Η ανάδειξη των συμβάντων στο έργο του Chris Ware (1/2)

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

#1

Jimmy Corrigan: the smartest kid on earth

Ο Chris Ware είναι κομίστας και εικονογράφος από την Νεμπράσκα. Γνωστός από τα εξώφυλλα του περιοδικού New Yorker, εξέδιδε από το 1994 το περιοδικό κόμικς The Acme Novelty Library. Παρ’ όλα αυτά, έγινε περισσότερο γνωστός με την έκδοση του graphic novel, Jimmy Corrigan: the smartest kid on earth[i] [=Jimmy Corrigan: το πιο έξυπνο παιδί στη γη]. Στη συνέχεια εκδόθηκε το ογκώδες Building Stories[ii] [=Κατασκευάζοντας ιστορίες] και το πιο πρόσφατο Rusty Brown[iii]. Στον Jimmy Corrigan υπάρχει το αυτοβιογραφικό στοιχείο, ενώ το βιβλίο περιέχει στοιχεία εικαστικής ψυχοθεραπείας, καθώς λειτουργεί ως μια συνεχής μεταβαλλόμενη ανάγνωση για το πώς η μνήμη αλλάζει τις ταυτότητες και τις ανθρώπινες ιστορίες.

Η ιστορικότητα της καθημερινότητας στο έργο του Ware κατασκευάζεται με τη σύμπλευση λόγου και εικόνας, με την ανάδειξη των πολλαπλών υποκειμενικοτήτων των ηρώων του, με τη μη γραμμική καταγραφή παρόντος, παρελθόντος και μέλλοντος. Την ίδια στιγμή, στα βιβλία του υπάρχει ένα διαρκές μπρος-πίσω ως προς την καταγραφή παρελθόντος-μέλλοντος, αλλά και ως προς τις διαδρομές και τις σκέψεις των ηρώων. Οι ιστορίες συμπλέκονται η μία με την άλλη, ενώ παράλληλα οι αναγνώστες για να μπορέσουν να παρακολουθήσουν την ανάδειξη αυτής της ιστορικότητας στην καθημερινότητα χρειάζεται να “μελετήσουν” με προσοχή κάθε σελίδα, επιστρέφοντας συχνά σε αυτή σε ένα αδιάκοπο διακειμενικό “πηγαινέλα”. Η σύζευξη της μνήμης ως ενεργούς διαδικασίας και η πολιτική ανάγνωση των ανθρώπινων συμβάντων διαμορφώνουν τις ταυτότητες των πρωταγωνιστών των ιστοριών του, αλλά και των αναγνωστών, θέτοντας συνεχή διλήμματα για τη συνθετότητα κάθε ανθρώπινης στιγμής. Για τον λόγο αυτό, το παρόν δοκίμιο χαρακτηρίζεται από επαναλήψεις που μπορεί να φαίνονται ίδιες, αλλά στοχεύουν στο να αναδείξουν διαφορετικές εκδοχές της λειτουργίας των κόμικς του Ware. Όλες αυτές οι επαναλήψεις συνθέτουν τελικά στην αποσπασματικότητά τους, σαν παζλ, τη συνολική εικόνα του έργου του καλλιτέχνη.

#2

Building Stories

 Τα κόμικς ως “περιθώριο” και υβριδικό μέσο: μια γραμματική της γλώσσας που συνεχώς ανασυντίθεται

 Οι αυστηρές ιεραρχικές κατατάξεις των έργων τέχνης και η γραμμική επανειλημμένη προσπάθεια σύγκρισης κάθε κειμένου με τα «ιερά κείμενα»[iv] επί πολλά έτη συντέλεσαν στην υποτίμηση των κόμικς. Οι κυρίαρχοι λόγοι όριζαν τα κόμικς ως παραλογοτεχνία, εξοβελίζοντάς τα από την ισότιμη τοποθέτησή τους στην κατηγορία της λογοτεχνίας. Αυτό που είναι εντυπωσιακό δεν είναι ότι παραγνωρίστηκε το γεγονός πως τα κόμικς μπορούν να διηγηθούν σοβαρές ιστορίες, αλλά κυρίως πως για πολύ καιρό τα κόμικς δεν εντάσσονταν στον χώρο της πολιτισμικής παραγωγής[v]. Όλα αυτά επιτείνονται από τη γνώση ότι τα κόμικς πάντα είχαν ένα ευρύτατο αναγνωστικό κοινό, ενώ παράλληλα πολλά από αυτά ασκούσαν κοινωνική κριτική και συμμετείχαν στον κοινωνικό προβληματισμό.

Η εικονογράφηση είναι σταθερό χαρακτηριστικό του ανθρώπινου πολιτισμού σε όλη τη διάρκειά του. Οι εικόνες και η ανάγνωσή τους εντάσσονται πλέον και στον χώρο της λογοτεχνίας. Αυτό επιτυγχάνεται με δύο τρόπους. Είτε με τη λογοτεχνικότητα κάποιων graphic novels, είτε με τη μεταφορά κλασικών λογοτεχνικών κειμένων σε κόμικς[vi].

Παρά την αυτονόητη διαπίστωση ότι η σύνδεση λόγου και εικόνας δημιουργεί «μια αφηγηματική φόρμα αποτελεσματική, ισχυρή και σύνθετη»[vii] τα κόμικς αντιμετωπίζονταν ως μια γενική κατηγορία που περιλαμβάνει όλα τα είδη άσχετα από το θέμα, το αισθητικό πρόταγμα ή το περιεχόμενό τους.

#3

Rusty Brown

Ο Michael Billig και οι συνεργάτες του[viii] μίλησαν για τη διλημματικότητα της σκέψης και της ιδεολογίας ως απαραίτητου συστατικού των κατασκευών για τον κόσμο και ως απαράβατη συνθήκη για τους μετασχηματισμούς των κατασκευών αυτών. Η σύνδεση λόγου και εικόνας διατηρεί τη διλημματικότητα αυτή, ανοίγοντας νέους αναγνωστικούς μηχανισμούς, που διευρύνουν τις αφηγηματικές συνθήκες. Ο Hatfield[ix] επισημαίνει ότι:

από τη μεριά του αναγνώστη τα κόμικς φαίνονται ριζοσπαστικά αποσπασματικά και ασταθή. Υποστηρίζω ότι αυτό είναι το πιο ισχυρό τους προτέρημα. Η τέχνη των κόμικς συγκροτείται από πολλά είδη έντασης, στην οποία πολλαπλοί τρόποι ανάγνωσης, διαφορετικές ερμηνευτικές επιλογές και πιθανότητες μπορούν να αντιπαρατεθούν μεταξύ τους την ίδια στιγμή. Αν αυτό ισχύει, τότε οι αναγνώστες των κόμικς καλούνται να κινητοποιήσουν διαφορετικές αναγνωστικές στρατηγικές ή ερμηνευτικά σχήματα συγκριτικά με αυτές που θα κινητοποιούσαν στην ανάγνωση ενός συμβατικού γραπτού κειμένου. Οι αναλυτές λόγου και οι θεωρίες του κοινωνικού κονστρουξιονισμού υποστηρίζουν τη θέση ότι το νόημα είναι πάντα υπό διαπραγμάτευση και ότι υπάρχουν σύνθετες διλημματικές θέσεις και κατασκευές σε κάθε είδους λόγου. Ακριβώς αυτό συμβαίνει και με τα κόμικς, το οποίο έχει ως αποτέλεσμα την προαγωγή της διλημματικότητας ως ερμηνευτικού εργαλείου των κοινωνικών φαινομένων «μέσα από τη διπλή οπτική του δημιουργού και του αναγνώστη[x].

Σήμερα στην ακαδημαϊκή κοινότητα υπάρχει ξεχωριστός κλάδος για τη θεωρία των κόμικς. Πρόκειται για μια σύνθετη συνομιλία, με πολλές φωνές και θέσεις, που εκτυλίσσεται στο παρόν. Η κριτική των κόμικς αντιτίθεται στη λογοτεχνική κριτική που επικράτησε από τα μέσα του εικοστού αιώνα μέχρι τώρα. Ένα από τα επιχειρήματα είναι η σύνδεση της λογοτεχνικής θεωρίας με βικτωριανά ιδανικά που προτάσσουν με παραδοσιακό τρόπο την “κοινωνική υπευθυνότητα” των τεχνών, συγκεκριμένες συντηρητικές θέσεις για την πρόοδο, καθώς και μοντερνιστικά ρεπερτόρια. Οι θέσεις αυτές στάθηκαν ελιτίστικες απέναντι στα κόμικς ως ισότιμα έργα τέχνης. Παράλληλα, οι ίδιοι οι θεωρητικοί των κόμικς τονίζουν την ανάγκη να δοθεί έμφαση στα σύγχρονα κοινωνικο-πολιτικά θέματα και θεωρητικά πεδία: τον φεμινισμό, τον μαρξισμό, την αποδόμηση και τον μεταμοντερνισμό[xi]. Το κείμενό μου κινείται σε μια τέτοια αντίστοιχη κατεύθυνση, επιχειρηματολογώντας για το έργο του Chris Ware. Επιπλέον, επιστημολογικά προτείνεται η σύνδεση της κριτικής θεωρίας των κόμικς με άλλα επιστημονικά πεδία: της κοινωνιολογίας, της κριτικής ψυχολογίας και της ανάλυσης λόγου. Η διεπιστημονικότητα είναι καθοριστική, αφού τα κόμικς συμμετέχουν, όπως όλα τα είδη τέχνης, στην κατασκευή της ιδεολογίας[xii].

Πολλά από τα σύγχρονα graphic novels εστιάζουν σε όσους/όσες ζουν στο περιθώριο της ιστορίας και των γεγονότων. Σε μία από τις πιο γνωστές δουλειές του τον Jimmy Corrigan: το πιο έξυπνο παιδί του πλανήτη, ο Chris Ware κατάφερε να ανατρέψει τις ηγεμονικές κατασκευές που αναφέρθηκαν προηγουμένως. Το κόμικ που βγήκε το 2001 κέρδισε το βραβείο του Guardian και ήταν το πρώτο υποψήφιο κόμικ στην κατηγορία των λογοτεχνικών βραβείων. Ήδη, με τη συστηματική προσπάθεια πολλών καλλιτεχνών[xiii], τα κόμικς είχαν εδραιώσει τη θέση τους ως «έργα τέχνης», παρά την άρνηση πολλών κριτικών να αποδεχτούν την καλλιτεχνική λογοτεχνική αξία τους. Ακόμα και το κείμενο που συνοδεύει την εικόνα διαρρηγνύει τη διάκριση κειμένου-εικόνας, γιατί μπορεί να έχει πολλές διαφορετικές γραφιστικές ποιότητες[xiv]. Επομένως, τα κόμικς είναι υβριδικά, το σύνολο δεν αποτελείται από το γινόμενο των συστατικών του. Ταυτόχρονα, η εξέλιξη των κόμικς στη σύγχρονη εποχή λειτουργεί ως συνεχής υπενθύμιση των “θεωρητικών κινδύνων” στην κατάταξη των έργων τέχνης σε όσα θεωρούνται “υψηλής” κουλτούρας και σε αυτά που αντιμετωπίζονται ως έργα με σύντομη ημερομηνία λήξης.

Ο Μπένγιαμιν έγραψε θεωρητικά για την ανάγκη ανάπτυξης μιας νέας γλώσσας που θα καταγράφει το παρόν, καθώς αυτό κινείται στο παρελθόν. Η σχέση παρόντος, παρελθόντος και μέλλοντος, σε διαρκή αλληλεπίδραση, απαντάται και στο έργο του Ware. Αυτό επιτυγχάνεται με τα κόμικς του και ακολουθώντας την επιθυμία του Μπένγιαμιν να διαταραχθεί το όριο ανάμεσα στη γραφή και την εικόνα. Μάλιστα, η διαχρονικότητα και η επισήμανση των πολιτικών χαρακτηριστικών στις ιστορίες των χαρακτήρων του επιτείνει την ανάδειξη της καθημερινότητας ως μοναδικού πεδίου ανάδειξης των σύγχρονων πολιτικών διλημμάτων για την ανθρώπινη επικοινωνία, τον χώρο, τη σύνδεση ατομικού-κοινωνικού-πολιτικού.

Ο Nadel[xv] υποστηρίζει ότι με τη σύζευξη εικόνας και κειμένου ο Ware επιτυγχάνει την καταγραφή παράλληλων και αντιφατικών συναισθημάτων, δημιουργώντας μια νέα γλώσσα. Η κριτική αποτίμηση των συμβάντων και η απομυθοποίηση εξιδανικευτικών σχημάτων είναι επίσης χαρακτηριστικό του έργου του. Αναλύοντας κριτικά τα κόμικς του ο Pollman[xvi] αναφέρει την έννοια της ρωπογραφίας στο έργο του Ware, σε αντιστοίχηση με την έννοια της μεγαλογραφίας. Η πρώτη καταγράφει με λεπτομέρεια το καθημερινό, το εσωτερικό, το συνηθισμένο, η δεύτερη το υπερβολικό και το ηρωικό. Με τη λεπτομερή παράθεση/καταγραφή συμβάντων της καθημερινότητας, στα οποία κανείς δε δίνει σημασία (ξύπνημα, ντύσιμο, φαγητό), αλλά και απλών αντικειμένων, ο Ware οδηγεί τους αναγνώστες τους στην πολυεπίπεδη συναισθηματική κινητοποίησή τους, υπογραμμίζοντας τη συνθετότητα του πιο απλού γεγονότος.

#4

Ο Ware καταγράφει επίσης στο έργο του με σαρκαστική και κριτική διάθεση τους τρόπους με τους οποίους τα κόμικς συνομιλούν με την ιστορία της τέχνης, είτε ως ένα «περιθωριακό» στοιχείο έξω από τον χώρο της, είτε καταγράφοντας τους διάφορους «αποκλεισμούς» στην παραδοσιακή ιστορία τέχνης. O καλλιτέχνης έχει άμεση επίγνωση για την υποκειμενικότητα που χαρακτηρίζει όλες τις ιστορίες, αναγνωρίζοντας ότι η καταγραφή κάθε ιστορικής αφήγησης συνδέεται με συγκεκριμένους τρόπους με τα συμφέροντα και τις προκαταλήψεις των αφηγητών τους[xvii]. Τοιουτοτρόπως, ο Ware επισημαίνει τη συνθετότητα της καθημερινότητας που μπορεί να φαίνεται εκ πρώτης όψεως τετριμμένη, αλλά καταγράφει επίσης την «ωραιοποίηση» της από την τέχνη, ενώ παράλληλα επιλέγει να δει κριτικά τον εαυτό του, αυτοσαρκαζόμενος με την εμμονή του να αποτυπώνει τις ανθρώπινες ματαιώσεις μέσω της λεπτομερούς καταγραφής καθημερινών στιγμών. Η Raeder[xviii] επισημαίνει την ομοιότητα που παρουσιάζει το έργο με αυτό του Magritte, ο οποίος επίσης αναδεικνύει το πόσο περίεργη μπορεί να είναι η καθημερινότητα. Ο Ware ασκεί κριτική στην ελιτίστικη τάση της θεωρίας της τέχνης, που θέτει περιορισμούς στην ταυτότητα του καλλιτέχνη, του έργου τέχνης, καθώς και των θεατών. Η κριτική αυτή συνομιλεί παράλληλα με την ιστορική γνώση του Ware για την επίμονη περιθωριοποίηση των κόμικς στην ιστορία της τέχνης και τις θεωρίες της λογοτεχνίας.

Μνήμη, ταυτότητα, παρόν, παρελθόν και μέλλον

Στον Ware οι μνημονικές διαδικασίες εκκινούν από ένα τραυματικό παρελθόν, προσωπικό ή ιστορικό, το οποίο είναι υπεύθυνο για τις μεταβάσεις στο παρόν[xix]. Η μνήμη είναι κομβική και πανταχού παρούσα στο έργο του Ware. Οι ήρωες και οι ηρωίδες του βρίσκονται μόνοι τους χωρίς τη βοήθεια κανενός υπερ-ήρωα ή θεού. Καλούνται να διαχειριστούν τις ιστορίες τους και το παρελθόν τους με την κριτική αποτίμηση και τη σύνδεση παρόντος, παρελθόντος και μέλλοντος. Προφανώς, η διαδρομή αυτή έχει πολλές διακυμάνσεις και η έκβαση δεν είναι μονοδιάστατη. Ο Gardner[xx] περιγράφει έναν κόσμο στο ημίφως, όπου παρελθόν και παρόν, εικόνα και κείμενο, δημιουργός και αναγνώστης αλλάζουν διαρκώς θέσεις ανάλογα με την οπτική γωνία. Η δομή του κόμικ είναι ο καθοριστικός παράγοντας για τη δημιουργία αυτού του αμφίσημου χώρου που μόνιμα αλλάζει. Το μαγικό στα έργα του Ware είναι το ότι δεν παρατηρούμε απλώς το αργό πέρασμα του χρόνου. Οι αναγνώστες μπορούν με τη σύνδεση λόγου και εικόνας να βιώσουν τον χρόνο σε όλη τη συνθετότητά του, όπως και οι χαρακτήρες των έργων του. Στην περίπτωση του Ware ο δημιουργός δε στηρίζεται σε εξιδανικευμένες στιγμές ιδανικών στιγμών, αλλά προβληματίζει πολιτικά τους αναγνώστες για την ιστορικότητα του χρόνου, καταγράφοντας με κοπιώδη τρόπο αμφίσημες παράλληλες εκδοχές των συμβάντων. Έτσι ποτέ τα πράγματα δεν είναι “άσπρο-μαύρο”. Τα ηθικά δίπολα καταρρέουν μέσα από την καταγραφή της ιστορικότητας του χρόνου, όχι αοριστολογικά, αλλά με την υλικότητα των καθημερινών κινήσεων των πρωταγωνιστών των έργων, καθώς μένουν άυπνοι, πλένονται ή ετοιμάζουν αφηρημένοι κάτι να φάνε. Ο καλλιτέχνης «καταγράφει τις εντάσεις, τη βαρεμάρα, την παραξενιά της καθημερινότητας, χρησιμοποιώντας ονοματοποιητικές λέξεις που τοποθετούνται στο κείμενο για να περιγράψουν τον βήχα, το φτέρνισμα, το καθάρισμα του λαιμού, τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αγγίζουν καθημερινά αντικείμενα: τον ήχο ενός κλειδιού στην κλειδαριά, το ραδιόφωνο, τα ρολόγια και τα τηλέφωνα»[xxi].

#5

Με τη διαχρονικότητα και την αλληλεπίδραση παρόντος, παρελθόντος και μέλλοντος, αλλά και την παράθεση παράλληλων διαφορετικών θέσεων υποκειμένων των χαρακτήρων των έργων του Ware και των αναγνωστών μέσα σε έναν συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, ο καλλιτέχνης πολιτικοποιεί τη χρονικότητα, δίνοντάς της συγκεκριμένα ατομικά, κοινωνικά, συλλογικά, πολιτικά, συναισθηματικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά. Η κατασκευή και η αντίληψη του χρόνου στο έργο του Ware χαρακτηρίζεται από τη διλημματικότητα, όπως αποτυπώνεται στο έργο των Billig και των συνεργατών του. Παράλληλα, η διλημματικότητα συνδέεται με τις αλλαγές στις θέσεις των υποκειμένων των πρωταγωνιστών των ιστοριών, καθώς περνάν από παράλληλες σύνθετες θέσεις υποκειμένου[xxii] και εμπλέκονται διαρκώς σε νέα ιστορικά/πολιτικά/προσωπικά και κοινωνικά διλήμματα.

Ο Raeburn[xxiii] περιγράφει το έργο του Ware ως μια πολυφωνική εκδοχή χώρου και χρόνου με σύνθετες θέσεις για τη μοναξιά, τις σχέσεις και τον σύγχρονο κόσμο. Η ματιά δεν είναι τελεολογική ή απαισιόδοξη. Ο Ware πάντα αφήνει χώρο σε νέες πιθανότητες αλλαγών και ανατροπών, ακόμα και στην πιο δύσκολη κατάσταση.

Ταυτόχρονα, καθώς καταγράφει λεπτομερώς τις ζωές των ηρώων του, ο Ware χρησιμοποιεί την παρωδία, όπως την εννοεί η Butler[xxiv], όταν, για παράδειγμα, επισημαίνει ότι για να μπορέσεις να παρωδήσεις κάποιον ή κάτι πρέπει προηγουμένως να αναγνωρίσεις τους δεσμούς που έχεις αναπτύξει μαζί του. Η παρωδία, λοιπόν, δίνει τη δυνατότητα στον καλλιτέχνη να επισημάνει την συνθετότητα των σχέσων και των συναισθημάτων, καταγράφοντας τα λεπτά όρια που καταλύουν τελικά τη δυνατότητα να απεικονίσουμε τον κόσμο με διπολικό τρόπο. Στον Jimmy Corrigan η κλασική φιγούρα του υπερ-ήρωα αναδομείται, αποκτώντας πολλαπλές ταυτότητες και λειτουργίες. Η αρχή γίνεται με την “απουσία” του πατέρα του πρωταγωνιστή, ο οποίος προσπαθεί να διαχειριστεί την απώλεια, κατασκευάζοντας διαφορετικές εκδοχές του υπερ-ήρωα στο φαντασιακό του. Αν, όπως έλεγε ο Έκο[xxv] (1979) το υποκείμενο δεν είναι υπεύθυνο για το παρελθόν του, αλλά ούτε και απόλυτος “αφέντης” του μέλλοντος, τότε η απομυθοποίηση του υπερ-ήρωα, στο έργο του Ware, συμβαδίζει με τη διαπίστωση αυτή, αναγνωρίζοντας ωστόσο την αλληλεπίδραση φαντασίας και πραγματικότητας.

 Η ιστορικότητα, η αμφιβολία και το πολιτικό στην καθημερινότητα

 Στο έργο του Ware, όπως και σε άλλα κόμικς, οι ιστορίες συνδέονται με τη λογοτεχνία, την ποίηση, το ρεπορτάζ, καθώς και με άλλα λογοτεχνικά είδη[xxvi].

Σημασία δεν έχει το σενάριο, ούτε η ιστορία. Σε ένα λιγότερο σύνθετο πλαίσιο, οι ιστορίες του μπορεί να θεωρούνται “εύπεπτα” μελοδραματικές και αδιάφορες. Η οξύτατη ικανότητα του όμως να παρατηρεί τους ανθρώπους, καθώς κινούνται στις πόλεις και τους χώρους, η λεπτομερής απεικόνιση ενός φύλλου που πέφτει, ενός παραθύρου ή ενός κτιρίου, ο τρόπος που ζουμάρει σε ένα καρέ, αφού πρώτα έχει αποδώσει τη γενική εικόνα ενός τοπίου, αλλά και η αλληλεπίδραση του χώρου με τις ανθρώπινες παρουσίες προσδίδουν κάτι βαθύτατα ανθρώπινο σε κάθε καρέ του έργου του. Η μετάβαση, σε μια λεπτομερή καταγραφή των συνδετικών στοιχείων στις σχέσεις ή τις ζωές των πρωταγωνιστών του, αποτελεί μια λεπτομερή απεικόνιση της εσωτερικής και εξωτερικής πραγματικότητας, δημιουργώντας τελικά την αίσθηση ότι στο έργο του παρατίθεται η «κοινή ανθρώπινη μοίρα»[xxvii] σε διαφορετικές φάσεις και χρόνους. Οι επιθυμίες των ανθρώπων και οι ματαιώσεις τους, η δυσκολία να διαχειριστούν όσα συμβαίνουν, καθώς και τυχαία συμβάντα από τη ζωή σε μία πόλη συνθέτουν ένα μεγάλο κολάζ από καθημερινές ιστορίες. Ιστορίες κοινές και διαφορετικές συγχρόνως. Όλα αυτά επιτυγχάνονται στο έργο του Ware χωρίς διδακτικά ή ηθικοπλαστικά στοιχεία. Αυτό που έχει ενδιαφέρον, δεν είναι η κατάληξη της ιστορίας, αλλά η επίμονη καταγραφή της λεπτομέρειας στις σκέψεις και στο περιβάλλον των ανθρώπων. Έτσι κατασκευάζεται ένα «σώμα» από σπαρακτικά στιγμιότυπα, που αποτελούν τη μεγάλη αφήγηση της καθημερινότητας. Για τον καλλιτέχνη όλα έχουν μια σημασία. Καταγράφει αυτό που σχεδόν κανείς δεν θα προσέξει και το κάνει χωρίς μελοδραματισμό, αλλά με σεβασμό απέναντι σε κάθε ανθρώπινη ιστορία. Καθετί που συμβαίνει αναδεικνύεται στο έργο του Ware, με αποτέλεσμα κάθε καρέ να δημιουργεί νέες συνδέσεις για τους τρόπους με τους οποίους διασχίζουμε τον χρόνο και τη ζωή. Σε κάθε ιστορία του Ware γινόμαστε συν-δημιουργοί, αφού καλούμαστε να πάρουμε θέση, να παρακολουθήσουμε την πολυπλοκότητα των ανθρώπων, των σχέσεων, των στιγμών. Φαίνεται πως ο δημιουργός δεν ενδιαφέρεται για μια τελεολογία του ατόμου και των σχέσεων, ούτε για ένα γραμμικό αιτιολογικό σχήμα εξήγησης των κοινωνικών φαινομένων. Η μεγάλη αφήγηση στο έργο του δημιουργού έρχεται από την παράταξη διαφορετικών φωνών και συμβάντων, από την κοπιώδη καταγραφή τους και την ανάδειξη αυτών στον συγκεκριμένο χρόνο και τόπο. Ο Ware είναι εκείνος που παρακολουθεί στενά την καθημερινότητα των πρωταγωνιστών ως παντογνώστης αφηγητής. Οι αναγνώστες προσκαλούνται να τοποθετηθούν συναισθηματικά απέναντι σε όσα συμβαίνουν, ταυτιζόμενοι με τους ήρωες των βιβλίων του και περνώντας από διαφορετικές θέσεις υποκειμένου. Έτσι αποφεύγεται να καταλήξουν σε ηθογραφικά απλουστευτικά συμπεράσματα.

Ακόμα και η φιγούρα του υπερ-ήρωα λειτουργεί αμφιθυμικά στο έργο του Ware. Στον Jimmy Corrigan: the smartest kid on earth, καθώς μεγαλώνει ο πρωταγωνιστής του βιβλίου έχει τον Σούπερμαν, σαν αγαπημένο υπερ-ήρωα. Oι αναγνώστες βρίσκονται συχνά μπλεγμένοι ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία. Ο Σούπερμαν άλλες φορές κατασκευάζεται ως «το ειρωνικό σύμβολο ενός ανέφικτου ιδανικού»[xxviii], ενώ σε άλλα σημεία ο υπερ-ήρωας συνδέεται με την τραγικότητα της καθημερινότητας, όπως, για παράδειγμα, εκεί όπου ο σούπερμαν εντοπίζεται σκοτωμένος στον δρόμο. Στον Jimmy Corrigan η μορφή του Σούπερμαν υπενθυμίζει διαρκώς τη διαδρομή του Jimmy καθώς προσπαθεί να διαχειριστεί την εγκατάλειψη από τον πατέρα του σε μικρή ηλικία. Ας σημειωθεί, ωστόσο, πως η μίξη φαντασίας και πραγματικότητας στον Σούπερμαν δεν παραπέμπει σε μια εύκολη ψυχαναλυτική ανάγνωση, αλλά στη διαπίστωση ότι η ζωή περιέχει πολλές ματαιώσεις και δεν αφορά στη διεκδίκηση ενός “απολιτίκ” ευδαιμονισμού. Παράλληλα, οι κατασκευές του υπερ-ήρωα στον Jimmy Corrigan καταγράφουν και τα διλήμματα του Ware ως προς την έννοια της λύτρωσης, και έτσι όπως την αποτύπωσε στο έργο του ο Μπένγιαμιν[xxix]. Ο Ware θα επιθυμούσε ένα ευτυχισμένο τέλος, γνωρίζει όμως ότι η πραγματικότητα δεν μπορεί να είναι εξιδανικευμένη και ιδεαλιστική[xxx]. Αναγνωρίζει, λοιπόν, τα διλήμματα και τη συνθετότητα επιθυμίας και πραγματικότητας, και δημιουργεί τους χώρους της αφήγησής του από τη σύνθετη ανάπτυξη αυτής της σχέσης.

#6

Ένας άλλος τρόπος να καταγράψει στα κόμικς του την εμπειρία της καθημερινότητας και του πραγματικού σε όλες τις τετριμμένες εκδοχές τους είναι η χρήση του νατουραλισμού[xxxi]. Κάποια παράλληλα στιγμιότυπα δείχνουν επί τούτου τους χαρακτήρες να φαίνονται “απλοϊκοί”. Με αυτόν τον τρόπο οι εικόνες αυτές καταλήγουν σε μια σύνθετη ερμηνεία. Η πραγματικότητα διογκώνεται σε τέτοιο βαθμό με τρόπους που μια πιο ρεαλιστική καταγραφή των συμβάντων δεν θα μπορούσε να πετύχει το ίδιο αποτέλεσμα. Η “απλοϊκότητα”, λοιπόν, σε κάποια από τα καρέ του είναι επιτηδευμένη και σχεδιασμένη έτσι, επειδή ο Ware «δεν έχει στόχο να καταγράψει το συναίσθημα, αλλά αντίθετα να το δημιουργήσει»[xxxii]. O καλλιτέχνης υπενθυμίζει μόνιμα στους αναγνώστες του με τον νατουραλισμό ότι «η ζωή σπάνια είναι μόνο συναισθηματική κατάσταση, αλλά σχεδόν πάντα πρόκειται για παράξενη μίξη καταστάσεων, σαν να έχεις προβλήματα με τα παιδιά σου, αλλά τα πας πολύ καλά στη δουλειά σου»[xxxiii].

Μια άλλη τεχνική του καλλιτέχνη που προκαλεί τη συναισθηματική, πολιτική και κριτική τοποθέτηση των αναγνωστών του είναι η παρουσίαση ενός συναισθηματικού συμβάντος σε ένα σκηνικό εξαιρετικής ομορφιάς (ένα τοπίο ή ένα κτήριο για παράδειγμα). Η παράθεση ενός “άσχημου γεγονότος” με ένα υπέροχο φυσικό ή αρχιτεκτονικό τοπίο εντείνει τη συναισθηματική τοποθέτηση του αναγνώστη.

Η κοπιώδης εικαστική λεπτομερής καταγραφή της καθημερινότητας σε κάθε καρέ του έργου τού Ware, με την καταγραφή ενός αντικειμένου, ενός κτηρίου, ή με τη χρήση διαγραμμάτων, “απαιτεί” αντίστοιχα την κινητοποίηση του αναγνώστη, ο οποίος πρέπει να συγκεντρωθεί για να παρακολουθήσει όλες τις λεπτομέρειες που έρχονται σε κάθε σελίδα ή καρέ.

Περιγράφοντας τη λειτουργία των κόμικς, ο McCloud[xxxiv] επισήμανε ότι «κάθε καρέ στα κόμικς καταλαμβάνει έναν διαφορετικό χώρο. Ο χώρος κάνει για τα κόμικς, αυτό που κάνει ο χρόνος για τον κινηματογράφο». Ο χώρος όμως αποκτά στα κόμικς τη σημασία του και τις συνδέσεις του μόνο με τη συμμετοχή του αναγνώστη που συνδέει τα επιμέρους κομμάτια και φτιάχνει λογικές, χωρικές, συναισθηματικές και άλλου τύπου ακολουθίες.

Αν και συχνά η δουλειά του Ware χαρακτηρίζεται μελαγχολική και σκοτεινή, ο ίδιος αρνείται τέτοιους εύκολους χαρακτηρισμούς. Στη συνέντευξή του στη Littleton[xxxv] ο ίδιος θεωρεί ότι στο σύνολό της ο Jimmy Corrigan είναι μια χαρούμενη ιστορία, που όμως δεν παραγνωρίζει το γεγονός ότι η ζωή είναι διάσπαρτη με βαρετές ή θλιβερές στιγμές. « Το να δείξω το αντίθετο είναι απίστευτα καταθλιπτικό για μένα, γιατί συνεισφέρει στην πολιτισμική προκατάληψη που προσδοκά ότι η ζωή είναι όλο χαμόγελα και ενθουσιώδεις στιγμές». O Ware, λοιπόν σε όλο το έργο στέκεται κριτικά απέναντι στις πολιτικές του «ευδαιμονισμού». Η αμφιθυμία και το στοιχείο της αμφιβολίας στην εναλλαγή κειμένου-εικόνων, αλλά και στην εξέλιξη των ιστοριών πολιτικοποιούν την πραγματικότητα, προσδίδοντάς της τη συνθετότητα που τη χαρακτηρίζει.

#7

Εύστοχα, λοιπόν, η Kuhlman[xxxvi] για να μιλήσει για τους αναγνώστες του Ware, παραπέμπει στη διαπίστωση του Barthes[xxxvii], ο οποίος επισημαίνει ότι η ανάγνωση είναι ένα είδος εργασίας. Όλοι οι αναγνώστες και αναγνώστριες του Ware «μυούνται» στη φιλοσοφία ότι η ανάδειξη των συμβάντων και η μεταξύ τους συνομιλία και σχέση συνθέτουν τη μόνη “μεγάλη αφήγηση”. Η αποσπασματικότητα, λοιπόν, είναι για τον Ware o μόνος τρόπος σύνθεσης μιας ευρύτερης αφήγησης για τα κοινωνικά φαινόμενα και τις ανθρώπινες ιστορίες.

(Ἡ συνέχεια τὴν Πέμπτη, 19.03.2020)



[i] Ware, C. (2000) Jimmy Corrigan: The Smartest Kid on Earth, Νέα Υόρκη: Pantheon.

[ii] Ware, C. (2012) Building Stories, Νέα Υόρκη: Pantheon.

[iii] Ware, C. (2019) Rusty Brown, Νέα Υόρκη: Pantheon.

[iv] Με την έννοια «ιερά κείμενα» αναφέρομαι σε κάθε βιβλίο θεωρείται κλασικό στο πέρασμα του χρόνου, όπως για παράδειγμα τα Ομηρικά έπη.

[v] Witek, J. (1989) Comic Books as History: The Narrative Art of Jack Jackson, Art Spiegelman, and Harvey Pekar. Studies in Popular Culture (επιμ. Inge, T. M), Jackson: UP of Mississippi.

[vi] Dycus, D. J. (2012) Chris Ware’s: Jimmy Corrigan. Honing the Hybridity of the Graphic Novel, Cambridge: Cambridge Scholars Publishing.

[vii] Ό.π, σ. 3

[viii] Billig, M., Condor, S., Edwards, D., Gane, M., Middleton, D. και Radley, A.R. (1988). Ideological Dilemmas. Λονδίνο: Sage Publications.

[ix] Hatfield, C. (2005) Alternate Comics: An emerging literature, Jackson: UP of Mississippi, σ. 36.

[x] Gardner, J. (2006) Archives, Collectors, and the New Media Work of Comics, Modern Fiction Studies, 52: 4, σσ. 787-806, σ. 801.

[xi] Βλ. Dycus, D. J. (2012) και McCloud, S. (2000) Reinventing Comics: How Imagination and Technology Are Revolutionizing an Art Form, Νέα Υόρκη: Harper Collins.

[xii] Smoodin, E. (1992) “Cartoon and Comic Classicism: High-Art Histories of Lowbrow Culture”, American Literary History, 4: 1, σσ. 129-140.

[xiii] Ενδεικτικά αναφέρω εδώ το έργο των: Harvey Pecar, Alan Moore, Eddie Campbell, Robert Crumb, Art Spiegelman, Will Eisner, Daniel Clawes.

[xiv] Βλ. Dycus, D. J. (2012)

[xv] Nadel, D. (2001) “Jimmy Corrigan, The Smartest Kid on Earth”, Graphis, 57: 333: 13.

[xvi] Pollman, J. (1999) “An Art of the Real: About the Adulthood of Contemporary Comcs”, International Journal of Comic Art, Φθινόπωρο: σσ. 107-126.

[xvii] Raeder, K. (2010) “Chris Ware and the Burden of Art History”, στο The Comics of Chris Ware: Drawing is a Way of Thinking, (επιμ. Ball, D. M. και Kuhlman B. M.), Jackson: UP of Mississippi, σσ. 65-77.

[xviii] Ό.π.

[xix] Kuhlman, M.B και Ball, D. M. (2010) “Introduction: Chris Ware and the Cult of Difficulty”, στο The Comics of Chris Ware: Drawing is a Way of Thinking, (επιμ. Ball, D. M. και Kuhlman B. M.), Jackson: UP of Mississippi, σσ. ix-xxiii.

[xx] Βλ. Gardner, J. (2006)

[xxi] Kloberg, L. J. (2001) “Jimmy Corrigan: The Smartest Kid on Earth”, National Forum, 81: 3, σσ. 44-45, σ. 45.

[xxii] Για την έννοια των θέσεων υποκειμένου βλ.: Harré, R. και Moghaddam, F. M. (επιμ.) (2003). The Self and Others: Positioning Individuals and Groups in Personal, Political and Cultural Contexts. Westport, CT: Praeger και Wetherell, M. (1998). Positioning and interpreting repertoires: Conversation analysis and post –structuralism. Discourse & Society, 9 (3), σσ. 387-412.

[xxiii] Raeburn, D. (2004) “Building a Language”, Chris Ware. Monographics, Rick Poynor, New Haven: Yale UP.

[xxiv] Butler, J. (1997) Excitable Speech: a Politics of The Performative, Νέα Υόρκη: Routledge.

[xxv] Eco, U. (1979) “The Myth of Superman”. Στο The Role of the Reader, μτφρ. Chilton, N., σσ. 107-124, Bloomington: Indiana University Press.

[xxvi]Βλ. Dycus, D. J. (2012)

[xxvii] Η κοινή ανθρώπινη μοίρα είναι βιβλίο του Butler Samuel.

[xxviii] Βλ. Dycus, D. J. (2012), σ.75.

[xxix] Benjamin, W. (1969) Illuminations: Essays and Reflections, Λονδίνο: Schocken Books.

[xxx] Gilmore, S. (2010) “Public and Private Histories in Chris Ware’s Jimmy Corrigan” στο The Comics of Chris Ware:Drawing is a Way of Thinking, (επιμ. Ball, D. M. και Kuhlman B. M.), Jackson: UP of Mississippi, σσ. 146-158.

[xxxi] Βλ. Dycus, D. J. (2012)

[xxxii] Βλ. Raeburn, D. (2004), σ. 18.

[xxxiii] Βλ. Dycus, D. J. (2012), σ. 92.

[xxxiv] Βλ. McCloud, S. (2000), σ. 7.

[xxxv] Βλ. Dycus, D. J. (2012)

[xxxvi] Kuhlman, M. B. (2010) “In the Comics Workshop: Chris Ware and the Oubapo”, in The Comics of Chris Ware:Drawing is a Way of Thinking, (Ball, D. M. and Kuhlman B. M. eds.), Jackson: UP of Mississippi, pp.78-89.

[xxxvii] Barthes, R. (1974) S/Z, μτφρ.-εισαγ. Howard, R., Νέα Υόρκη: Noonday, σ. 10.