Βιβλία-γρίφοι, γοητευτικά αινίγματα

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Παναγιώτης Βούζης, Δικαιοσύνη, Κοινωνία των (Δε)κάτων, 2019

Vouzis01Δικαιοσύνη, παράξενος τίτλος για ένα παράξενο βιβλίο. Το τρίτο ποιητικό βιβλίο του Βούζη καταγράφει την εξαρθρωμένη κοινωνική και πολιτική κατάσταση της Ελλάδας της κρίσης, του χαοτικά διασυνδεδεμένου κόσμου που αναπαράγεται αυτοματικά και παγιδεύεται τερατικά στην πολλαπλή δικτύωση της τεχνολογίας και των απρόσωπων κέντρων εξουσίας. Ένας κόσμος- σπασμένος καθρέφτης και κάθε όψη του κάτοπτρο επάλληλων πραγματικοτήτων που στη συστρωμάτωσή τους καταργούνται αμοιβαία, αφού δεν κατορθώνουν να συναντηθούν. Προκειμένου να στήσει αυτό τον άκεντρο κόσμο, ο Βούζης υιοθετεί μια γραφή χωρίς κέντρο και μια φωνή που διασπείρεται σε πλήθος φωνές, σε παράλληλες εκδοχές της συνείδησης. Όχι με τον τρόπο της πολυφωνικής ενορχήστρωσης του λόγου, αλλά με την αυτιστική ταυτοχρονία πολλών φορέων του λόγου που δεν διαλέγονται.

Είναι ένας κόσμος γνωστός: ο μέσος άνθρωπος που διαβιοί στο καθεμέρα, οι άνεργοι, οι πρόσφυγες, το χρέος, οι κυβερνήσεις, οι τράπεζες,  ο λαός της οθόνης και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Αυτός όμως ο γνωστός κόσμος, φασματικά ιδωμένος, χάνει τη στιβαρότητά του και μεταμορφώνεται σε ένα φάντασμα ακοινωνησίας: παράλληλα, ασύμβατα, ασυνάρτητα γεγονότα εκπίπτουν σε συμβάντα, παράλληλα υποκείμενα –φορείς του λόγου δεν γίνονται πρόσωπα αλλά παραμένουν μηχανικοί εκφωνητές ενός παραληρήματος. Ας δούμε ένα δείγμα:

Κάθε ημέρα

Να τη φέρεις στο σπίτι μετά το σχολείο
αν αφήνουμε πίσω πολλούς που δεν έχουν
στα σκουπίδια μαζεύονται ήσυχοι φόνοι
με γκριμάτσες που κάνουν οι δούλοι των πρώτων
η βαρύτητα ρίχνει τα όμορφα λόγια
ξεχωρίζοντας όσους πιο εύκολα σπάζουν
ο επίσημος φόβος μιλά στις ειδήσεις
στ’ αλήθεια πεθαίνουν μαζί απ’ αγάπη
τον βραβεύσανε μόλις κατάντησε κλόουν
και αυτή την ημέρα σε φίλησα άδεια
απ’ τους πρόσφυγες ένας κοιτάζει εσένα
η απίστευτη θέση κοντά στους σπουδαίους
στη δουλειά μάς μαθαίνουν τον άκακο λύκο
η βαρύτατη θλίψη του άνθρωπου δίχως.

Εδώ διαπλέκονται ο κοινότοπος λόγος της αστικής καθημερινότητας, τα τηλεοπτικά στερεότυπα, σπαράγματα μιας μόλις αρθρωμένης προσπάθειας να απευθυνθείς σε ένα πραγματικό «εσύ», η ουδέτερη, διαπιστωτική φωνή που φέρει τη «βαρύτατη θλίψη του άνθρωπου δίχως». «Η βαρύτατη θλίψη του άνθρωπου δίχως» είναι το ζητούμενο  της συλλογής. Αυτό το δίχως το απεικονίζει με τη σκηνογραφία ενός κόσμου που έχει χάσει την συνείδηση του ανθρώπινου, άρα την ικανότητα να βιώσει το τραγικό και εκπίπτει σε μια καρικατούρα. Στερούμενος το βάθος απλώνεται οριζόντια, ολοένα μη πραγματικός στη συνείδηση, παρ’ όλη ή μάλλον εξαιτίας της φαντασμαγορικής δυστοπίας του. Γι’ αυτό και ο Βούζης, για να σαρκώσει αυτό το τεχνητό τοπίο, κάνει συχνές νύξεις σε στοιχεία της ποπ κουλτούρας, των υπερηρώων  των κόμικ, της εικονικής κυβερνοπραγματικότητας τύπου matrix, συνθέτοντας σε ορισμένα ποιήματα μια φουτουριστική παρωδία της μεταμοντέρνας κατάστασης. Αυτή την πραγματικότητα την κατοικούν η σκόνη του Άρη που καλύπτει την πόλη, πρόσωπα άδεια «από την οθόνη», «οι φοβερότερες selfie με θέα τη συντέλεια», «πολύχρωμα χαλίκια ντοπαμίνης ριγμένα παντού», «το κακό μεταιωμένο από τους υπερήρωες/ και η κατάργηση του φόρου για όσα δεν είχες ποτέ».

Sprint

η κοινή γνώμη βουτά στην απορία πώς από
τόσο μικρή απόσταση η διαδήλωση έχασε
το γκολ μ’ αποτέλεσμα πλάι στη Μαύρη Θάλασσα να
χτυπήσει κόκκινο η αληθινή φαντασία του
τραπεζίτη-Θεού ενώ η Σοφία του μαζί
με μια φίλη για κάλυψη συναντιόταν με τον πιο
όμορφο βάτραχο τον τρελό ποιητή που ξέρει
πόσο ακόμη πρέπει να μεγαλώσει αυτό που
κρύβεις κάτω από τη φούστα σου ανάμεσα στα
πόδια πριν αναρτήσεις τη μεταδοτική πολύ
κακία του για να μαραίνει εικονικά λουλούδια αν
τα συνηθισμένα θαύματα γιατρεύουν τη λύπη
τ’ απροσδόκητα έχουν βαριές επιπτώσεις όπως
όταν στο σεξ ξεχνώ αν μου είπε να τελειώσω έξω
ή μέσα και τόσες εργάτριες μέλισσες και τόσο
διάβασμα πριν το διαγώνισμα πάνε στράφι αφού
η έγχρωμη πλευρά της σελήνης δεν γυρίζει με
τίποτα για να βλέπω τη στραγγισμένη ψυχή της.

Σαφής στόχευση η κοινωνική κριτική η οποία σε ορισμένα σημεία είναι υπέρ το δέον πρόδηλη, ιδιαίτερα όταν στρέφεται στην εν Ελλάδι κατάρρευση. Η Ελλάδα της κρίσης είναι κυρίαρχο θέμα στη συλλογή, όπως δείχνουν τα ακόλουθα αποσπάσματα: «στο εξής τους μισθούς θα τους δίνουν με κλήρο/ στον καθένα που θέλει να ζήσει για πάντα/ σε μια χώρα που σβήνει παιδιά και ελπίδες/ περπατούσε η δόξα μονάχη αφότου/ τρομοκράτες αφήσαν λουλούδια στους τάφους», «παραδίνομαι όταν αυξάνουν τον πόνο/ και βραβεύουν εκείνους που ξεκίνησαν πρώτοι/ τη μεγάλη φωτιά στα Γεράνεια Όρη/ η Ελλάδα θα ήταν υπέροχος τόπος […] αλλά τώρα θυμίζει εκούσιο λάθος», «Οι ειδήσεις αρχίζουν/ με τους τίτλους του τέλους/ η Ελλάδα θα γίνει/ εξωγήινη βάση», «η Ελλάδα θα ήταν ο καλύτερος τόπος/ για να βρίσκουν δουλειά αυτοί που μπορούν να τρέξουν/ δυο χιλιόμετρα χωρίς οι σκοπευτές να τους πετύχουν». Ορισμένες φορές, όμως, περισσεύει κάποιος αμετουσίωτος διδακτισμός μέσα από τον παρωδιακό τόνο.

Η ειρωνική ανάγνωση αυτής της πραγματικότητας ενισχύεται από την έντονα έρρυθμο και ταχύ λόγο, αποτέλεσμα της σωρευτικής εκφοράς, της αστιξίας, του συμπαγούς όγκου του κειμένου, αλλά και της σταθερής μέριμνας για ρυθμοποίηση. Γι’ αυτό και η συνειδητή χρήση έμμετρων σχημάτων όπως του αναπαίστου, είτε σε εκτεταμένο δεκατρισύλλαβο είτε σε σπασμένο επτασύλλαβο, όπως επισημαίνει στο προλογικό του σημείωμα ο Νάνος Βαλαωρίτης:

Αναπαιστικό ταχυδρομείο

Η ανίκητη τάση να ξέρεις το τέλος
αν σε δουν θα τρομάξεις από την ασχήμια
στη δουλειά ετοιμάζουν τον νέο μου κλώνο
μα κανείς δεν τολμά να μιλήσει στα ίσια
απ’ τους πρόσφυγες κάποιος θυμίζει εσένα
να γυρίσεις στις έξι χωρίς να με θέλεις   […]

και:

Ο κοινότοπος λόγος

Ο κοινότοπος λόγος
που εκφέρεις με μέτρο
Ο επίσημος φόβος
σαν τανάλια του γέλιου
Οι ουρές των ανέργων
σε παράλληλα μήκη
Η καινούρια σελήνη
σε κλισέ αναρτήσεις […]

Vouzis00Η μέριμνα για την ρυθμική ενίσχυση του στίχου δηλώνει ότι το ποίημα, που αρχικά φαίνεται ως μια σχετικά άμορφη ασθματική μάζα λόγου, έχει υποστεί μεγαλύτερη επεξεργασία από αυτή που αρχικά αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης. Ο ρυθμικός τροχασμός του στίχου είναι ιδιαίτερα χρήσιμος, αφού έρχεται να  λειτουργεί ως αντίπαλος πόλος της αντιποιητικής γλώσσας που χρησιμοποιείται συνειδητά. Από την άλλη, λειτουργεί ως το χρονικό ισοδύναμο της ασυνεχούς επείγουσας πραγματικότητας: η τρέχουσα ιδιόλεκτος του διαδικτύου, το ανολοκλήρωτο, αποσπασματικό, συνθηματικό της επικοινωνίας των μέσων δικτύωσης, του στερεότυπου λόγου, η κεκτημένη ταχύτητα των αυτοματισμών του βίου, οι διαλείψεις της τραυματισμένης συνείδησης, μέσα από την επιτάχυνση που τους προσδίδει ο ρυθμικός λόγος, αναδεικνύουν την πυρέσσουσα πορεία  του εκτροχιασμένου νοήματος της ζωής. Αυτό το εκτροχιασμένο νόημα ορισμένες στιγμές μέσα στο ποίημα στέκεται σε κάποιες πιο προσωπικές ή συγκινημένες παύσεις – στάσεις, όπως εδώ: «θα σου φέρω λουλούδια και γλυκά στην κόρη μας/ έχω κρυμμένα όπλα, βιβλία, προπάντων θυμό/ για να κάνουμε την ηρωική έξοδο στο ύψος» ή εδώ: «το μοιρολόγι του Έκτορα του πρώτου επιθετικού/της νεότητας του κόσμου».

Με τέτοια υλικά γίνεται ποίηση; Άλλως πως, είναι η Δικαιοσύνη ένα άξιο λόγου βιβλίο; Η γνώμη μου είναι πως ναι. Το διάβασα σαν γρίφο, το πολιόρκησα ως γοητευτικό αίνιγμα. Το κατανόησα στην ανθρωπιά που ζητούσε μέσα μου. Η ένστασή μου έγκειται στην ανάγκη της αυξημένης αναγνωστικής εγρήγορσης που απαιτεί το βιβλίο που το καθιστά δύσβατο στον απροετοίμαστο αναγνώστη. Τα ατάκτως ερριμμένα υλικά της σύγχρονης συνθήκης του βίου, το βίωμα του «όλα συμβαίνουν καταιγιστικά βίαια πια» ζητούν μια νέα γλώσσα να ειπωθούν και το βιβλίο του Βούζη είναι μια ενδιαφέρουσα και έντιμη προσπάθεια να ανιχνευθεί αυτός ο τρόπος, να συγχρονιστεί η ποιητική γλώσσα με αυτό το ιδίωμα, να γίνει το πρίσμα που διαθλά το φάσμα της νέας υβριδικής «πραγματικότητας» του 21ου αιώνα.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ