Γράμμα από τη Βηρυτό

Βηρυτός, 22 Μαρτίου 2020

Είναι πρωί Κυριακής κι ένα ελικόπτερο κάνει κύκλους στον γαλανό ουρανό πάνω από την πρωτεύουσα του Λιβάνου, καλώντας από το μεγάφωνο τους πολίτες να παραμείνουν στα σπίτια τους, ώστε να περιοριστεί η διάδοση του νέου κορωνοϊού. Οι ακτίνες του ήλιου διάχυτες κατεβαίνουν στο μπαλκόνι μου, απλώνοντας τις κομψές σιλουέτες των αναρριχητικών φυτών στα ανοιχτόχρωμα πλακάκια.

Στον ήσυχο δρόμο κάτω από το διαμέρισμά μου, μια ηλικιωμένη γυναίκα με μάσκα προσώπου και φουσκωτό φούξια σακάκι περνά έξω από το γραφείο τελετών κουτσαίνοντας. Κάνει μικρά και προσεκτικά βήματα∙ με το ένα της χέρι, γυμνό, κρατάει ένα μπαστούνι και με το άλλο ψάχνει για ισορροπία ακουμπώντας στη σταθμευμένη νεκροφόρα. Κάτω από τα πόδια της ο δρόμος είναι βρεγμένος, έχει μόλις απολυμανθεί∙ μικροσκοπικές φυσαλίδες λάμπουν στο φως του ήλιου.

Ο Λίβανος, η παρούσα επαγγελματική βάση μου ως δημοσιογράφου, έχει μέχρι στιγμής ανακοινώσει 248 κρούσματα COVID-19 και τέσσερις θανάτους. Η πανδημία είναι η πιο πρόσφατη θύελλα που πλήττει το μεσογειακό κράτος μετά από μήνες διαδηλώσεων εναντίον της κυβέρνησης και μια οικονομική κρίση που ζώνει ασφυκτικά τη χώρα, εξαιτίας της οποίας πολύς κόσμος έχει ήδη χάσει τη δουλειά του. Αδημονώντας να κερδίσει τις εντυπώσεις, το νέο Υπουργικό Συμβούλιο κάλεσε πριν μία εβδομάδα τους πολίτες να περιοριστούν στο σπίτι, δίνοντας επίσης εντολή να κλείσουν όλες οι μη νευραλγικές επιχειρήσεις. Καθώς όλοι οι δημοσιογράφοι περιμέναμε την επίσημη ανακοίνωση, εφοδιαζόμασταν καθ’ όλη της διάρκεια της ημέρας με προμήθειες και τρόφιμα. Παραγγείλαμε ψωμί και κρασί, ενώ εγώ, καθώς επέστρεφα στο γραφείο μετά από άλλη μια επίσκεψη στην ΑΤΜ, ενίσχυσα επιπλέον το στοκ μου σε κονσέρβες με ρεβίθια και συσκευασμένες καρδιές αγκινάρας. Το βράδυ, αφού αποχαιρέτησα τους συναδέλφους μου, στοίβαξα πολλές επαναχρησιμοποιούμενες τσάντες με ψώνια στο σπίτι, ώστε να οχυρωθώ, μόνη, στο δύο υπνοδωματίων διαμέρισμά μου. Εδώ και επτά σχεδόν ημέρες δεν έχω ξεμυτίσει.

Beirut1

Κάτω από το μπαλκόνι μου, σωροί από ζουμερά πορτοκάλια κάθονται έξω από το μανάβικο, προσελκύοντας έναν έναν και σε απόσταση τους πελάτες με τις χειρουργικές μάσκες. Ακριβώς δίπλα, το φαρμακείο έχει πάρει δικαίως ρεπό. Το γραφείο τελετών όμως και το διπλανό μαγαζί, που πουλάει καλογυαλισμένα φυτά εσωτερικού χώρου, δεν φαίνεται να κλείνουν ποτέ.

Σύντομα η τελευταία ηλιαχτίδα θα γλιστρήσει από το μπαλκόνι μου και θα απομείνω και πάλι περιορισμένη σε μια κρύα σκιά για το υπόλοιπο της ημέρας. Είμαι όμως μέσα στους τυχερούς. Μόλις έχω ξανά ρεύμα, μετά τη συνηθισμένη καθημερινή διακοπή, θα μπορώ να ανάψω το καλοριφέρ και τον θερμοσίφωνα για ένα ζεστό ντους. Αν θέλω να αναπνεύσω καθαρό αέρα, μπορώ ακόμα να βγω στο μπαλκόνι μου και να θαυμάσω το μικροσκοπικό τριαντάφυλλο που απροσδόκητα ετοιμάζεται να ανθίσει. Στην πίσω πλευρά της πολυκατοικίας μπορώ να τεντώσω τα χέρια έξω από το παράθυρο του υπνοδωματίου μου και να φανταστώ τα σύκα που σύντομα θα κρέμονται από το δέντρο της αυλής.

Καθώς επαναπροσαρμόζομαι στο σπίτι μου, μετατρέποντας τον χώρο όπου συνήθως καταρρέω εξαντλημένη μετά από μια δύσκολη μέρα στη δουλειά σε αυτοσχέδιο γυμναστήριο ή σε αποτυχημένο εργαστήρι αρτοποιίας, αναρωτιέμαι πόσοι άνθρωποι ζουν μόνιμα έτσι – μέσα, αποκομμένοι από τον έξω κόσμο. Σκέφτομαι το ηλικιωμένο ζευγάρι στο διαμέρισμα απέναντι, που μέχρι την περασμένη εβδομάδα δεχόταν απανωτές επισκέψεις από ζωηρά εγγόνια που έτρεχαν πάνω κάτω στις σκάλες προκαλώντας φασαρία. Σκέφτομαι τους ξένους οικιακούς βοηθούς και εργάτες που μοχθούν σε  ολόκληρη τη χώρα για ένα κλάσμα του κατώτατου μισθού, που όλο και μειώνεται, πολλοί από τους οποίους υφίστανται ούτως ή άλλως καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους και στους οποίους πρόσφατα απαγορεύτηκαν τα εμβάσματα εξωτερικού σε δολάριο. Beirut2

Αυτή τη στιγμή ο Λίβανος βιώνει τη χειρότερη οικονομική κρίση από την εποχή του εμφυλίου πολέμου 1975-1990. Σε μια χώρα όπου οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν ανέκαθεν τη λιβανέζικη λίρα και το αμερικάνικο δολάριο παράλληλα, με σταθερή ισοτιμία, οι τράπεζες έχουν αρχίσει σταδιακά να περιορίζουν την πρόσβαση στo ξένo νόμισμα από το περασμένο φθινόπωρο, απαγορεύοντας τη μεταφορά δολαρίων σε λογαριασμούς στο εξωτερικό και περιορίζοντας τις αποσύρσεις από τα ΑΤΜ σε μόλις 400 δολάρια το μήνα. Η αξία του τοπικού νομίσματος κατέρρευσε στη μαύρη αγορά, οι τιμές έχουν εκτοξευθεί και χιλιάδες επιχειρήσεις αναγκάστηκαν να προβούν σε απολύσεις προσωπικού, περικοπές μισθών ή να κλείσουν. Η ελεύθερη πτώση της οικονομίας ήταν ένας μόνο από τους λόγους για τους οποίους ξέσπασαν οι διαδηλώσεις του περασμένου Οκτωβρίου. Εκατοντάδες χιλιάδες βγήκαν στους δρόμους, ζητώντας την παραίτηση της κυβέρνησης και όλων των πολιτικών κρατικών αξιωματούχων,[1] κατηγορώντας τους για ανικανότητα και διαφθορά. Οι πολίτες απαιτούσαν θέσεις εργασίας, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, πρόσβαση σε καθαρό πόσιμο νερό και τερματισμό των καθημερινών διακοπών ρεύματος. Υπό την πίεση των δημόσιων διαμαρτυριών, η κυβέρνηση παραιτήθηκε με το καινούριο Υπουργικό Συμβούλιο να αναλαμβάνει τον περασμένο Ιανουάριο. Η πανδημία του κορωνοϊού είναι για τον Λίβανο το κερασάκι πάνω σε ό,τι ήδη έχει προηγηθεί.

Στον δρόμο κάτω από την πολυκατοικία μου ένα μαύρο 4Χ4 σταματά έξω από το γραφείο τελετών με τη σειρήνα να στριφογυρίζει ασταμάτητα. Από το αυτοκίνητο βγαίνουν δύο νέοι άντρες ντυμένοι επίσημα, με μαύρα κοστούμια, ο ένας με τα πάνω κουμπιά του πουκαμίσου του ανοιχτά και μια στενή γραβάτα να κρέμεται από τον ώμο του. Ένας τρίτος άντρας φοράει φόρμες.

Παράξενη σκηνή για κυριακάτικο απόγευμα, μία μέρα μετά την Εαρινή Ισημερία και τη λιβανέζικη Γιορτή της Μητέρας. Αναρωτιέμαι πόσο απασχολημένοι θα είναι οι υπάλληλοι του γραφείου κηδειών μέσα στις επόμενες εβδομάδες και πόσο καιρό θα αντέξω να τους παρακολουθώ από τον δεύτερο όροφο, καθώς κάνουμε προσπάθειες να τους αφήσουμε χωρίς δουλειά. Αναρωτιέμαι πόσος καιρός θα περάσει προτού ο κόσμος ανακηρυχθεί και πάλι ασφαλής, ώστε να ξαναρχίσουμε τη ζωή μας από εκεί που την αφήσαμε, επιστρέφοντας έξω στη λιακάδα.

ALICE HACKMAN

(Μετάφραση από τα αγγλικά: Αυγή Λίλλη)

Η Alice Hackman είναι Αγγλίδα δημοσιογράφος με βάση τη Βηρυτό.

[1] «Όλοι τους σημαίνει όλοι τους!» ήταν το δημοφιλέστερο σύνθημα στις διαδηλώσεις.