωση αυτών των σελίδων θα μας πήγαινε πολύ μακριά.

Κλείνω λέγοντας περίπου αυτό που γράφει τελειώνοντας το Επίμετρο του ο μεταφραστής. Μετά από τόσες και τόσες σελίδες, πολλές από τις οποίες είναι εξοντωτικές, το βιβλίο μας λέει ότι αυτό που έχουμε να κάνουμε είναι να μάθουμε τι σημαίνει να αγαπάμε. Ως αγαπώντες. Όχι ως αγαπώμενοι.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ