Τί είναι τελικά νεοφιλελευθερισμός;

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Α­κού­με και δι­α­βά­ζου­με δια­ρκώς α­πό δι­ά­φο­ρους θε­ω­ρη­τι­κούς της οι­κο­νο­μί­ας και της πο­λι­τι­κής για τον σύγ­χρο­νο «Νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμό» και το πώς αυ­τός α­πει­λεί τις κα­τώ­τε­ρες τά­ξεις και σε τε­λι­κή α­νά­λυ­ση, την ί­δια τη Δη­μο­κρα­τί­α, ω­στό­σο (σχε­δόν) πο­τέ ως τώ­ρα, α­πό ό­σο εί­μαι σε θέ­ση να γνω­ρί­ζω, δεν έ­χει δο­θεί α­πό τους ί­διους έ­νας σα­φής και ξε­κά­θα­ρος ο­ρι­σμός ως προς το τι εί­ναι «Νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμός», ποι­οι εί­ναι οι θε­ω­ρη­τι­κοί του και που α­κρι­βώς α­πο­σκο­πεί. Μπο­ρού­με να κα­λύ­ψου­με ί­σως αυ­τό το κε­νό, ε­ξε­τά­ζον­τας έ­νας α­πό τους ε­πι­φα­νέ­στε­ρους εκ­προ­σώ­πους του, που δεν εί­ναι άλ­λος α­πό τον Φρήντριχ φον Χάγιεκ.

Friedrich-HayekΑν ο Κέϋνς θε­ω­ρεί­ται ως ο ση­μαν­τι­κό­τε­ρος Οι­κο­νο­μο­λό­γος κα­τά το πρώ­το ή­μι­συ του 20ού αι­ώ­να, τό­τε ο νομ­πε­λί­στας Φρήντριχ φον Χάγιεκ, θα έ­πρε­πε ο­πωσ­δή­πο­τε να θε­ω­ρεί­ται ο ση­μαν­τι­κό­τε­ρος κα­τά το δεύ­τε­ρο ή­μι­συ. Μέ­χρι σή­με­ρα οι δυ­ο τους εκ­προ­σω­πούν δυ­ο (θε­με­λι­ω­δώς;) δι­α­φο­ρε­τι­κούς δρό­μους για τον Δυ­τι­κό κα­πι­τα­λι­σμό: α­πό τη μια με­ριά βρί­σκε­ται ο Κέϋνς και η Σο­σι­αλ­δη­μο­κρα­τί­α, που κά­νον­τας ο­ρι­σμέ­νες πα­ρα­χω­ρή­σεις στο Σο­σι­α­λι­σμό ει­ση­γεί­ται την τό­νω­ση της ζή­τη­σης των α­γο­ρών α­πό το κρά­τος και α­πό την άλ­λη, ο Νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμός του Χάγιεκ, τό­σο δυ­σφη­μι­σμέ­νος σή­με­ρα, που πρε­σβεύ­ει την ε­πι­στρο­φή στο laissez faire του 19ου αι­ώ­να, με την ε­λά­χι­στη κρα­τι­κή πα­ρέμ­βα­ση στον οι­κο­νο­μι­κό το­μέ­α. Το βι­βλί­ο του Χάγιεκ, Ο δρό­μος προς τη δου­λεί­α, α­πο­τε­λεί για πολ­λούς το α­ρι­στούρ­γη­μά του και με τον τρό­πο του κα­τα­φέρ­νει να δι­α­τη­ρεί την ε­πι­και­ρό­τη­τά του ως τις μέ­ρες μας, αν και αρ­χι­κά α­πορ­ρί­φθη­κε α­πό τρεις εκ­δό­τες ως «α­πα­ρά­δε­κτο», πριν α­πο­κτή­σει την α­προσ­δό­κη­τη ε­πι­τυ­χί­α που τε­λι­κά α­πέ­κτη­σε και με­τα­φρά­στη­κε σε δι­ά­φο­ρες γλώσ­σες. Ο συγ­γρα­φέ­ας του ξε­κί­νη­σε να το γρά­φει κα­τά τη διά­ρκεια του πο­λέ­μου και το δη­μο­σί­ευ­σε προς το τέ­λος του, προ­κει­μέ­νου να προ­λά­βει να ε­πη­ρε­ά­σει τις ι­στο­ρι­κές ε­ξε­λί­ξεις. Σύμ­φω­να μά­λι­στα με τον Χάγιεκ, τί­πο­τε δεν έ­χει δι­α­βλη­θεί πε­ρισ­σό­τε­ρο ά­δι­κα, α­πό τον κλα­σι­κό Φι­λε­λευ­θε­ρι­σμό. Πριν στρα­φού­με στον σχο­λια­σμό του συγ­κε­κρι­μέ­νου βι­βλί­ου, εί­ναι χρή­σι­μο να προ­τά­ξου­με μια σύν­το­μη ει­σα­γω­γή.

Α­πό ο­ρι­σμέ­νες α­πό­ψεις, εί­ναι αρ­κε­τά α­ξι­ο­πε­ρί­ερ­γο ό­ταν α­να­λο­γι­στεί κα­νείς, με­λε­τών­τας την αν­θρώ­πι­νη ι­στο­ρί­α, πό­σα πράγ­μα­τα που σή­με­ρα θε­ω­ρού­με αυ­το­νό­η­τα εί­ναι στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα προ­ϊ­όν­τα ευ­νο­ϊ­κών συγ­κυ­ρι­ών και τυ­χαί­ων γε­γο­νό­των του πρό­σφα­του πα­ρελ­θόν­τος μας. Έ­χει μά­λι­στα δι­α­πι­στω­θεί ό­τι μέ­σα σε δι­ά­στη­μα δι­α­κο­σί­ων ε­τών α­πό το 1780 συ­νέ­βη­σαν κοι­νω­νι­κές με­τα­βο­λές και ε­φευ­ρέ­σεις που α­πό πολ­λές α­πό­ψεις υ­περ­βαί­νουν σε ση­μα­σί­α α­πό αυ­τές που εί­χαν συμ­βεί σε ο­λό­κλη­ρη την προ­η­γού­με­νη ι­στο­ρί­α του αν­θρώ­που. Τε­ρά­στια το­μή ε­πέ­φε­ρε ο 19ος αι­ώ­νας, με τις ε­πι­νο­ή­σεις του: τέ­τοι­α πα­ρα­δείγ­μα­τα εί­ναι οι φυ­λα­κές, τα σχο­λεί­α, τα νο­σο­κο­μεί­α, τα γρα­φεί­α, οι φω­το­γρα­φί­ες και τα τη­λέ­φω­να, τα ε­θνι­κά κρά­τη, και σε τε­λι­κή α­νά­λυ­ση, τον ί­διο τον βι­ο­μη­χα­νι­κό κα­πι­τα­λι­σμό. Η κα­τα­νο­μή δω­μα­τί­ων στις κα­τοι­κί­ες γε­νι­κεύ­τη­κε, στον Δυ­τι­κό κό­σμο, μό­λις τον 18ο αι­ώ­να μέ­χρι τό­τε, α­κό­μη και οι κα­τοι­κί­ες των πλου­σί­ων, αν και δι­έ­θε­ταν αρ­κε­τά δω­μά­τια, συν­δέ­ον­ταν με­τα­ξύ τους χω­ρίς δι­α­δρό­μους. Η ί­δια η Φι­λε­λεύ­θε­ρη Δη­μο­κρα­τί­α δεν α­πο­τε­λεί ε­ξαί­ρε­ση. Στο κύ­ριο ρεύ­μα της Δυ­τι­κής πο­λι­τι­κής πα­ρά­δο­σης α­πό τον Πλά­τω­να μέ­χρι τον 19ο αι­ώ­να, η έν­νοι­α της δη­μο­κρα­τί­ας εί­χε κυ­ρί­ως αρ­νη­τι­κή ση­μα­σί­α, κα­θώς γι­νό­ταν αν­τι­λη­πτή ως η κυ­ρι­αρ­χί­α των ερ­γα­ζο­μέ­νων, α­μα­θών και φτω­χών στρω­μά­των της κοι­νω­νί­ας έ­ναν­τι των α­νώ­τε­ρων, «πο­λι­τι­σμέ­νων» και πλου­σί­ων τά­ξε­ων. Η ί­δια η δη­μο­κρα­τί­α κα­τά κα­νό­να θε­ω­ρούν­ταν ως μια δι­α­κυ­βέρ­νη­ση α­πό τη λά­θος τά­ξη, μια πραγ­μα­τι­κή τα­ξι­κή α­πει­λή και ως τέ­τοι­α ή­ταν α­συμ­βί­βα­στη ό­χι μο­νά­χα με τις αν­τι­λή­ψεις πε­ρί ι­ε­ραρ­χί­ας αλ­λά και με τις ί­δι­ες τις αρ­χές του Φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού. Οι με­γά­λοι φι­λε­λεύ­θε­ροι θε­ω­ρη­τι­κοί του 17ου και του 18ου αι­ώ­να δεν ή­ταν ο­πα­δοί της Δη­μο­κρα­τί­ας. Αν­τί­θε­τα, έ­κα­ναν λό­γο για ρε­πουμ­πλι­κα­νι­σμό (res publica) και προ­έ­βα­λαν την έν­νοι­α της πο­λι­τι­κής αν­τι­προ­σώ­πευ­σης, έ­χον­τας ως πρό­τυ­πο ό­χι τό­σο τη (δη­μο­κρα­τι­κή) αρ­χαί­α Α­θή­να ό­σο την (α­ρι­στο­κρα­τι­κή) αρ­χαί­α Ρώ­μη.

Οι θε­ω­ρί­ες της δη­μο­κρα­τί­ας, ό­που και ό­πο­τε έ­κα­ναν την εμ­φά­νι­σή τους, εί­χαν γε­νι­κά έ­ναν ου­το­πι­κό χα­ρα­κτή­ρα, α­φού οι θε­ω­ρη­τι­κοί τους προσ­δο­κού­σαν εί­τε έ­να α­τα­ξι­κό σύ­στη­μα, ό­που δε θα υ­πάρ­χει ι­δι­ο­κτη­σί­α (Βρε­τα­νοί Ι­σο­πε­δω­τές, Τόμας Μορ) ή α­πλώς έ­να μο­νο­τα­ξι­κό σύ­στη­μα, στο ο­ποί­ο δε θα υ­πάρ­χει υ­περ­βο­λι­κός πλου­τι­σμός ή α­κραί­α φτώ­χεια (Τζέφερσον και ως έ­ναν βαθ­μό μο­νά­χα, Ρουσσώ). Πρα­κτι­κά, οι Φι­λε­λεύ­θε­ρες Δη­μο­κρα­τί­ες έ­κα­ναν την εμ­φά­νι­σή τους μό­λις τον 19ο αι­ώ­να και α­κό­μη και τό­τε δι­α­τη­ρού­σαν τον ο­λι­γαρ­χι­κό τους χα­ρα­κτή­ρα, υ­πη­ρε­τών­τας κυ­ρί­ως τα συμ­φέ­ρον­τα της α­στι­κής τά­ξης. Α­κό­μη, η γε­νι­κευ­μέ­νη α­πο­δο­χή της δη­μο­κρα­τί­ας ως κα­τάλ­λη­λης μορ­φής για την ορ­γά­νω­ση της πο­λι­τι­κής ζω­ής εί­ναι φαι­νό­με­νο των τε­λευ­ταί­ων ε­κα­τόν πε­νήν­τα χρό­νων, αν ό­χι και πιο πρό­σφα­τα.

Πώς ό­μως προ­έ­κυ­ψε; Ι­στο­ρι­κά, η πρώ­τη μορ­φή Φι­λε­λεύ­θε­ρης Δη­μο­κρα­τί­ας στην πρά­ξη ή­ταν η Προ­στα­τευ­τι­κή Δη­μο­κρα­τί­α, ό­πως έ­χει ε­πι­κρα­τή­σει να ο­νο­μά­ζε­ται. Το συγ­κε­κρι­μέ­νο μον­τέ­λο δι­α­κυ­βέρ­νη­σης στη­ρί­χθη­κε σε μια κα­τά βά­ση υ­λι­στι­κή και α­παι­σι­ό­δο­ξη αν­θρω­πο­λο­γί­α, σύμ­φω­να με την ο­ποί­α τα αν­θρώ­πι­να όν­τα χα­ρα­κτη­ρί­ζον­ται α­πό ε­γω­κεν­τρι­σμό και κα­τά συ­νέ­πεια το κα­θέ­να τους α­πο­τε­λεί σο­βα­ρό κίν­δυ­νο για τα υ­πό­λοι­πα. Κα­θο­ρι­στι­κό ρό­λο δι­α­δρα­μά­τι­σε σε αυ­τό η σκέ­ψη των Βρε­τα­νών Φι­λε­λευ­θέ­ρων, Τζέρεμυ Μπένθαμ και Τζέημς Μιλλ. Στον βρε­τα­νι­κό Φι­λε­λευ­θε­ρι­σμό τα ά­το­μα προ­ω­θούν τα συμ­φέ­ρον­τά τους στην κοι­νω­νί­α σύμ­φω­να με τους κα­νό­νες της α­γο­ράς, ε­νώ ρό­λος του κρά­τους σε αυ­τή τη δι­α­δι­κα­σί­α, εί­ναι α­πλώς να α­πο­τε­λεί έ­να εί­δος «δι­αι­τη­τή». Η προ­στα­τευ­τι­κή δη­μο­κρα­τί­α των Μπένθαμ και Τζέημς Μιλλ δι­έ­θε­τε έ­να ω­φε­λι­μι­στι­κό (ευ­δαι­μο­νι­στι­κό) υ­πό­βα­θρο. Αν­τι­λαμ­βα­νό­ταν την κοι­νω­νί­α ως έ­να σύ­νο­λο αλ­λη­λο­συγ­κρου­ό­με­νων α­τό­μων, κα­θέ­να α­πό τα ο­ποί­α ε­πι­δι­ώ­κει τη χρή­ση των υ­πο­λοί­πων προς ό­φε­λός του, α­κο­λου­θών­τας τη χομ­πσια­νή εμ­μο­νή στον υ­λι­σμό και την αυ­το­συν­τή­ρη­ση, αλ­λά και συ­ναρ­μό­ζον­τας τη με το ω­φε­λι­μι­στι­κή αρ­χή πε­ρί μέ­γι­στης ευ­δαι­μο­νί­ας για τον μέ­γι­στο α­ριθ­μό αν­θρώ­πων. Ή­ταν η πρώ­τη φο­ρά που ε­φαρ­μό­στη­κε η κα­θο­λι­κή ψη­φο­φο­ρί­α στο σύ­νο­λο του αν­δρι­κού πλη­θυ­σμού. Στό­χο εί­χε α­φε­νός να υ­πη­ρε­τεί την ε­λεύ­θε­ρη α­γο­ρά και α­φε­τέ­ρου να προ­στα­τεύ­ει τα μέ­λη της κοι­νω­νί­ας α­πό τον δε­σπο­τι­σμό ε­νός πι­θα­νού τυ­ράν­νου. Συ­νο­ψί­ζον­τας, αυ­τό που γνω­ρί­ζου­με σή­με­ρα ως Φι­λε­λεύ­θε­ρη Δη­μο­κρα­τί­α α­πο­τε­λεί σύμ­πτω­ση δύ­ο δι­α­φο­ρε­τι­κών πο­λι­τι­κών τά­σε­ων, του Φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού και της Δη­μο­κρα­τί­ας, που ε­δραι­ώ­θη­κε μό­λις τον 19ο αι­ώ­να. Ί­σως δεν εί­ναι α­κρι­βές να μι­λά­με για «δη­μο­κρα­τί­α». Στην ου­σί­α πρό­κει­ται μάλ­λον για έ­ναν δι­ευ­ρυ­μέ­νο ρε­πουμ­πλι­κα­νι­σμό (με τη ση­μα­σί­α της πο­λι­τι­κής αν­τι­προ­σώ­πευ­σης) πα­ρά για γνή­σια δη­μο­κρα­τί­α. Οι πρώ­τες Φι­λε­λεύ­θε­ρες Δη­μο­κρα­τί­ες προ­έ­κυ­ψαν λό­γω του κα­πι­τα­λι­σμού και οι κλα­σι­κοί Φι­λε­λεύ­θε­ροι ή­ταν, στην πλει­ο­ψη­φί­α τους, μάλ­λον κα­χύ­πο­πτοι α­πέ­ναν­τί τους.

Friedrich-Hayek-2

Έ­χον­τας υ­πό­ψη μας τα πα­ρα­πά­νω, μπο­ρού­με να προ­χω­ρή­σου­με στην α­νά­λυ­ση του βι­βλί­ου. Πα­ρά το πυ­κνό και πε­ρί­τε­χνο ύ­φος του, ου­σι­α­στι­κά εί­ναι έ­νας πο­λι­τι­κός λί­βελ­λος ε­ναν­τί­ον του Σο­σι­α­λι­σμού (κά­θε μορ­φής) και δι­έ­πε­ται α­πό μια βα­σι­κή θέ­ση: αν η Αγ­γλί­α και οι Η.Π.Α. στρα­φούν προς τον οι­κο­νο­μι­κό σχε­δια­σμό, ό­πως τεί­νουν να κά­νουν, η δη­μο­κρα­τι­κή τους δι­α­κυ­βέρ­νη­ση θα αν­τι­κα­τα­στα­θεί α­πό έ­ναν ο­λο­κλη­ρω­τι­σμό. Συγ­κε­κρι­μέ­να, σύμ­φω­να με τον Χάγιεκ, ο (ι­τα­λι­κός) φα­σι­σμός και ο να­ζι­σμός, οι σύγ­χρο­νες α­πο­λυ­ταρ­χί­ες που προ­κά­λε­σαν τον Β’ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο, δεν α­πο­τε­λούν α­πλώς ε­θνι­κά φαι­νό­με­να συγ­κε­κρι­μέ­νων κοι­νω­νι­ών στις ο­ποί­ες α­να­δύ­θη­καν, αλ­λά έ­χουν μια βα­θύ­τε­ρη πη­γή: τον σο­σι­α­λι­σμό. Πιο συγ­κε­κρι­μέ­να, ο Χάγιεκ ι­σχυ­ρί­ζε­ται ό­τι οι ο­λο­κλη­ρω­τι­σμοί που ο­δή­γη­σαν στον τε­λευ­ταί­ο πό­λε­μο ή­ταν σο­σι­α­λι­στι­κής κα­τεύ­θυν­σης. Ο φα­σι­σμός και ο να­ζι­σμός συγ­κρού­στη­καν με τον κο­μου­νι­σμό ό­χι ως αν­τι­τι­θέ­με­νες ι­δε­ο­λο­γί­ες, αλ­λά ως αν­τί­θε­τες σο­σι­α­λι­στι­κές φρά­ξι­ες και η ά­νο­δος αυ­τών των κι­νη­μά­των δεν ε­πήλ­θε ως αν­τί­δρα­ση στο σο­σι­α­λι­στι­κό κί­νη­μα, αλ­λά ως α­ναγ­καί­α συ­νέ­πειά του. Άλ­λω­στε, εί­ναι πα­λιά και στε­νή η σύν­δε­ση σο­σι­α­λι­σμού και ε­θνι­κι­σμού στη Γερ­μα­νί­α: ο Φίχτε, ο Ρόντμπέρτους και ο Λασσάλ, α­να­γνω­ρι­σμέ­νοι υ­πε­ρα­σπι­στές ε­νός ε­θνι­κού σο­σι­α­λι­σμού, α­πο­τε­λούν ε­πί­σης α­να­γνω­ρι­σμέ­νοι πρό­δρο­μοι του σο­σι­α­λι­σμού. Σύμ­φω­να με τον Χάγιεκ, τό­σο ο φα­σι­σμός ό­σο και ο να­ζι­σμός προ­κύ­πτουν ό­ταν ο κο­μου­νι­σμός α­πο­δει­κνύ­ε­ται στη συ­νεί­δη­ση του λα­ού αυ­τα­πά­τη. Αν­τί­θε­τα α­πό τους σο­σι­α­λι­στές, που αν­δρώ­θη­καν μέ­σα σε έ­ναν φι­λε­λεύ­θε­ρο και δη­μο­κρα­τι­κό κό­σμο, οι (Ι­τα­λοί) φα­σί­στες και οι να­ζι­στές α­να­πτύ­χθη­καν α­πό την εμ­πει­ρί­α του α­σύμ­πτω­του α­νά­με­σα σε δη­μο­κρα­τί­α και σο­σι­α­λι­σμό, κα­θώς και α­νά­με­σα σε σο­σι­α­λι­σμό και δι­ε­θνι­σμό. Κα­τά συ­νέ­πεια, ο φα­σι­σμός, ο να­ζι­σμός και ο κο­μου­νι­σμός έ­χουν το κοι­νό ό­τι πι­στεύ­ουν σε έ­ναν προ­κα­θο­ρι­σμέ­νο σκο­πό, για χά­ρη του ο­ποί­ου υ­πο­στη­ρί­ζουν μια κεν­τρι­κά σχε­δι­α­σμέ­νη οι­κο­νο­μί­α. Πρό­κει­ται για την ι­δέ­α του σχε­δια­σμού, η ο­ποί­α ε­νώ­νει ό­λους τους μο­νο­μα­νείς ι­δε­α­λι­στές, ό­λους ό­σους έ­χουν α­φι­ε­ρώ­σει τη ζω­ή τους σε έ­ναν και μό­νο σκο­πό. Για­τί ό­μως α­πέ­κτη­σε τό­σο με­γά­λη α­πή­χη­ση η ι­δέ­α του σχε­δια­σμού; Ό­πως υ­πο­στη­ρί­ζει ο Χάγιεκ, η φι­λε­λεύ­θε­ρη οι­κο­νο­μί­α τα τε­λευ­ταί­α ε­κα­τόν πε­νήν­τα χρό­νια προ­σέ­φε­ρε στα ευ­ρω­πα­ϊ­κά κρά­τη μο­να­δι­κή ευ­η­με­ρί­α και υ­λι­κή πρό­ο­δο. Α­κρι­βώς ε­ξαι­τί­ας ε­κεί­νης της προ­ό­δου, εμ­φα­νί­στη­καν νέ­ες γε­νι­ές αν­θρώ­πων που ή­ταν α­πρό­θυ­μες να υ­πο­μεί­νουν τα κοι­νω­νι­κά προ­βλή­μα­τα ό­πως γι­νό­ταν στο πα­ρελ­θόν. Η ί­δια η ε­πι­τυ­χί­α του φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού, έ­γι­νε η αι­τί­α της πα­ρακ­μής του. Οι άν­θρω­ποι έ­κα­ναν το λά­θος να θε­ω­ρή­σουν αυ­το­νό­η­τη την οι­κο­νο­μι­κή ε­λευ­θε­ρί­α, την προ­ϋ­πό­θε­ση κά­θε άλ­λης ε­λευ­θε­ρί­ας, και να πι­στέ­ψουν στον σχε­δια­σμό. Δεν εί­ναι τυ­χαί­ο ό­τι εί­ναι ε­κεί­νοι που υ­πο­στη­ρί­ζουν τις αυ­θαι­ρε­σί­ες των ε­ξου­σι­ών, εί­ναι οι ί­διοι που πι­στεύ­ουν α­κρά­δαν­τα ό­τι η ι­στο­ρί­α υ­πα­κού­ει σε προ­δι­α­γε­γραμ­μέ­νους και α­να­πό­φευ­κτους νό­μους: τέ­τοι­ες αν­τι­λή­ψεις κα­ταρ­γούν α­κρι­βώς ό­σα αυ­τοί οι άν­θρω­ποι α­πε­χθά­νον­ται: την ι­στο­ρι­κή δρά­ση των α­τό­μων και την ε­λευ­θε­ρί­α. Ε­πι­πλέ­ον, η ώ­θη­ση προς τον ο­λο­κλη­ρω­τι­σμό ε­νι­σχύ­ε­ται και α­πό δύ­ο με­γά­λα συμ­φέ­ρον­τα: το ορ­γα­νω­μέ­νο κε­φά­λαι­ο και τους ορ­γα­νω­μέ­νους ερ­γά­τες. Εί­ναι α­νη­συ­χη­τι­κό το γε­γο­νός ό­τι οι πο­λι­τι­κές αυ­τών των δύ­ο δεί­χνουν α­πό κοι­νού προς την ί­δια κα­τεύ­θυν­ση. Συγ­κε­κρι­μέ­να, οι εκ­πρό­σω­ποι του ορ­γα­νω­μέ­νου κε­φα­λαί­ου ε­πι­δι­ώ­κουν τον σχη­μα­τι­σμό μιας οι­κο­νο­μί­ας με κρα­τι­κά ευ­νο­η­μέ­να μο­νο­πώ­λια, ό­πως α­κρι­βώς συ­νέ­βαι­νε στη Γερ­μα­νί­α. Μπο­ρού­με να σχε­δι­ά­σου­με μο­νά­χα τις συν­θή­κες που ευ­νο­ούν την πρό­ο­δο και ό­χι να «σχε­δι­ά­σου­με» την πρό­ο­δο, α­να­φέ­ρει με έμ­φα­ση ο Χάγιεκ. Ό­σο για τον κα­τα­με­ρι­σμό της ερ­γα­σί­ας, λει­τούρ­γη­σε ε­πει­δή δεν ή­ταν προ­ϊ­όν σχε­δια­σμού αλ­λά α­πο­τέ­λε­σμα των ά­γνω­στων και «τυ­φλών» μη­χα­νι­σμών της α­γο­ράς. Α­κρι­βώς ε­πει­δή οι νό­μοι της α­γο­ράς εί­ναι τυ­φλοί, α­γνο­ούν δη­λα­δή τα συγ­κε­κρι­μέ­να πρό­σω­πα και τις κα­τα­στά­σεις, τα φι­λε­λεύ­θε­ρα κα­θε­στώ­τα εί­ναι δι­και­ό­τε­ρα και α­πό τον δι­και­ό­τε­ρο κο­λε­κτι­βι­σμό.

Ό­σο για τα νο­μο­θε­τή­μα­τα, εί­ναι γε­νι­κά και α­να­φέ­ρον­ται σε πε­ρι­πτώ­σεις που δε μπο­ρούν να προ­βλε­φθούν εκ των προ­τέ­ρων. Αυ­τό συ­νι­στά έ­να κρά­τος δι­καί­ου. Μια τέ­τοι­α κοι­νω­νί­α χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται α­πό το Χάγιεκ «εμ­πο­ρι­κή».
Στους αν­τί­πο­δες, οι σο­σι­α­λι­στι­κές κοι­νω­νί­ες α­δυ­να­τούν να θέ­σουν ό­ρια στην ε­ξου­σί­α του κρά­τους, το ο­ποί­ο συ­χνά πε­ρι­ο­ρί­ζει τα α­το­μι­κά δι­και­ώ­μα­τα των πο­λι­τών του, προ­κει­μέ­νου να προ­α­σπι­στεί αυ­τό που αυ­θαί­ρε­τα χα­ρα­κτη­ρί­ζει ως «ευ­η­με­ρί­α της κοι­νό­τη­τας».
Τέ­τοι­ες κοι­νω­νί­ες θυ­μί­ζουν στρα­τό­πε­δα, α­φού ι­ε­ραρ­χούν την α­σφά­λεια του συ­νό­λου ως σπου­δαι­ό­τε­ρη των α­το­μι­κών ε­λευ­θε­ρι­ών. Μέ­σα α­πό το σχε­δια­σμό βέ­βαι­α, πρώ­τη η α­σφά­λεια εί­ναι που πα­ρα­βι­ά­ζε­ται, ε­ξαι­τί­ας των αν­τι­θέ­σε­ων α­νά­με­σα σε ό­σους θε­ω­ρούν­ται προ­νο­μι­ού­χοι και στους υ­πό­λοι­πους.
Ό­λο το βι­βλί­ο δι­α­τρέ­χε­ται α­πό την α­παι­σι­ό­δο­ξη πε­ποί­θη­ση ό­τι οι άν­θρω­ποι τεί­νουν να μη δι­α­χει­ρί­ζον­ται σω­στά την ε­ξου­σί­α που τους δί­νε­ται, γι’ αυ­τό και κά­θε πα­ρα­βί­α­ση της ε­λευ­θε­ρί­ας του εμ­πο­ρί­ου λο­γί­ζε­ται ως κίν­δυ­νος ο­λο­κλη­ρω­τι­σμού. Προ­ει­δο­ποι­ών­τας τις φι­λε­λεύ­θε­ρες χώ­ρες της Δύ­σης να μην ε­πα­να­λά­βουν τα εγ­κλη­μα­τι­κά σφάλ­μα­τα της Ρω­σσί­ας, της Ι­τα­λί­ας και της Γερ­μα­νί­ας, ο Χάγιεκ ε­πι­μέ­νει ό­τι δεν υ­πάρ­χει ση­μεί­ο σύγ­κλι­σης με­τα­ξύ Σο­σι­α­λι­σμού και Φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού και η σω­τη­ρί­α μας εί­ναι μο­νά­χα το να ε­πι­στρέ­ψου­με στις φι­λε­λεύ­θε­ρες ρί­ζες του πο­λι­τι­σμού μας με­λε­τών­τας τα έρ­γα των με­γά­λων θε­ω­ρη­τι­κών του 19ου αι­ώ­να (λόρ­δος Άκτων, Τζων Στιούαρτ Μιλλ, Γλάδστων κ.α.). Αυ­τή η α­δι­α­πραγ­μά­τευ­τη πί­στη στη δύ­να­μη των α­γο­ρών να ε­ξα­σφα­λί­ζουν την ευ­δαι­μο­νί­α για το κοι­νω­νι­κό σύ­νο­λο, σε συν­δυα­σμό με την ε­πι­στρο­φή στον κλα­σι­κό Φι­λε­λευ­θε­ρι­σμό του 19ου αι­ώ­να και τη δυ­σπι­στί­α του α­πέ­ναν­τι στην ε­ξου­σί­α των αν­θρώ­πων, συν­θέ­τουν μέ­χρι σή­με­ρα τη Νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη σκέ­ψη, η ο­ποί­α βλέ­πει στο πρό­σω­πο του Φρήντριχ φον Χάγιεκ έ­ναν ι­δε­ο­λο­γι­κό πα­τέ­ρα, κα­θώς και έ­ναν α­λη­θι­νά δι­α­πρύ­σιο κή­ρυ­κα των α­ξι­ών της. Δεν εί­ναι φυ­σι­κά τυ­χαί­ο που η συ­νή­θης μομ­φή ε­νός libertarian προς τον συ­νο­μι­λη­τή του εί­ναι «σο­σι­α­λι­στής».

Ω­στό­σο, οι προ­βλέ­ψεις του Χάγιεκ δεν ε­πα­λη­θεύ­τη­καν. Οι κε­ϊν­σια­νές οι­κο­νο­μι­κές πο­λι­τι­κές ό­χι α­πλώς δεν ο­δή­γη­σαν σε έ­ναν νέ­ο ο­λο­κλη­ρω­τι­σμό στα Δυ­τι­κά κρά­τη, αλ­λά αν­τί­θε­τα προ­σέ­φε­ραν στους πο­λί­τες τους ε­πί­πε­δα υ­λι­κής ευ­μά­ρειας τό­σο α­συ­νή­θι­στα, που εν­δε­χο­μέ­νως ή­ταν η πρώ­τη φο­ρά στην ι­στο­ρί­α της αν­θρω­πό­τη­τας που έ­γι­νε κά­τι τέ­τοι­ο δυ­να­τό.

Συ­νά­μα, ο Χάγιεκ, ό­πως και ο ε­πι­φα­νέ­στε­ρος μα­θη­τής του, ο νομ­πε­λί­στας οι­κο­νο­μο­λό­γος Μίλτον Φρίντμαν, ε­πι­σκέ­φθη­καν τη Χι­λή στη δε­κα­ε­τί­α του ‘80 και ε­ξέ­φρα­σαν θε­τι­κή γνώ­μη για τον τό­τε δι­κτά­το­ρα Αουγούστο Χοσέ Ραμόν Πινοσέτ. Μά­λι­στα, μια ο­μά­δα Χι­λια­νών οι­κο­νο­μο­λό­γων υ­πο­στη­ρι­κτών του Φρίντμαν (γνω­στοί και ως “Chicago Boys”) α­νέ­λα­βε την προ­ώ­θη­ση μιας νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης οι­κο­νο­μι­κής πο­λι­τι­κής στη Χι­λή, κά­τι που συ­νέ­βα­λε ε­πί­σης ση­μαν­τι­κά στην α­μαύ­ρω­ση της φή­μης τό­σο του Φρίντμαν ό­σο και του Χάγιεκ. Έ­γι­νε έ­τσι πλέ­ον φα­νε­ρό ό­τι ο οι­κο­νο­μι­κός Φι­λε­λευ­θε­ρι­σμός δε συμ­βα­δί­ζει α­ναγ­κα­στι­κά με τον πο­λι­τι­κό και αυ­τό έ­δω­σε και δί­νει ως σή­με­ρα λα­βή σε πά­σης φύ­σε­ως ι­δε­ο­λο­γι­κούς αν­τι­πά­λους του Νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού να τον κα­τη­γο­ρούν ως αν­τι­δη­μο­κρα­τι­κό και φι­λο­τυ­ραν­νι­κό σύ­στη­μα σκέ­ψης. Το μό­νο που μπο­ρεί σί­γου­ρα να α­παν­τή­σει κα­νείς σε ό­λους αυ­τούς εί­ναι το πα­λιό λα­τι­νι­κό ρη­τό: “audiatur et altera pars”.

ΜΥΡΩΝ ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ