Κώστας Κουτσουρέλης, Έλληνες και Γερμανοί

 

ell-ger

 

Σχόλια σε μια δύσκολη σχέση

ΣΥΝΗΘΙΖΟΥΜΕ ΟΤΑΝ ΜΙΛΑΜΕ για στερεότυπα, να εκλαμβάνουμε τη λέξη αποκλειστικά στην κακόσημη, την αρνητική έννοιά της. Έτσι, στερεότυπο αποκαλούμε τον λόγο τον φτωχό, τον αδιαφοροποίητο, τον μηχανικό και γι’ αυτό ευάλωτο στην προκατάληψη και την μεροληψία. Αντιθέτως, ο λόγος κατά των στερεοτύπων διεκδικεί για τον εαυτό του τα εύσημα του πλούσιου περιεχομένου και της διακριτικής ευαισθησίας, θέλει να ταυτίζεται με τον λόγο τον κριτικό κατ’ εξοχήν.

Νομίζω ότι αυτού του είδους η αντιμετώπιση είναι με τη σειρά της στερεότυπη, αδικεί την ουσία του πράγματος. Κι αυτό όχι μόνο διότι, όπως μας δίδαξε ο Γκάνταμερ στο Wahrheit und Methode, και αυτές οι προκαταλήψεις ακόμη μπορεί να είναι νόμιμες, στο μέτρο που αντλούν το κύρος τους από τις επίνοιες της αυθεντίας ή τη σωρευμένη πείρα της παράδοσης. Αλλά και για έναν άλλο λόγο, γνωστό αλλά συχνά λησμονούμενο. Όπως κάθε αξιολογική κρίση, έτσι και η στερεοτυπική αξιολόγηση, εκτός από τον αξιολογούμενο προδίδει πολλά και γιa τον αξιολογούντα. Μας δείχνει όχι μόνο πώς αντιλαμβάνεται όσα καλείται να κρίνει, αλλά και το πώς ο ίδιος βλέπει και φαντάζεται τον εαυτό του. Πίσω από την στερεοτυπική εικόνα του Άλλου βρίσκεται πάντοτε μια στερεοτυπική εικόνα του Εαυτού, η στερεότυπη ετεροκατανόηση προϋποθέτει αναγκαία μιαν εξίσου στερεότυπη αυτοκατανόηση. Και επειδή, για τους λόγους που όλοι ξέρουμε, τα ζητήματα της αυτοκατανόησης συνολικά –με άλλα λόγια, τα ζητήματα της ταυτότητας– είναι ιδιαιτέρως ευαίσθητα, η απόπειρά μας να καταπολεμήσουμε τα στερεότυπα βάσει των οποίων κρίνουμε τους Άλλους είναι έργο πολύ περισσότερο λεπτό και ριψοκίνδυνο απ’ όσο εκ πρώτης όψεως μοιάζει.

Επιπλέον δε, είναι εξαιρετικά δυσχερές. Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, ο στερεοτυπικός λόγος ως εκ της δομής του είναι κοινωνικά ανυπέρβλητος. Τα πλεονεκτήματά του, πολλά: είναι εκ των προτέρων διαθέσιμος, οποτεδήποτε ανακλήσιμος και περίπου καθολικά εφαρμόσιμος. Είναι δοκιμασμένος και οικείος, συνεπώς απευθύνεται σε ήδη ευήκοα ώτα και δεν χρειάζεται να κερδίζει κάθε φορά τους οπαδούς του απ’ την αρχή. Προπάντων είναι ταχύς. Συχνά, από έλλειψη άμεσης πείρας πρακτικής ή και από υπερτίμηση των δυνατοτήτων της κριτικής σκέψης, λησμονούμε τη σημασία της ταχύτητας. Κι όμως, στους ραγδαίους ρυθμούς της όψιμης νεωτερικότητας, η ταχύτητα μιας απόφασης είναι συχνά η πρώτιστη αρετή της. Όταν έχουμε να κάνουμε με δραματικά γεγονότα που εκτυλίσσονται στη διάρκεια μιας και μόνης χρηματιστηριακής συνεδρίασης ή μιας τρομοκρατικής επίθεσης η οποία συν τοις άλλοις μεταδίδεται απ’ ευθείας σ’ όλο τον πλανήτη, το περιεχόμενο της απόφασης πολλές φορές είναι δευτερεύον. Ό,τι μετράει εδώ πάνω απ’ όλα είναι η αντίδραση η ίδια – όχι τόσο η απόφαση, όσο η αποφασιστικότητα. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, οι απώτερες συνέπειες της απόφασης καθ’ εαυτήν παραπέμπονται στην κρίση του μέλλοντος· στην πιεστική ζυγαριά του παρόντος βαραίνει ο συμβολισμός που εκπέμπει η ανακοίνωσή της. Οι άνθρωποι της πράξης, πολιτικοί και στρατιωτικοί λ.χ., το ξέρουν καλά, και το ίδιο συμβαίνει με τους ανθρώπους της οικονομίας, των δημοσίων σχέσεων και του Τύπου: όταν ο κόμπος φτάσει στο χτένι, σημασία δεν έχει τόσο να ξέρεις τι κάνεις, όσο να ξέρεις τι θες. Η υπερβολική εμβάθυνση αποπροσανατολίζει τη ζωτικότητα της βούλησης, ενίοτε τη ναρκώνει. Ακόμη κι ένας άνθρωπος της γραφής, όπως ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε, το γνώριζε καλά:

                                 Aber Lebendige machen
alle den Fehler, daß sie zu stark unterscheiden

                                 Μα οι ζωντανοί κάνουν
το λάθος όλοι να διακρίνουν πιο πολύ απ’ όσο πρέπει

γράφει στην Πρώτη Ελεγεία.

Αλλά και την ψυχρή σχέση κόστους-οφέλους να πάρουμε, μια εσφαλμένη, επιπόλαια απόφαση διορθώνεται ενίοτε, η βλάβη που προκαλεί αποκαθίσταται. Η παράλειψη όμως μιας κρίσιμης απόφασης, ακόμη και όταν οι λόγοι αυτής της παράλειψης είναι σημαντικοί, μπορεί να αποδειχθεί ανεπανόρθωτη. Wer zu spät kommt, den bestraft das Leben

Τις στιγμές αυτές, που γίνονται όλο και πιο πολλές, όλο και πιο πυκνές όσο η τεχνολογική δικτύωση του πλανήτη πυκνώνει, συχνά, η σωκρατική αρετή της διερώτησης, της μόνιμης αμφιβολίας, αποδεικνύεται μειονέκτημα. Τα στερεότυπα είναι μια φυσική, θα έλεγε κανείς οιονεί ενστικτώδης, νοητική άμυνα, κάποτε η μόνη που έχουμε, απέναντι σ’ έναν κόσμο ολοένα πιο πολύπλοκο και αδιαφανή.

* * *

ΟΤΑΝ ΜΙΛΑΜΕ ΛΟΙΠΟΝ για στερεότυπα, και μάλιστα για στερεότυπα συγκεκριμένα, όπως αυτά που αφορούν τις ελληνογερμανικές σχέσεις, θα πρέπει να είμαστε διπλά προσεκτικοί. Καί επειδή δεν είναι όλα τους συλλήβδην απορριπτέα, αντιθέτως περιέχουν συχνά χρήσιμες και ουσιώδεις πληροφορίες. Καί επειδή δεν είναι όλα τους εύκολο να παραμεριστούν, αφού εκτός από το γνωστικό περιεχόμενό τους, διαδραματίζουν λειτουργικά, ως δείκτες προσανατολισμού, πολιτικού και άλλου, έναν κρίσιμο ρόλο.

Ας δούμε όμως από πιο κοντά το ζήτημα που μας απασχολεί. Σε τι συμπεράσματα ell-ger4φτάσαμε, τις διαπιστώσεις κάναμε όλα αυτά τα χρόνια, από το 2010 έως σήμερα, τα χρόνια δηλαδή της μεγάλης και έτι ανεκτόνωτης ευρωπαϊκής κρίσης; Ένα πρώτο, και προφανές σε όλους συμπέρασμα είναι ότι η εικόνα των Γερμανών στα μάτια του μέσου Έλληνα άλλαξε άρδην. Πρωτίστως η εικόνα της γερμανικής πολιτικής. Τη θέση της γενικευμένης συμπάθειας ή αναγνώρισης, ενίοτε και του ειλικρινούς θαυμασμού για τα ειρηνικά επιτεύγματα της μεταπολεμικής, ιδίως της επανενωμένης Γερμανίας, ήρθε να καταλάβει ταχύτατα η επιφύλαξη και η φιλυποψία. Σε ευρέα τμήματα του πληθυσμού αυτές δεν άργησαν να πάρουν τη μορφή της ανοιχτής αντιπαλότητας ή και της εχθροπάθειας. Πικρές ιστορικές μνήμες ανασύρθηκαν, ανακλαστικά που τα θεωρούσαμε πια αδρανή τέθηκαν εκ νέου σε κίνηση, ένας επιθετικός αντιγερμανισμός διάσπαρτος σε όλο το πολιτικό φάσμα και σ’ όλο το κοινωνικό σώμα και κραδαίνοντας κάποτε ως σκιάχτρο την αναπεπταμένη σημαία του 4ου Ράιχ που δήθεν μας απειλεί, παραμέρισε ραγδαία τις νηφαλιότερες κρίσεις και σταθμίσεις.

Ώς ένα βαθμό, σε κλίμακα μάλλον πιο περιορισμένη, επί τα χείρω άλλαξε και η εικόνα της Ελλάδας και των κατοίκων της στα μάτια του μέσου Γερμανού. Και εδώ είχαμε δηλώσεις και πράξεις απαξιωτικές, εκφερόμενες ή και υποδαυλιζόμενες από πολιτικές οργανώσεις και πρόσωπα έτοιμα να εκμεταλλευτούν τη δυσαρέσκεια μεγάλων μερίδων του πληθυσμού. Κι εδώ είχαμε την ανάδευση παμπάλαιων στερεοτύπων αποκρυσταλλωμένων σε κάθετους διαχωρισμούς: Βορράς-Νότος, τζίτζικες-μέρμηγκες, Μεσόγειος-Μεσευρώπη κ.ο.κ.

Τώρα, οι Γερμανοί, κρίνοντας από τον ευπειθάρχητο εαυτό τους, υπερτιμούν γενικά τις δυνατότητες της πολιτικής και της προπαγάνδας να κατευθύνουν την κοινή γνώμη μιας χώρας εκεί όπου επιθυμούν. Ωστόσο, στην περίπτωση της Ελλάδας θα έκανε λάθος κανείς αν εκτιμούσε ότι ο τρέχων αντιγερμανισμός μας είναι γέννημα αποκλειστικό κάποιων ιδεολογικών μηχανισμών, προϊόν μιας άνωθεν ή έξωθεν προπαγάνδας, υποκινημένης για λόγους ιδιοτελείς από συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις και τον Τύπο. Σε αντίθεση με τις χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά, και για λόγους ιστορικούς που δεν είναι της παρούσης, οι μηχανισμοί της συλλογικής κατήχησης είναι στην Ελλάδα συγκριτικά πολύ ασθενέστεροι.

Ο τρέχων ελληνικός αντιγερμανισμός, όπως και ο προγενέστερος βαθύς αντιαμερικανισμός που σφράγισε τις πρώτες μεταπολιτευτικές δεκαετίες, έρχεται από τα κάτω, ανταποκρίνεται σε βαθύρριζες ψυχικές ανάγκες και ανασφάλειες και δηλώνει βουβές αλλά σημαίνουσες και έως σήμερα αγεφύρωτες πολιτισμικές διαφορές. Με αυτήν την έννοια, και επιτρέψτε μου στο σημείο αυτό να προκαταλάβω το βασικό πόρισμα της ομιλίας μου, είναι άτρωτος στον ορθό λόγο και τα αποδεικτικά του επιχειρήματα – τα επιχειρήματά μας.

Εξηγούμαι με ένα παράδειγμα. Πρόκειται για τη σημαδιακή λέξη γύρω από την οποία περιστράφηκε όλα αυτά τα χρόνια η συζήτηση για την ευρωπαϊκή κρίση, τη λέξη «χρέος» (Schuld). Έξω από τα γνωστά σε όλους καθέκαστα, τη διαρκή πολιτική έριδα και τη στάση των επίσημων κυβερνήσεων, πώς εννοεί ο μέσος Έλληνας την έννοια του χρέους, και πώς ο Γερμανός;

Δεν είναι τυχαίο ούτε αδιάφορο νομίζω ότι στη γερμανική γλώσσα οι έννοιες για το χρέος και την ενοχή, την οφειλή και την υπαιτιότητα χωρούν όλες, μπορούν να αποδοθούν όλες με την ίδια λέξη: Schuld. Στο ποινικό δίκαιο, Schuld είναι μια μορφή του καταλογιστού του δράστη. Unschuld είναι η αθωότητα του κατηγορουμένου. Schuldrecht είναι το ενοχικό δίκαιο, το δίκαιο δηλαδή των αστικών ιδιοκτησιακών συμβάσεων. Schuldner είναι ο οφειλέτης, σε τελική ανάλυση ο αστικώς υπεύθυνος, ο κάθε συμβαλλόμενος.

Σε θρησκευτικά συμφραζόμενα, Schuld είναι η αμαρτία. Το σημασιολογικό εύρος της λέξης είναι τόσο μεγάλο ώστε να καλύπτει ακόμη και το έγκλημα στην ειδεχθέστερή του μορφή, αυτή του φόνου: Schuld und Sühne είναι η συνήθης γερμανική απόδοση για το ντοστογιεφσκικό Έγκλημα και τιμωρία, του οποίου η ακριβέστερη μετάφραση θα ήταν Verbrechen und Strafe. Ακόμη και η πράξη της συγχώρησης, η ίδια η λέξη για τη συγγνώμη στα γερμανικά, μας υπενθυμίζει αυτήν την ηθικοθρησκευτική προέλευση και συνέχεια των εννοιών. Entschuldigung σημαίνει κατά κυριολεξία «απαλλαγή από το χρέος», «απο-χρέωση», ξεχρέωμα. Με βάση αυτόν τον πλήρως εσωτερικευμένο και μακραίωνο γλωσσικό και κοινωνικό αυτοματισμό, στα μάτια του μέσου Γερμανού ο χρεώστης, ο οφειλέτης, είναι εξ ορισμού «ένοχος» και «αμαρτωλός», συγγνωστέος μόνον στο μέτρο που εκτίει την «ποινή» του, ήτοι «μετανοεί» και «συγχωρείται» τιμωρούμενος, στο μέτρο δηλαδή που «εξυπηρετεί» το χρέος του. Ο δε χρεοκόπος είναι κάτι παραπάνω από αναξιόπιστος συναλλασσόμενος: είναι ηθικά υπόλογος, νομικά κολάσιμος και κοινωνικά εξοβελιστέος.

Σε αντίθεση με τον Γερμανό, ο σύγχρονος Έλληνας στη γλώσσα του εκφράσεις αυτομεμψίας ισχυρές δεν διαθέτει. Ήδη το λεξιλόγιό μας μοιάζει να αντιστρατεύεται, να δυσχεραίνει την λογοδοσία. Οι λέξεις ενοχή, υπαιτιότητα, ευθύνη, λ.χ., είναι όλες τους αφηρημένες και λόγιες, έλκουν την καταγωγή τους από τη νομική ή θεωρητική ορολογία, τους λείπει δηλαδή το ψυχικό, βιωματικό υπόστρωμα. Η πανάρχαια λέξη της ύβρεως, όπως μας θυμίζει η περίπτωση του Οιδίποδα, δεν προαπαιτεί καν την υποκειμενική ευθύνη του δράστη. Ακόμη και το ρήμα σφάλλω στα νεοελληνικά έχει ουσιαστικά σιγήσει και υποκατασταθεί από το ηθικά πιο άχρωμο και περιφραστικό «κάνω λάθος». Όπου λάθος, εκ του λανθάνω, μπορεί να σημαίνει απλώς τη στιγμιαία και ανυπαίτια περίσπαση της προσοχής.

Ας προσεχθεί η σιωπηρή διολίσθηση της σημασίας του επιφωνηματικού «ήμαρτον!», που από εξομολόγηση αμαρτήματος ενώπιον του Θεού, έγινε κοινόχρηστη δήλωση αγανάκτησης ή παράκλησης, συνώνυμη με το «λυπήσου με» ή το «θερμοπαρακαλώ«. «Ήμαρτον πια! Δεν με λυπάσαι λίγο…», ακούμε να λέει η μαμά στον ταραχοποιό κανακάρη της, αντιστρέφοντας τη λογική σχέση της υπαιτιότητας. Γενικά, τα ρήματα αμαρτάνω, μετανοώ και μεταμελούμαι στην πραγματικότητα δεν εκκοσμικεύθηκαν ποτέ, έμειναν δέσμια των θρησκευτικών, και σήμερα ανενεργών ψυχικά, συμφραζομένων τους. Το «συγγνώμη!» και το «με συγχωρείτε!», πάλι, που χρησιμοποιούνται ευρέως, και αυτά δεν δηλώνουν πουθενά από το έτυμό τους την έμπρακτη αναδοχή της ευθύνης ή της ενοχής. Αντιθέτως, αξιώνουν από τον άλλο να συγκατατεθεί εκ των υστέρων στο σφάλμα μας (=συγχωρεῖν τινί τι), να δείξει επιείκεια (=συγγνώμη) και να απόσχει της τιμωρίας. Πρόκειται δηλαδή και εδώ όχι για ανάληψη του βάρους της ευθύνης, αλλά για αίτημα απαλλαγής από τις συνέπειές του.

Ανάλογα ισχύουν με τη επίδικη λέξη, τη λέξη χρέος. Παρότι η χρήση της δηλώνει την οφειλή, την υποχρέωση, το καθήκον, η αναγνώριση ενός χρέους δεν είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με μια εσωτερικευμένη ηθική παραδοχή, πόσο μάλλον με την ομολογία μιας υπαιτιότητας. Αν για τον Γερμανό, ο κακοπληρωτής είναι παραβάτης όχι μόνο της κοσμικής αλλά, πρωτίστως, της ηθικής τάξης, για τον Έλληνα ο χρεωμένος δεν είναι κατ’ ανάγκην ηθικά αξιόμεμπτος – μπορεί κάλλιστα να είναι θύμα όχι των πράξεών του, αλλά των περιστάσεων. Αντί για την εξατομικευμένη ευθύνη και λογοδοσία, η ελληνική γλώσσα θέτει στο επίκεντρο έναν παράγοντα απρόσωπο και εν ολίγοις ανεξέλεγκτο: την τύχη. Βοηθούσης της γλώσσας, όχι μόνο τα χρέη του αλλά όλα ανεξαιρέτως τα συμβάντα της ζωής του, ο Έλληνας τα φορτώνει αδιακρίτως στην ηθικά αδιάφορη Τύχη. Όχι μόνο την ευτυχία ή τη δυστυχία του, αλλά κάθε επιτυχία (Erfolg) και αποτυχία του (Mißerfolg), κάθε ατύχημα (Unfall) και κάθε συντυχία (Fügung) στην οποία ενεπλάκη.

Από τις λέξεις τις άμεσα βιωματικές μόνο οι φταίω, φταίξιμο και φταίχτης δηλώνουν ευθεία ομολογία μετοχής στη διάπραξη ενός σφάλματος. Όμως δεν χρησιμοποιούνται σε λόγο σοβαρό, επισημότερο, και δεν έχουν και πλήρες το ενοχικό βάρος των εννοιών απ’ όπου προέρχονται. Ο Χαρίλαος Τρικούπης μπορούσε ακόμη να ρωτά καταγγελτικά στα 1874 «Τις πταίει;». Εκφραζόταν όμως ακόμη στο υψηλό, επιτιμητικό ύφος της καθαρεύουσας. Το δημώδες «Ποιος φταίει;» στη θέση του θα ηχούσε σήμερα κοινό, περίπου ασήμαντο. Και στην κλίμακα των κολάσιμων πράξεων της ποινικής μας δικαιοσύνης, οι λέξεις πταίσμα, πταισματικός, πταισματοδικείο δεν παραπέμπουν παρά σ’ ένα ελαφρύ, αμελητέο σχεδόν παράπτωμα.Συγκεφαλαιώνω προσώρας. Το ζήτημα του ελληνικού κρατικού χρέους ερχόμενο στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής πολιτικής έφερε στην επιφάνεια όχι κάποια συνήθη στερεότυπα απ’ αυτά που η προαγωγή του διαλόγου, η αυτοσυγκράτηση και η αμοιβαία καλή προαίρεση θα μπορούσαν βραχυμεσοπρόθεσμα να παραμερίσουν. Αλλά «στερεότυπα» (και εδώ η λέξη αρχίζει ήδη να δείχνει την ανεπάρκειά της) ριζωμένα στην ίδια τη γλώσσα, την ιστορία και τη νοοτροπία τόσο των Ελλήνων όσο και των Γερμανών. Έφερε στο φως «προκαταλήψεις», «προ-αποφάσεις» (Vor-urteile), που αντικατοπτρίζουν όχι πρόσκαιρες συνήθειες αλλά συλλογικές κοσμοεικόνες, αποκλίνουσες βιοθεωρίες, ασύμβατες νοοτροπίες, δυο εκ διαμέτρου αντίθετες πολιτισμικές στάσεις.

Αν δούμε το ζήτημα της δανειακής υπερχρέωσης με κριτήριο την αντίληψη των Γερμανών, που υπογραμμίζει την αδιάσειστη ηθική ευθύνη ενός μεμονωμένου ή συλλογικού υποκειμένου για τα επισυμβάντα, θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι η ηθική συνείδηση στη σύγχρονη Ελλάδα βρίσκεται σε κατάσταση θλιβερής υπανάπτυξης, αν όχι χρόνιας καχεξίας. Αν πάλι θέσουμε ως βάση το ελληνικό κριτήριο, που υπερτονίζει τις ακατανίκητες τροπές της τύχης και την ειρωνεία των περιστάσεων, η γερμανική εμμονή με το χρέος φαντάζει άμετρος υπεροπτικός διδακτισμός ή και ηθικολογική υποκρισία. Και στις δύο περιπτώσεις, είτε επειδή οι Έλληνες θεωρούν ότι οι Γερμανοί παίρνουν τα πράγματα πολύ σοβαρά, είτε επειδή οι Γερμανοί πιστεύουν ότι οι Έλληνες τα παίρνουν πολύ ελαφρά, η συνεύρεση πάνω σ’ έναν κοινό παρονομαστή, ελάχιστο έστω, μοιάζει αδύνατη.

Ως παρατηρητής, βέβαια, έχει κανείς την πολυτέλεια να κρίνει και να επικρίνει με την ησυχία του και τις δύο αυτές στάσεις, να επισημάνει τα πλεονεκτήματα και τις υπερβολές τους. Όμως όποιος συναλλάσσεται, όποιος καλείται να διαπραγματευθεί πολιτικά με τους αντιπροσώπους των στάσεων και των αντιλήψεων αυτών δεν είναι φρόνιμο ούτε να τις παραβλέπει ούτε να τις υποτιμά. Το κυριότερο, δεν είναι διόλου σοφό να προσδοκά ότι ο συνομιλητής του ως εκ διά μαγείας θα αποστεί από τις πάγιες θέσεις του και πρώτος εκείνος θα κάνει το αποφασιστικό βήμα προς το μέρος του. Ιδίως όταν γνωρίζει καλά εξ ιδίας πείρας πόσο ζόρικη υπόθεση θα ήταν για τον ίδιο να πράξει κάτι ανάλογο, και πόσο αντιδημοφιλής θα γινόταν στους ομοεθνείς του.

* * *

­ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ, ΚΑΘΩΣ ΑΓΝΟΟΥΜΕ την έννοια του υψηλού αφηρημένου καθήκοντος, έχουμε την έφεση να προσωποποιούμε τα πάντα. Έτσι δεν είναι παράδοξο ότι η πλειοψηφία του πληθυσμού αποδίδει τη στάση του Βερολίνου απέναντι στις υπερχρεωμένες χώρες του Νότου σε κάποιου είδους ατομική πολιτική επιλογή των πρωταγωνιστών της γερμανικής πολιτικής σκηνής, κατά προτίμηση της Αγγέλας Μέρκελ ή του Βόλφγκανγκ Σώυμπλε. Αγνοώντας ότι έχουμε να κάνουμε με πάγια γνωρίσματα της γερμανικής νοοτροπίας, επιβαρύνουμε την ασυνεννοησία, δίνοντάς της επιπλέον μορφή προσωπικής έριδας. Από την άλλη πλευρά, όποιος γνωρίζει μέσες άκρες την ελληνική νοοτροπία, μπορεί να καταλάβει πόσο απρόσφορο, πόσο αντιπαραγωγικό μέσο είναι η τακτική των δημοσίων επιτιμήσεων της Ελλάδας από τους Γερμανούς πολιτικούς και τον Τύπο, αυτή η πολιτική του υψωμένου δακτύλου δηλαδή της οποίας τόσες επιδείξεις είδαμε μετά το 2010, ακόμη και όταν δι’ αυτού του τρόπου υποδεικνύονται τα προφανή. Η πείρα δείχνει: θέλεις να αποξενώσεις τον Έλληνα, θέλεις να τον στρέψεις μάλιστα εναντίον σου; Τότε κατηγόρησέ τον δημόσια. Καθώς του λείπει η κουλτούρα της μετάνοιας, η διανοητική ευελιξία εκείνη που θα του επέτρεπε να παραδεχθεί το λάθος χωρίς να αισθανθεί ότι έχει τρωθεί η προσωπική του αυτοεκτίμηση και η εικόνα του στον κόσμο, θα εκλάβει αυτομάτως την επίκριση ως πολεμοπραξία.

Γενικά, οι Έλληνες δεν ζητούν συγγνώμη, δεν παραδέχονται δημοσίως τα λάθη τους και, ell-ger 7το κυριότερο, δεν εκτιμούν εκείνους που το κάνουν ούτε επικροτούν τη στάση τους. Τη δημόσια συγγνώμη την βλέπουν όχι ως δείγμα συνέπειας και θάρρους αλλά ως δείγμα αδυναμίας και συνθηκολόγησης. «Αποσιωπούν ό,τι απαξιωτικό κατέγραψε η ιστορία τους», σημειώνει χαρακτηριστικά η Ελένη Αρβελέρ, «μεγαλοποιούν και ωραιοποιούν κάθε ευεργετικό και όποια τους επιτυχία». Σε αντίθεση με τη Γερμανία, σ’ αυτήν εδώ τη χώρα οι κρίσιμες μετατοπίσεις από τις αποτυχημένες επιλογές του παρελθόντος δεν γίνονται επιδεικτικά, δεν γίνονται φωναχτά, αλλά συντελούνται κεκαλυμμένα, με διαρκείς παραπειστικούς ελιγμούς ή και επιδεικτικά ψεύδη. Οι δε πρωταγωνιστές τους επιβραβεύονται όχι όταν τραβούν την προσοχή, αλλά όταν την αποπροσανατολίζουν, όταν θολώνουν τα νερά και αποτρέπουν το βλέμμα από το να διακρίνει με ευκρίνεια τι ακριβώς κάνουν.

Για να φέρω ένα παράδειγμα: Η μεγάλη στροφή που έκανε η Αγγέλα Μέρκελ στο προσφυγικό τη διετία 2015-16, στροφή σχεδόν 180 μοιρών, από τον Έλληνα εκλογέα θα είχε πλήρως επιδοκιμαστεί χωρίς πολλά πολλά, ακόμη και αν εκτυλισσόταν εντελώς σιωπηρά. Οι επιδόσεις κάποιων Ελλήνων ηγετών σ’ αυτού του είδους τις δραματικές κυβιστήσεις είναι άλλωστε γνωστές – παρ’ όλα αυτά από τις κάλπες συχνά βγαίνουν αλώβητοι, ας αναλογιστούμε την έκβαση των σεπτεμβριανών εκλογών μας του 2015. Αντιθέτως, ο μέσος Γερμανός, δεν αρκείται στην έμπρακτη στροφή. Αλλά απαιτεί να ακούσει από το στόμα της καγκελαρίου του μια δήλωση μετανοίας. Και όσο αυτή καθυστερεί, ή δεν δίνεται με την απαιτούμενη ένταση, τόσο εξοργίζεται μαζί της.

Απέναντι στην ελληνική στάση, στάση απότοκη ενός πανάρχαιου πολιτισμού, αυτού που αποκλήθηκε «της τιμής» ή «της αιδούς» και παραμένει βαθιά ριζωμένος σε όλη σχεδόν την μεσογειακή λεκάνη, η –επίσης παλαιά– νορδική κουλτούρα της μεταμέλειας βασίζεται στον ατομικό καταλογισμό και την επιμέτρηση της «ενοχής». Για την ελληνική αντίληψη, η έφεση των Γερμανών να αναζητούν και να καταλογίζουν καταλεπτώς την ευθύνη ενός εκάστου, συνιστά σκάνδαλο. Ο κόσμος δεν είναι του χεριού μας, το αντίθετο συμβαίνει: οι πράξεις και οι παραλήψεις μας, όσο εξατομικευμένες, όσο προσωπικές και αν είναι, δεν μπορούν ποτέ να αναχθούν πλήρως στη βούλησή μας, είναι κι αυτές προϊόντα δυνάμεων που μας ξεπερνούν καταθλιπτικά. Με αυτή την έννοια, δεν μπορούμε παρά να ζούμε υπό το βάρος τους. Ακόμη και το βαρύτερο, το ειδεχθέστερο έγκλημα, στο μέτρο που αντανακλά τις στοιχειακές δυνάμεις που διέπουν την conditio humana, είναι σχετικό και, εντέλει, αναπότρεπτο. Οι εκ των υστέρων απόπειρές μας να το καταδικάσουμε ή να το υπερβούμε (καθιστώντας μια μελλοντική υποτροπή αδύνατη) είναι απρόσφορες.

Γι’ αυτή την αντίληψη, την έμπρακτη βιοθεωρία καλύτερα, ένα αίτημα όπως αυτό της Vergangenheitsbewältigung, της υπέρβασης του παρελθόντος, των λαθών και των ανομημάτων του, δεν έχει νόημα. Μια τέτοια υπέρβαση είναι αδύνατη διότι προϋποθέτει την υπέρβαση της ίδιας της ανθρώπινης φύσης όπως την ξέρουμε. Ήδη η προβολή του αιτήματος συνιστά ύβριν. Το να θεωρείς ότι είσαι έστω και δυνητικά καλύτερος απ’ αυτό που όντως είσαι, το να πιστεύεις ότι η ιστορική συνείδηση μπορεί να σε βελτιώσει, να σε εξαιρέσει από τις τροπές της ανθρώπινης μοίρας, να άρει για λογαριασμό σου τον όλεθρο του παρελθόντος, συνιστά κι αυτό μια μορφή έπαρσης. Ό,τι γίνεται, δεν ξεγίνεται. Όχι μόνο επειδή ήδη συνέβη, σε χρόνο τετελεσμένο και ανέκκλητο. Αλλά επειδή θα γίνεται πάντα, επειδή δυνάμει, ως ροπή ενδιάθετη, ενυπάρχει σε κάθε άλλο χρόνο, ενεστώτα ή μέλλοντα.

Μόνη λύτρωση, έσχατη λύση από τα δεσμά του παρελθόντος, δεν είναι εντέλει ούτε η μετάνοια ούτε ο κολασμός αλλά κάτι άλλο, πολύ δραστικότερο – η λήθη. Ήδη η αρχαία παράδοση θέλει την ψυχή να πίνει από τον ποταμό της Λήθης προκειμένου να ξαναγεννηθεί. Και στα νάματα του ίδιου αυτού ποταμού λούζεται ο Δάντης στη Θεία Κωμωδία, για να του επιτραπεί να εισέλθει στον Παράδεισο. Σαν τον μπορχεσιανό Φούνες τον Μνήμονα, όποιος δεν τα καταφέρνει να ξεχάσει, δεν εξιλεώνεται για το παρελθόν, αλλά χάνει και το παρόν. Θυσιάζει τα δικαιώματα του τώρα στο σισύφειο έργο να μεταθέσει το πριν.

* * *

ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΑΝ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ακούγονται πλήρως αποθαρρυντικά για το μέλλον της ελληνογερμανικής συνεννόησης. Ελπίζω πως όχι. Και στην ιστορία, τα αντίθετα έλκονται, ίσως επειδή το καθένα αναγνωρίζει στο άλλο τα δικά του ανομολόγητα όρια. Σε κάθε περίπτωση, και για να αφήσουμε πίσω μας τις στερεότυπες έγνοιες της στιγμής, ο ελληνογερμανικός δεσμός δεν είναι ένας όποιος κρίκος στη μακρά αλυσίδα της σημερινής Ευρώπης. Αλλά ένας κρίκος κρίσιμος, ζωτικός και για τα δύο μέρη – και για την αλυσίδα στο σύνολό της. Ας σκεφτούμε ότι η εξιδανίκευση της ελληνικής αρχαιότητας, η αναγόρευσή της σε απόλυτο και ανυπέρβλητο πρότυπο –The Tyranny of Greece over Germany, για να θυμηθώ το διάσημο σύγγραμμα της Ελίζας Μπάτλερ του 1935– είναι ένα από τα ακρόβαθρα του γερμανικού πολιτισμού και μέσω αυτού αποτελεί ακόμη και σήμερα στοιχείο συστατικό της γερμανικής αυτοκατανόησης. Και ας μη ξεχνάμε ότι τη στροφή του Διονύσιου Σολωμού, του ιδρυτή της νεώτερης εθνικής μας λογοτεχνίας, προς τον ρομαντισμό και ιδεαλισμό, ο ιστορικός Σπυρίδων Ζαμπέλιος για να την καυτηριάσει την αποκάλεσε επί λέξει «αποστασίαν… προς τον ετεροούσιον και αλλοτύπωτον γερμανισμόν». Όμως ο «γερμανισμός» δεν βρίσκεται στα θεμέλια μόνο της σύγχρονης εθνικής μας λογοτεχνίας, αλλά στα ίδια τα θεμέλια του νεοελληνικού κράτους, που τα έθεσαν ως γνωστόν Βαυαροί γραφειοκράτες και νομομαθείς. Και επίσης σε πάμπολλες άλλες κορυφώσεις του νεώτερου εθνικού μας βίου, από τα έργα των ζωγράφων της λεγόμενης Σχολής του Μονάχου ώς εκείνους τους νεαρούς στοχαστές (και κατόπιν εξέχοντες πολιτικούς) που άρτι αφιχθέντες από τη Χαϊδελβέργη του Μεσοπολέμου θα ιδρύσουν το σημαδιακό Αρχείον Φιλοσοφίας και Θεωρίας των Επιστημών. Η παλιά μομφή του Γιώργου Σεφέρη –άλλου δεδηλωμένου «αντιγερμανού» τόσο στην πολιτική όσο και στη λογοτεχνία– φαίνεται ότι ισχύει ακόμη: στα γραπτά και στη σκέψη μας υπάρχει «πολύς Μέλας Δρυμός».

Υπ’ αυτό το πρίσμα, τόσο ο νεοελληνικός γερμανισμός όσο και το αντίθετό του, ο νεοελληνικός αντιγερμανισμός, παύουν πια να είναι απλά στερεότυπα, θετικές ή αρνητικές προκαταλήψεις από τις κοινές. Γίνονται κάτι βαθύτερο και πιο δηλωτικό: εκφράσεις ενός διαρκούς, ζωτικού αλλά την ίδια στιγμή και ακραία αμφίθυμου ενδιαφέροντος. Για να το πω με τον τρόπο που δοκίμασα ήδη στην αρχή: η εικόνα που οι Έλληνες έχουμε για τους Γερμανούς φανερώνει για μας πολύ περισσότερα απ’ ό,τι φανερώνει για εκείνους. Γι’ αυτό και είναι τόσο δύσκολο να την υπερβούμε.

Εννοείται βέβαια ότι ισχύει και το αντίστροφο. Εξίσου ακραίες και αντιφατικές, αντιφατικότερες μάλιστα, είναι οι μορφές που πήρε η εικόνα της Ελλάδας στη νεώτερη Γερμανία. Από την «Gräkomanie» ή «Griechenkult» των ουμανιστών και τον ενθουσιώδη φιλελληνισμό της Επανάστασης ώς την πρώτη απομάγευση της οθωνικής περιόδου και τον μετέπειτα φαλμεραγισμό, και από την εξύμνηση της χώρας ως τουριστικού ειδυλλίου μεταπολεμικά ώς τη σημερινή απαξιωτική κριτική του ελληνικού κράτους και των θεσμών του, για να μη μιλήσω για τη σκοτεινή περίοδο της Κατοχής, το εξαγόμενο είναι το ίδιο: λίγων λαών οι σχέσεις είναι τόσο φορτισμένες, τόσο ιστορικά κυμαινόμενες, τόσο πλούσιες σε εντάσεις.

Τα αντίθετα ναι μεν έλκονται, εξίσου όμως και απωθούνται. Αυτή η διαρκής ελξαπώθηση, η παλινδρόμηση μεταξύ αχαλίνωτου θαυμασμού και ολοκληρωτικής απόρριψης, σε τελική ανάλυση προδίδει κάτι διαφορετικό, καθολικότερο: τα φυσικά όρια της αλληλοκατανόησης. Οι καλές προαιρέσεις δεν επαρκούν, θα μπορούσε να είναι το συμπέρασμα. Όταν οι λοιπές συνθήκες δεν το ευνοούν, και να θέλεις ειλικρινά να αντικρίσεις τον Άλλο ως έχει, το πρόσωπο του στα μάτια σου φτάνει θολό.

Ομιλία που εκφωνήθηκε στις 27.11.2016 στο Συνέδριο για τις Ελληνογερμανικές Σχέσεις, συνδιοργάνωση στον Βόλο της εκεί Θεολογικής Ακαδημίας και της Καθολικής Ακαδημίας της Βαυαρίας. Δημοσιεύτηκε στα γερμανικά στην επιθεώρηση Zur Debatte, Sonderheft zur Ausgabe 4/2017, σ. 12-14, σε μετάφραση Γιώργου Βλαντή. Αυτή είναι η πρώτη ελληνική δημοσίευση. 

ell-ger3