Γράμμα από τη Λευκωσία

 «Και τι θα προσφέρει αυτό στην ανθρωπότητα;»

Λευκωσία, 26 Μαρτίου 2020

Κάθομαι στο γραφείο και κοιτάζω έξω δεξιά. Το δωμάτιο έχει ιδανικό προσανατολισμό, όπως ανέκαθεν ευχόμουνα να έχει ολόκληρο το σπίτι, ώστε να είναι όσο φωτεινό είναι το γραφείο μου, που, καθώς παραμένει χωρίς πόρτα, προέκταση του σαλονιού γαρ, δεν είναι ακόμη απόρθητο – όλο και κάποιο από τα σκυλιά θα αρχίσει το πέρα δώθε ανάλογα με το πού πέφτει ο ήλιος, όλο και κάτι θα παίζει η τηλεόραση: απευκταία συνθήκη υπό κανονικές συνθήκες, ιδανική, ωστόσο, υπό τις (κοσμο)ιστορικές περιστάσεις.

Κοιτάζω νοτιοανατολικά τη θέα που πάντα σιχαινόμουνα, της ατημέλητης αυλής, που μου θυμίζει τακτικά πόσο πολύ δεν μου ταιριάζουν τα προάστια, πόσο θα ήθελα να ζω στο κέντρο της πόλης. Ξεφλουδισμένα, κατεστραμμένα από τον ήλιο τα ξύλα της περίφραξης, ετοιμόρροπη η αποθήκη, που όσο διαλυμένη είναι απ’ έξω άλλο τόσο είναι από μέσα. Φέτος το καλοκαίρι θα τα έφτιαχνα όλα, ώστε να κάθομαι κάτω από την γηραλέα μπουκαμβίλια και να πίνω Campari Tonic ή Aperol Spritz ή μπίρα χωρίς αλκοόλ, αλλά προφανώς δεν είναι ώρα για τέτοιες δουλειές, ούτε καν για πολύ σοβαρότερες.

Τη θέα που σιχαίνομαι ομορφαίνουν ταπεινά τα σπουργίτια. Μόλις ανοίξει κι άλλο ο καιρός, που μάλλον θα με βρει στην ίδια θέση, το σκηνικό θα γίνει πιο άγριο με τον ερπετό φίλο με την κομμένη ουρά, που μένει χρόνια κάπου εδώ γύρω και εμφανίζεται τα καλοκαίρια, έναν συμπαθητικό χέστη κουρκουτά, νομίζω αυτό που λένε στην Ελλάδα κροκοδειλάκι (και φυσικά εδώ νικάει κατά κράτος η κυπριακή ονομασία του είδους). Αριστερά μου το κινητό ακουμπάει σε μια στοίβα από βιβλία. Έχω ενεργοποιήσει για πρώτη φορά μετά το 2013 (ή το 2015∙ δεν είμαι σίγουρη) τις ειδοποιήσεις των ειδησεογραφικών εφαρμογών. Δυο κυπριακές ακολουθώ μόνο και είναι υπεραρκετές∙ είναι προφανές ότι η μία είναι σαφώς γρηγορότερη από την άλλη στη δημοσιοποίηση της είδησης κατά μέσο όρο 7 λεπτά. Προς το παρόν, πάρα τους εκνευριστικούς τους ήχους δεν είναι τόσο εκνευριστικές. Εξάλλου, τις πλείστες φορές αρκεί μόνο η επικεφαλίδα της είδησης, διότι το κυρίως σώμα του δημοσιογραφικού κειμένου συχνά βρίθει από ανακρίβειες και συχνότατα, πλέον,  από σαχλαμάρες.  Το ότι ολόκληρο το Ακτινολογικό του Γ.Ν. Λευκωσίας μπαίνει σε καραντίνα, το ότι έγιναν 291 καταγγελίες μέσα σε 12 ώρες για περιττές μετακινήσεις και το ότι το Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λεμεσού παίρνει κατάθεση από τον λαοφιλή Μητροπολίτη Λεμεσού είναι πληροφορίες υπεραρκετές  για ένα απόγευμα.

Έχω ένα σταθερό και «μονήρες» επάγγελμα που μου επιτρέπει από τους αρχικούς περιορισμούς της 18ης Μαρτίου, πόσω μάλλον με τα αυστηρότερα μέτρα που εξαγγέλθηκαν στις 23 Μαρτίου, να διορθώνω, να επιμελούμαι, να αποδελτιώνω από το γραφείο του σπιτιού μου με τις φόρμες (αν όχι με τις πιτζάμες). Μπορώ εύκολα να κάνω διάλειμμα για να γράψω ένα μέιλ, να κάνω ένα τηλεφώνημα και να απαντήσω σε μηνύματα για το πώς πάμε σήμερα, καθώς σκέφτομαι πώς θα ήταν η ζωή μου αν ο κορωνοϊός με επηρέαζε κρισιμότερα.  Δεν είμαι γιατρός, δεν είμαι νοσηλεύτρια, δεν είμαι περιπτεράς, δεν εργάζομαι σε φούρνο ή υπεραγορά∙ από την άλλη, δεν είμαι ηθοποιός, δεν είμαι κομμώτρια: όλα επαγγέλματα συγγενών ή πολύ καλών φίλων, που δεν ξέρω τι αισθάνονται – ξέρω μόνο πως, προς το παρόν τουλάχιστον, εγώ είμαι τυχερή.

Λουλούδια

Όταν στις 22 Ιανουαρίου 2020, την ημέρα που έκλεινα τα 40, ανακοινώθηκε η πρώτη καραντίνα στην Κίνα, δεν περίμενα, όπως οι πλείστοι, υποθέτω, ότι σε λιγότερο από δύο μήνες, όχι απλώς δεν θα ήμουν σε εκείνο το συνέδριο στη Θεσσαλονίκη (αυτό πια είναι λες και δεν διοργανώθηκε ποτέ ή έγινε σε μια άλλη διάσταση), όχι απλώς θα ζούσαμε μία πανδημία (άραγε αυτό να είναι το ιστορικό στοίχημα της γενιάς μας;), αλλά ότι θα έφτανε η μέρα που το κυπριακό δημόσιο θα μας έστελνε να εργαζόμαστε από το σπίτι -όσους η φύση της δουλειάς και η υπηρεσία μας το επιτρέπει, αρκετούς δηλαδή- και μάλιστα μέχρι νεωτέρας. Έτσι, τη Δευτέρα 17 Μαρτίου παρουσιάστηκα στη δουλειά κανονικά, εγώ και ελάχιστοι άλλοι – οι γονείς, οι μητέρες για την ακρίβεια σε ένα ασαφές κανονιστικό πλαίσιο, είχαν άδεια να μείνουν στο σπίτι, καθώς τα σχολεία ήταν ήδη κλειστά. Ως μη μητέρα πήγα στη δουλειά και μαζί με ελάχιστους άντρες συναδέλφους και μερικές μεγαλύτερες σε ηλικία γυναίκες συναδέλφους, μητέρες με μεγαλύτερα σε ηλικία παιδιά, προσπαθήσαμε να μοιραστεί η δουλειά, υπό τις οδηγίες των επίσης σαστισμένων διευθυντών μας, αυτοδίκαια και λειτουργικά. Επρόκειτο την επομένη να απολυμάνουν ολόκληρο το κτίριο και είχαμε οδηγία να μην αφήσουμε χαρτιά στο γραφείο ή οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να χαθεί από την πίεση της μάνικας. Πέταξα κάθε φάκελο που περιττώς φύλαγα, άφησα ανοιχτά τα ντουλάπια της βιβλιοθήκης για την απολύμανση, πέταξα όλα τα δήθεν λάιτ αλλά βλαβερά σνακ που έχουμε για ώρα ανάγκης. Πήρα ό,τι δουλειά είχα και ήρθα στο σπίτι, γνωρίζοντας ότι αυτή την ημερά θα τη θυμάμαι για πάντα.  Έκτοτε δεν ξαναμετακινήθηκα στην πόλη, παρά μόνο για να πάω στο σουπερμάρκετ, ξεχνώντας μάλιστα να αγοράσω καπνό (προφανέστατα, είμαι περιστασιακή καπνίστρια). Είχα προσέξει ότι πολύς κόσμος δεν φορούσε γάντια, πολλές γυναίκες κυρίως, με τις επώνυμες φόρμες τους, τα κουραστικά ισιωμένα κυπριακά μαλλιά τους – αν μας βρει ο κορωνοϊός μέσα σε σουπερμάρκετ, τουλάχιστον τούτες εννά παν σασμένες[1] πάνω στα φορτωμένα με αντισηπτικά και χαρτιά υγείας καρότσια τους, σκέφτηκα. Νομίζω εκείνη την ημέρα ήμασταν στα 21 κρούσματα. Διερωτώμαι τώρα, που είμαστε στα 146(+56) κρούσματα[2] και στους 3 θανάτους, αν ακολουθούν την ίδια τακτική… Εγώ, από την άλλη, είχα βάλει γάντια, μάσκα, καπέλο και κουκούλα, μάζεψα τα μαλλιά μου – θα μπορούσα να είχα ληστέψει και καμιά τράπεζα γυρνώντας στο σπίτι, άμα ήθελα, τώρα που το σκέφτομαι.

Ακριβώς επειδή ζω σε μια περιοχή που είναι αστική μόνο στα τοπογραφικά χαρτιά και υπό κανονικές συνθήκες μας κρατά λόγω κακού οδικού δικτύου μακριά από το κέντρο -βρίζω μόνη μου κάθε πρωί στο αυτοκίνητο προς τη δουλειά, όταν πήγαινα δουλειά, δηλαδή- τώρα με την απαγόρευση αχρείαστων μετακινήσεων, ή του lockdown, που λέμε και εμείς οι Κυπραίοι εν συντομία για να τελειώνουμε, μπορώ, τουλάχιστον τώρα, πριν την αναμενόμενη κάθοδο της σκόνης από αύριο -αλλά και πριν από το καλοκαίρι, που μας πνίγει το χώμα και το σανό που πετάει από τα χωράφια, διαλύοντας κάθε ειδυλλιακή αίσθηση- να κάνω μεγάλες βόλτες στο φυσικό περιβάλλον της πόλης μου και σχεδόν να το ευχαριστιέμαι. Μένω στο νότιο μέρος της Λευκωσίας, στο νοτιότερο άκρο του μεγαλύτερου δήμου της, του Στροβόλου, ανάμεσα σε χωράφια που χρόνια περιμένουν να γίνουν οικόπεδα, ανάμεσα σε πράσινα τη μικρή μας άνοιξη λιβάδια, πίσω από τον τοπικό σταθμό της υδατοπρομήθειας, το γνωστό στους Λευκωσιάτες «Μανιτάρι». Έχοντας δυο σκυλιά, δικαιούμαι και βάσει διατάγματος να κυκλοφορήσω ελεύθερα στην αραιοκατοικημένη συνοικία μου. Η αλήθεια να λέγεται, θα μπορούσα να το κάνω χωρίς καν να στείλω μήνυμα στο 8998 με τον κωδικό 6∙ από όλα τα μέρη της Λευκωσίας «πίσω από το Μανιτάρι» θα έρθει να ελέγξει η Αστυνομία;

Βόλτα πίσω από το Μανιτάρι 1

Αν εγώ είμαι τυχερή λόγω της επαγγελματικής και προσωπικής μου συνθήκης μία φορά, τα σκυλιά είναι δέκα. Διότι πάνε μια μεγάλη βόλτα το απόγευμα, για μία περίπου ώρα, μέσα στους χωματόδρομους που χαράζουν τα ακατάστατα σπαρτά, που κατά παρέκκλιση, με ό,τι βιώνουμε οι άνθρωποι παντού σχεδόν στον κόσμο, γιορτάζουν με μια πολυχρωμία που σκλαβώνει ακόμα και μένα: λαψάνες,[3] μαργαρίτες, παπαρούνες και, ω, λάζαροι![4] Τα σκυλιά τρελαίνονται από τις μυρωδιές και τα χελιδόνια που πετάνε χαμηλά, τις τρασιήλες[5]που πετάγονται μέσα από τα ψηλά χόρτα, ενώ εγώ παρατηρώ σε αυτή τη χωμένη στα αστικά όρια περιοχή ό,τι δεν έχω προσέξει τα τελευταία δεκατρία χρόνια που μένω μόνιμα εδώ: ότι ένας χωμάτινος δρόμος έχει ασφαλτοστρωθεί βιαστικά και ονομάζεται πλέον Οδός Αγησιπόλεως, ότι αν είναι καθαρός ο ουρανός διακρίνεται στο νότιο βάθος ολόκληρη (ολόκληρη!) η οροσειρά του Τροόδους, ενώ απέναντι, βόρεια, ο όγκος του Πενταδαχτύλου χάνεται εντελώς πίσω από το ύψωμα της Κωνσταντινουπόλεως.

Τρόοδος 1

Και ότι την πιο όμορφη ώρα του ουρανού, κατά το σούρουπο, μπορώ να βγάλω φωτογραφίες εξωτικού τύπου με τις φοινικιές και τις ατίθασες παπουτσοσυτζιές[6] της κατά τα άλλα άδοξης και μονίμως αποστασιοποιημένης από το κέντρο περιοχής μου, σαν να βρίσκομαι στην Αριζόνα ή στο Μεξικό.  Είμαι τυχερή, διότι μπορώ να πάω και για τρέξιμο σε αυτό το σκηνικό (χρησιμοποιώντας και πάλι τον κωδικό 6 ή, αν μπλοκάρει ξανά το σύστημα από την υπερφόρτωση, ετοιμάζοντας ένα υπογεγραμμένο χαρτί με τα στοιχεία μου στα πρότυπα του επίσημου εντύπου «Δήλωση κατ’ Εξαίρεση Μετακίνησης Πολιτών»). Πλέον δεν μπορώ να τρέξω στο Εθνικό Πάρκο Αθαλάσσας ή στο Γραμμικό Πάρκο, που διασχίζει ολόκληρη τη Λευκωσία, λόγω του πρόσφατου κλεισίματος των πάρκων και των ανοιχτών χώρων άθλησης, μετά από φρενήρεις μαζικές συναθροίσεις σε υπαίθριους και παράλιους χώρους ως να έχουμε κάποιου είδους Δεκαπενταύγουστου ή μια Καθαρά Δευτέρα σε συνέχειες και μετά από νύχτες ολόκληρες που ζούσαμε σαν να είναι Μεγάλο Σάββατο: πομπάρτες[7] και λαμπρατζιές[8] απ’ άκρη σ’ άκρη, μην τυχόν δεν προλάβουμε το Πάσχα, εξ ου και η πιο συζητημένη απαγόρευση του προεδρικού διατάγματος. Να μείνει σπίτι όλος ο κόσμος δεν μπορεί∙ δεν είναι όλοι σπιτόγατοι, αναγνώστες, σινεφίλ, όντως. Αναρωτιέμαι όμως∙ είναι τόσο δύσκολο να νοήσουμε την κατάσταση, ειδικά όταν βλέπουμε από το πρωί μέχρι το βράδυ ειδήσεις, ας είναι και από κυπριακά κανάλια, και να επινοήσουμε ξανά τον εαυτό μας; Ειδικά εφόσον είμαστε ακόμα στην αρχή και αυτό που μας ζητάνε οι αρχές είναι το ευκολότερο που καλούμαστε να κάνουμε και μακάρι να μείνουμε μέχρι εδώ…

Strovolos-Arizona 2

Πάλι σκέφτομαι το εκπαιδευτικό σύστημα και πόσο πολύ απέτυχε στο να καλλιεργήσει τη δημιουργικότητα και την ομαδικότητα, αλλά δεν είναι της παρούσης – ή μήπως είναι; Σκέφτομαι τους φίλους μου τους αθλητές που βασανίζονται με αυτά τα δεδομένα, διότι τα ζητήματα εκτός από πρακτικά γίνονται και ψυχολογικά και συναισθηματικά και αυτό είναι ένα επιπλέον στοίχημα, σκέφτομαι και τον ξάδερφό μου, που δεν είναι αθλητής, ούτε κατά διάνοια, δεν είναι αναγνώστης, δεν είναι σινεφίλ – απλώς μπαίνει στο αυτοκίνητο και βολτάρει λίγο, πριν να χρειαστεί να αποδείξει σε κάποιο όργανο τον ανύπαρκτο σκοπό του.

Είναι η δέκατη μέρα που δεν έχω βγει από το σπίτι ή μάλλον από τα μικρά όρια της συνοικίας μου. Κρέμομαι από τα χείλη της επιστήμης, όπως και οι κυβερνήσεις μας, και έχω εμπιστοσύνη. Η μισή μου οικογένεια ζει από αυτήν, η άλλη μισή επέζησε χάριν της επιστήμης.  Το μετά είναι που με φοβίζει περισσότερο. Πώς θα αντέξει Το σύστημα, το οικονομικό, που όλα τα παρασέρνει, όλο αυτό, που κανείς δεν ξέρει πότε θα τελειώσει -εκτός από το ότι, γενικά και αόριστα, δεν θα τελειώσει σύντομα- την υπερφόρτωση υπηρεσιών, την αδρανοποίηση άλλων, τη διοχέτευση της ρευστότητας προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις, χωρίς έσοδα; Πώς θα ανταπεξέλθουν οι λαβωμένες «χώρες του Νότου», η Μεσόγειος; Και πώς θα είναι η ζωή μας μέσα σε άλλη μια κρίση που έρχεται πριν να επιλυθεί η προηγούμενη, δηλαδή η υφιστάμενη…

Είμαι όμως τυχερή, σκέφτομαι. Εμένα μου αρέσει να είμαι στο σπίτι, να διαβάζω και να γράφω στο γραφείο μου, να βλέπω ταινίες τη μία μετά την άλλη. Με εξαίρεση τις κοντινές βόλτες με τα σκυλιά, χωρίς επαφή ούτε από μακριά με ανθρώπους, μένω μέσα. Το σπίτι μου είναι όντως το καταφύγιό μου, όπως το είπε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στο τελευταίο του διάγγελμα. Για πολλούς συμπολίτες μου όμως, κυρίως γυναίκες, δεν είναι. Ήδη από την τρίτη ημέρα των πρώτων περιοριστικών μέτρων, οι καταγγελίες για ενδοοικογενειακή βία αυξήθηκαν κατά 30%. Και σκέφτομαι όλους τους ανθρώπους που δεν κερδίζουν τον πόλεμο ούτε στο καταφύγιο

Γνωρίζοντας ότι κυρίως είμαι τυχερή επειδή δεν έχω νοσήσει, αισθάνομαι μια φρικαλέα και αλλόκοτη ευφορία – δες για παράδειγμα πόσο εκτενές είναι αυτό το γράμμα, κάτι άλλα ποιήματα, ένα μονόπρακτό που τελείωσα πρόσφατα και κυρίως το ότι μετά από αυτή την επιστολή θα συγκεντρωθώ σε ένα βιβλίο που γράφω εδώ και τρία χρόνια και ποτέ προηγουμένως δεν είχα τον χρόνο να αφοσιωθώ σε αυτό.

Dusk 2

Καθώς στα σχετικά ρεπορτάζ οι δρόμοι της Λευκωσίας είναι πιο άδειοι από ποτέ -θυμίζοντας εποχές που της ιστορίας μας που δεν θέλουμε να θυμόμαστε- το ψυγείο μου δεν ήταν ποτέ τόσο γεμάτο. Τις τελευταίες δέκα μέρες μαγείρεψα όσες φορές δεν έχω μαγειρέψει τον τελευταίο χρόνο, όχι επειδή δεν ξέρω, αλλά διότι, όπως έλεγα στη μητέρα μου, «εγώ έχω κλείσει με αυτά, δεν προλαβαίνω, έχω σημαντικότερα πράγματα να κάνω − ε ναι, μαμά, τα ποιήματα εννοώ». Η μητέρα μου, την οποία έχω να δω από τις 17 Μαρτίου, βέβαια θα απαντούσε μεταξύ σοβαρού και αστείου: «Και τι θα προσφέρει αυτό στην ανθρωπότητα;». Κλεισμένη στο σπίτι, κάνω μόνο ό,τι πραγματικά μου αρέσει και ό,τι ανέβαλλα με δικαιολογίες που δεν μπορώ καν να θυμηθώ. Δοκιμάζω την υπομονή μου, ελπίζοντας ότι δεν θα κληθούμε, στο στάδιο των περιορισμών, σε δυσκολότερες δοκιμασίες – εκείνες της μετά του κορωνοϊού εποχής είναι, εξάλλου, βέβαιες. Μετά από χρόνια ζύμωσα, χτες έκανα και λίγη κηπουρική. Κοιτάζω έξω δεξιά, τον κήπο, ένα τόσο διαφορετικό σκηνικό από το μικρό αστικό κέντρο της Λευκωσίας, που πάντοτε ήθελα να είναι το σπίτι μου, τόσο ευνοϊκό σήμερα. Παρατηρώ το λεμονόδεντρο που έχει αρχίσει να ξεφεύγει – αν κλαδέψω κιόλας, πραγματικά θα έχει σημάνει η Ημέρα της Κρίσεως και, για να είμαι ειλικρινής, δεν θα το ήθελα αυτό.

ΑΥΓΗ ΛΙΛΛΗ


[1] Σασμένες: έτοιμες (< σάζομαι: ετοιμάζομαι). Στην προκειμένη εννοούνται γυναίκες που έχουν ετοιμαστεί για επίσημη περίσταση, έχοντας χτενιστεί, μακιγιαριστεί και ντυθεί υπερβολικά.
[2] 146 στις ελεύθερες περιοχές και 56 στα κατεχόμενα. Ανάλογα με την πολιτική/ιδεολογική τοποθέτηση του μέσου ενημέρωσης αναφέρονται ξεχωριστά ή ως σύνολο. Πάρα το κλείσιμο και των επτά οδοφραγμάτων, τα τρία οδοφράγματα που έκλεισαν τελευταία λειτούργησαν, έστω και ελάχιστα, ενώ είχαν ήδη διαπιστωθεί κρούσματα και στις δύο πλευρές.
[3] Βρούβες. Σε μεγάλες εκτάσεις σχηματίζουν ένα άκρως χαρακτηριστικό κυπριακό φυσικό τοπίο.
[4] Ψηλά αγριολούλουδα με μακρόστενα άνθη φούξια χρώματος, που ανθίζουν την περίοδο Μαρτίου-Απριλίου. Γνωστά και ως «Αναστασίες», σηματοδοτούν στο κυπριακό λαϊκό βίωμα τον ερχομό του Πάσχα.  Στην Ελλάδα αναφέρονται ως άγριες γλαδιόλες, μαχαιρίδες, σπάθες, πασχαλιές (Gladiolus italicus).
[5] Τρασιήλα: Κοινή σιταρήθρα (Alauda arvensis).
[6] Φραγκοσυκιές.
[7] Αυτοσχέδια βεγγαλικά, που χρησιμοποιούνται συνήθως το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου.
[8] Κυπριακό παραδοσιακό έθιμο για το κάψιμο του Ιούδα (< λαμπρόν: φωτιά). Οι νεαροί κάθε ενορίας μαζεύουν ξύλα κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα και τα στοιβάζουν κωνικά κοντά στην εκκλησία, τοποθετώντας ομοίωμα του Ιούδα στην κορυφή τους. Ανάβουν τη λαμπρατζιά το Μεγάλο Σάββατο, μόλις ηχήσουν οι καμπάνες της Αναστάσεως.
Ἡ Αὐγὴ Λίλλη εἶναι ποιήτρια ἀπὸ τὴν Κύπρο.