Η ανάδειξη των συμβάντων στο έργο του Chris Ware (2/2)

(Συνέχεια από το πρώτο μέρος)

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

«Κατασκευάζοντας ιστορίες»: Ο αρχιτεκτονικός και συμβολικός χώρος

Στο Building stories η έννοια της “οικοδόμησης” του χώρου αξιοποιεί την αφηγηματική ικανότητα των κόμικς να συνθέτουν λόγο και εικόνα, καταγράφοντας την πραγματικότητα πολυεπίπεδα. Την ίδια στιγμή το Building Stories είναι άλλο ένα παράδειγμα διακειμενικότητας, θυμίζοντας το Ζωή οδηγίες χρήσεως[i] του Περέκ. Στο βιβλίο-παζλ του Περέκ καταγράφονται οι ιστορίες των ανθρώπων που κατοικούν σε μια πολυκατοικία στο Παρίσι, κατά τη διάρκεια πολλών χρόνων. Αντίστοιχα, το ογκώδες έργο του Ware αποτελείται από ένα μεγάλο βιβλίο-κουτί. Μέσα στο κουτί περιλαμβάνονται δεκατέσσερα βιβλία διαφορετικών μεγεθών και θεματολογίας. Στην ιστορία καταγράφονται οι ζωές των ανθρώπων μιας τριώροφης πολυκατοικίας στο Σικάγο. Βασική πρωταγωνίστρια του βιβλίου είναι μια γυναίκα που της λείπει το κάτω μέρος του αριστερού της ποδιού, ύστερα από ατύχημα. Στο κόμικ καταγράφεται η ζωή της γυναίκας σε διαφορετικές στιγμές του παρελθόντος και καθώς αυτή έρχεται αντιμέτωπη με το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον της. Στο βιβλίο παράλληλα καταγράφονται πολλές άλλες ιστορίες: οι καυγάδες ενός ζευγαριού από τον δεύτερο όροφο, η αφήγηση για τη ζωή της «καλύτερης μέλισσας στον κόσμο», οι σκέψεις της σπιτονοικοκυράς, το σχεδιάγραμμα για το τι συμβαίνει στην πολυκατοικία στις 23 Σεπτεμβρίου 2000.

#8

Οι διακειμενικές επιδράσεις στο έργο του Ware, εκτός από τον Περέκ, αφορούν άμεσα και στο έργο του Προυστ, αφού οι πρωταγωνιστές προσπαθούν να διαχειριστούν την απώλεια σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Η μνήμη και η σχέση παρόντος, παρελθόντος και μέλλοντος διατρέχει όλο το βιβλίο και προσκαλεί τους αναγνώστες να εμπλακούν συναισθηματικά, όχι μόνο με την κινητοποίηση της διαχρονικής σχέσης παρόντος, παρελθόντος και μέλλοντος, αλλά επιτρέποντας επίσης στους αναγνώστες να επιλέξουν με ποιους τρόπους θα διαβάσουν την ιστορία (ποιο από τα δεκατέσσερα μέρη του βιβλίου θα διαβάσουν πρώτα και ποιο κομμάτι της ιστορίας θα αναδείξουν χρονικά). Η απώλεια είναι κεντρικό μοτίβο του βιβλίου. Οι πρωταγωνιστές έχουν συναισθηματικές, οικονομικές και σωματικές απώλειες. Το βιβλίο προσκαλεί τους αναγνώστες σε ένα παιχνίδι αναγνωστικό ανάμεσα στο παρόν, το παρελθόν και το μέλλον, ανάλογα με το πώς θα επιλέξουν να διαβάσουν τις ιστορίες.

Το κτήριο αποτελεί έναν από τους κεντρικούς πυρήνες στην εκτύλιξη των ιστοριών. Απεικονίζεται με λεπτομέρεια από τον Ware σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, ώστε οι αναγνώστες να μπορούν να δουν λεπτομερώς τις αλλαγές στους κατοίκους του, αλλά και τις αρχιτεκτονικές αλλαγές του κτηρίου εξωτερικά και εσωτερικά. Ακόμα και το “στήσιμο” του βιβλίου παραπέμπει στο κτήριο της ιστορίας. Το κουτί-βιβλίο λειτουργεί όπως η πρόσοψη και τα τεύχη, που βρίσκονται μέσα, σαν τα διαμερίσματα με τους ανθρώπους που τα κατοικούν.

Στο Κατασκευάζοντας ιστορίες ο Ware επισημαίνει πολυεπίπεδα την αλληλεπίδραση του παρόντος, του παρελθόντος και του μέλλοντος στη μνήμη και τα συμβάντα των ανθρώπων. Η μνήμη περιλαμβάνει τις αλλαγές στον χώρο, τον τόπο και τις ζωές των ανθρώπων. Επομένως, συνδέει τον αρχιτεκτονικό και τον συμβολικό χώρο σε μια αδιαίρετη ενότητα που συγκροτεί παρόν, παρελθόν και μέλλον. Ο καλλιτέχνης άμεσα αναφέρεται στη μνήμη και τον χρόνο ως κοινωνικές κατασκευές σε μόνιμη διαδικασία διαπραγμάτευσης. Με τη σύνδεση του συμβολικού με τον γεωγραφικό χώρο, ο Ware καταλύει παράλληλα τα γνωστά διπολικά συστήματα κατάταξης του κόσμου: προσωπικό-συλλογικό, μέσα-έξω, παρελθόν-παρόν.

Το Building Stories πέρα από τις διακειμενικές του αναφορές (Προυστ, Περέκ, Τζόϋς) παραπέμπει και στο κλασικό έργο του Marcel Duchamp, Κουτί σε μια βαλίτσα.

#9

Marcel Duchamp, Κουτί σε βαλίτσα

Τα συμβάντα της καθημερινότητας, η μοναξιά των ηρώων του Ware και οι καθημερινές τους ρουτίνες δεν καταγράφονται μόνο με την λεπτομερή απεικόνιση μιας οικιακής σκηνής ή των αντικειμένων, αλλά και με τη διεξοδική παρουσίαση του αστικού τοπίου σε μικρογραφία ή πανοραμικά. Για παράδειγμα, στο βιβλίο καταγράφεται το κτήριο στο τώρα, αλλά και όπως ήταν στα τέλη του 19ου αιώνα. Ο Ware κινητοποιεί ζητήματα από την ποιητική διαλoγικότητα του Μπαχτίν. Εξάλλου, όπως αναφέρει ο Worden[ii], «ως φόρμα τα κόμικς στηρίζονται στη διαλογική σχέση ανάμεσα στην αποσπασματικότητα και την ολότητα, κάθε πάνελ είναι την ίδια στιγμή αύταρκες, αλλά και άμεσα συνδεόμενο με τα άλλα πάνελ που ακολουθούν ή προηγούνται». Με την αποτύπωση του χώρου και της αρχιτεκτονικής στο έργο του, ο Ware δημιουργεί στιγμιότυπα “κατεψυγμένης ζωής”. Οι αναγνώστες παρακολουθούν για παράδειγμα ένα κτήριο τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή (Βλ. Παράρτημα, εικόνα 12), αλλά ταυτόχρονα σε όλα τα καρέ κυριαρχεί μια χρονική ακολουθία διαρκείας. Ο καλλιτέχνης κάνει σύνθετη χρήση της διαχρονικότητας και με αυτόν τον τρόπο αποδεικνύονται «τα συλλογικά οράματα, οι ελπίδες και τα όνειρα εγκιβωτίζονται στην αποσπασματικότητα της καθημερινής ζωής»[iii].

O Wοrden[iv] υπογραμμίζει το πώς κινητοποιείται η νοσταλγία για το παρελθόν στο έργο του Ware και η σύνδεσή του με το παρόν στα “αποτυπώματα” του χρόνου στα κτήρια. Η αποσύνθεση των κτηρίων στο πέρασμα του χρόνου και οι αλλαγές τους, τα ερείπια μιας πόλης, συνδέονται με την αίσθηση της απώλειας και του αμετάκλητου χρόνου που περνάει. Συνδέονται επίσης με τις μνημονικές διαδικασίες που έχουν εκκίνηση στην καταγραφή της επίδρασης του χρόνου στα κτήρια και τους ανθρώπους. Ο Prager[v] συνδέει το έργο του Ware με αυτό του Βάλτερ Μπένγιαμιν, θεωρώντας πως οι τρόποι με τους οποίους αναδεικνύεται η μελαγχολία στα κτήρια και τους ανθρώπους συνδέεται με την εργασία του τελευταίου για το έργο τέχνης την εποχή της μηχανικής αναπαραγωγής του. Αντίστοιχα, ο Wοrden[vi] κάνει αναφορές «στον άγγελο της ιστορίας»[vii] στον τρόπο που ο Ware παραλληλίζει και ανακαλεί διαρκώς τη σχέση παρόντος, παρελθόντος και μέλλοντος. Ο άγγελος της ιστορίας, εκεί όπου οι άνθρωποι βλέπουν ακολουθίες συμβάντων βλέπει την καταστροφή. Θα επιθυμούσε να γυρίσει πίσω και να αλλάξει τα γεγονότα, ξυπνώντας τους νεκρούς, αλλά δεν είναι δυνατόν να το κάνει γιατί οδηγείται μπροστά από τα “φτερά της προόδου”. Με τον ίδιο τρόπο το διαρκές πισωγύρισμα του Ware στις ζωές των κτηρίων και των ανθρώπων, σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, καταγράφει την προσπάθειά του καλλιτέχνη «να εμποτίσει την καθημερινότητα με ιστορία»[viii]. Ο Ware ομιλεί για την επιθυμία να βιώσουμε το παρελθόν ως ολότητα, γνωρίζοντας την ίδια στιγμή το άγχος που προκύπτει από την ανικανότητα να ανακατασκευάσεις εξ ολοκλήρου τα ερείπια του μοντερνισμού.

O Gardner[ix] σημειώνει πως τα κόμικς συνεχίζουν αυτό που σημείωσε ο Μπένγιαμιν τόσα χρόνια πριν: ότι τελικά και αυτά κάνουν το παρόν να έχει αίσθηση του αρχειακού υλικού του, δηλαδή του παρελθόντος, που βρίσκεται μόνιμα σε μια διαδικασία αναδιάρθρωσης. Την ταυτότητα του περιπλανώμενου, ο οποίος αναδεικνύει τη διαλεκτική σχέση παρόντος, παρελθόντος και μέλλοντος καταγράφοντας αποσπασματικά τη ζωή των ανθρώπων και του αστικού τοπίου, υιοθετεί και ο Ware, καθώς “κατασκευάζει” τις ιστορίες του και συντάσσει τη διαλογική σχέση του συμβολικού και του αρχιτεκτονικού χώρου. Έτσι ο καλλιτέχνης κάνει εφικτή και τη σύζευξη του προσωπικού και του δημόσιου χώρου.

#10

Με τη μόνιμη αντίστιξη του προσωπικού με τον δημόσιο χώρο ο Ware αναδεικνύει και τη διλημματικότητα των καθημερινών ιστοριών και της ίδιας της ζωής, συνθέτοντας τους διαλόγους πολλών υποκειμενικοτήτων στη γλώσσα των κόμικς. Συνομιλεί, λοιπόν, και με τον Billig και τους συνεργάτες του[x] όταν αναφέρουν τη διλημματικότητα της σκέψης και της ιδεολογίας. Ο Ware καταγράφει και αναδεικνύει στο έργο του τα διαρκή προσωπικά, κοινωνικά, χωρικά, πολιτικά και κοινωνικά διλήμματα, που εκτυλίσσονται στη συγκρότηση της υποκειμενικότητας και της μνημονικής διαδικασίας, καθώς παρόν, παρελθόν και μέλλον συνομιλούν διαλογικά αναδιατάσσοντας τις ιστορίες και τις αφηγήσεις τους. Έτσι, σε μια διαρκή εξέλιξη, κατασκευάζεται το πραγματικό. Η επιθυμία και η απώλεια εγγράφονται στον Ware ως αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής, αλλά με ιστορικούς όρους. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και η Davis-McElligat[xi] «ο καλλιτέχνης και ο αναγνώστης υπάγονται σε πολύ συγκεκριμένα κοινωνικο-οικονομικά, πολιτισμικά και ιστορικά πλαίσια, τα οποία καθορίζουν τους τρόπους με τους οποίους θα συνδεθούν με τις εικόνες». Οι τρόποι με τους οποίους οι κομίστες δημιουργούν το έργο τους και οι αναγνώστες το ερμηνεύουν, συνομιλούν άμεσα με «τις προσωπικές τους ιδεολογίες, ταυτότητες και ιστορίες, που σε άλλα σημεία συνδέονται με την οπτική του συγγραφέα, σε άλλα όχι. Έτσι «το νόημα δεν είναι ποτέ στατικό ή δεδομένο, αλλά εξαρτάται από το προσωπικό, ιστορικό και αφηγηματολογικό περιεχόμενο»[xii]. Η λεπτομερής καταγραφή της καθημερινότητας στο έργο του Ware με την αλληλεπίδραση διαχρονικά των συμβολικών και αρχιτεκτονικών/αστικών χώρων τον τοποθετεί σε μια άμεση συνομιλία με το έργο του Προυστ, του Κάρβερ, και του Ροτ. Ο Ware προβαίνει τελικά και ο ίδιος σε μια διαρκή αποσπασματική αναζήτηση του “χαμένου χρόνου”, εγγράφοντας με κοπιώδη λεπτομέρεια την καθημερινότητα.

#11

Επιλογικά

 Κάθε έργο τέχνης επιθυμεί: «να αγγίξει το κοινό του, να εκπαιδεύσει, να επικοινωνήσει την εμπειρία του τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος»[xiii]. Όλα αυτά επιτυγχάνονται στα έργα του Ware. Γι’ αυτόν τον λόγο ο καλλιτέχνης εντάσσεται στους μεγάλους δημιουργούς της εποχής του. Κάθε ανάγνωση του έργου του επικαιροποιεί την ανθρώπινη κατάσταση “φωτίζοντας” νέες πλευρές των κοινών εμπειριών. Η χαρμολύπη που αναδεικνύεται στην ανάγνωση των βιβλίων του λειτουργεί ως «παυσίλυπο», ενώ παράλληλα υπάρχει ο προσανατολισμός να παραμείνουμε ανθρώπινοι, ανοιχτοί και τρυφεροί σε ό, τι συμβαίνει στη ζωή. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι πέρα από τον “ιδιοφυή” τρόπο που αποτυπώνει τα μικροσυμβάντα της καθημερινότητας, η λογοτεχνικότητα των κειμένων του έχει αναγνωριστεί και ακαδημαϊκά. Το έργο του παραλληλίζεται με εκείνο του Καλβίνο, του Μπαρτ και του Κορτάσαρ[xiv] [xv], ενώ ο ίδιος δηλώνει τις επιδράσεις του από το έργο του Ναμπόκοφ.

#12

Η αισθητική τάση να αποτυπώνονται τα διάφορα είδη της τέχνης σε αντιθετικά δίπολα με διαφορετικά αισθητικά στοιχεία και περιεχόμενο καταργείται στο έργο του Ware. Σε απόσπασμα συνέντευξής του στον Raeburn[xvi], οι Kuhlman και Ball[xvii] παραθέτουν το παρακάτω απόσπασμα: «Η γραφή και η ζωγραφική είναι σκέψη. Μας μαθαίνουν στο σχολείο ότι είναι ικανότητες, αλλά αυτό είναι λάθος. Η ζωγραφική είναι ένας τρόπος σκέψης. Είναι ένας τρόπος να βλέπεις».

Όλα αυτά τα στοιχεία και οι διάλογοι που ανοίγονται διακειμενικά και διεπιστημονικά στα έργα του Ware συνθέτουν τελικά μια «ποιητική των κόμικς» [xviii]. Επομένως, ας ελπίσουμε ότι οι μη αγγλόφωνοι Έλληνες αναγνώστες θα έχουν σύντομα τη δυνατότητα να διαβάσουν τα βιβλία του Ware στην ελληνική γλώσσα.

ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΜΑΚΗ


[i] Περέκ, Ζ. (1991) Ζωή: Οδηγίες Χρήσεως, μτφρ. Κυριακίδης Α., Αθήνα: Ύψιλον.

[ii] Worden, D. (2010) “On Modernism’s Ruins: The Architecture of Building Stories”, στο The Comics of Chris Ware:Drawing is a Way of Thinking, (επιμ. Ball, D. M. και Kuhlman B. M.), Jackson: UP of Mississippi, σσ. 107-120, σ. 108.

[iii] Ό.π, σ. 108.

[iv] Ό.π

[v] Prager, B. (2003) “Modernism and the Contemporary Graphic Novel: Chris Ware and the Age of Mechanical Reproduction”, International Journal of Comic Art, 5. 1, σσ. 195-213.

[vi] Βλ. Worden, D. (2010)

[vii] Βλ. Benjamin, W. (1969)

[viii] Βλ. Worden, D. (2010), σ. 109.

[ix] Βλ. Gardner, J. (2006)

[x] Βλ. Billig κ.ά. (1988)

[xi] Mc Elligatt, J. D. (2010) “Confronting the Intersections of Race, Immigration, and Representations in Chris Ware’s Comics” στο The Comics of Chris Ware: Drawing is a Way of Thinking, (επιμ. Ball, D. M. και Kuhlman B. M.), Jackson: UP of Mississippi, σσ. 135-145, σ. 138.

[xii] Ό.π, σ.139.

[xiii] Βλ. Dycus, D. J. (2012), σ. 51.

[xiv] Goldberg, M. (2004) “The Exquisite Strangeness and Estrangement of Renée French and Chris Ware”. Στο Give Our Regards to the Atom Smashers! Writers on Comics, επιμ. Hawe, S., Νέα Υόρκη: Pantheon, σσ. 204-207.

[xv] Βλ. Prager, B. (2003)

[xvi] Βλ. Raeburn, D. (2004)

[xvii] Βλ. Kuhlman, M.B και Ball, D. M. (2010), σ. xix.

[xviii] Cates, I. (2010) “Comics and the Grammar of Diagrams”, στο The Comics of Chris Ware: Drawing is a Way of Thinking, (επιμ. Ball, D. M. και Kuhlman B. M.), Jackson: UP of Mississippi, σσ. 90-106, σ. 97.