Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |51. Αλέξανδρος Μηλιᾶς

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦνται κάθε ἑβδομάδα ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ ἐξετάστηκαν κατὰ τὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: ἡ ἀνάδειξη τῶν ἀξιανάγνωστων ποιημάτων ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ ἡ συμβολὴ στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ τρέχοντος αἰώνα, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ 


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), θὰ ἀποτελοῦσε ψευδαίσθηση τὸ νὰ θεωρεῖ κανεὶς ὅτι μπορεῖ νὰ τὴν παρακολουθήσει στὴν πληρότητά της. Ἀντ’ αὐτοῦ ὅμως, δίδεται ἡ ὑπόσχεση μιᾶς φιλότιμης ἐξέτασης ὅλων τῶν βιβλίων ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τοῦ ἐγχειρήματος. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὴ διευθύνση: Ἁγ. Λαύρας 60, Νεάπολη, Ν. Ἰωνία Ἀττικῆς 142 33 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ. Β. Γαλανάκης γιὰ τὸ περ. Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Ἀλέξανδρος Μηλιᾶς

9nAPDEWAD9o19MxK8fL7Vza5

(Στὴν ἀψίδα τῶν νεκρῶν θριάμβων, Ἀθήνα, Πατάκης, 2014)

Στὴν ἀψίδα τῶν νεκρῶν θριάμβων

Νεύει ὁ καρπός σου τὴν ἀπόρριψη καὶ ξάφνου λείπει
καὶ τὸ δωδέκατο πλευρὸ τοῦ πάθους· στὴν πλευρά μου
τὸ σῶμα σου γλυτώνει τὴν φθορά· ἂς μὲ ἀποκάμουν
ἡ ἀνάσα, βρέφος τοῦ καλοκαιριοῦ, ἡ χρυσὴ τολύπη

τοῦ ἥλιου ποὺ γέρνει τὴν σκιὰ στῆς ὀμορφιᾶς τὸ χῶμα.
Ἡ ἁψίδα τῶν νεκρῶν ποὺ μ’ ἔχει ζωντανὸ στεφάνι
σύρει τὴν σκέψη ὣς τὴν ἀποδημία καὶ δὲν μοῦ φτάνει
ἡ πνοή σου, θερινοὶ κηροί, τοῦ παραδείσου χρῶμα  –

ἔτρεμε ἡ δίνη τοῦ βραδιοῦ νωρὶς τὴν προσφορά σου.
Ἤμουν ὁ πίδακας ποὺ ἀγωνιᾶ πρὶν νὰ πεθάνει
ἢ πεταλούδα τῶν ὡρῶν ποὺ θλίβεται ὥσπου χάνει
ὁ ρυθμὸς τὸ νόημα κι ἡ λάμψη τὰ φτερά σου.

Ἀρχίζει ὁ λῆρος καὶ θὰ μοῦ γελᾶς – ἦρθες στὰ χείλη
μὲ τὴν φορὰ ποὺ ἡ ταραχὴ σὲ ἀφήνει στὰ σεντόνια
κι ἀνασυσταίνεται ἡ μορφή, οἱ ὦμοι, τὰ λαγόνια,
τὸ βάφτισμα τῆς γλώσσας μου στὴν ἀναπόδοτη ὕλη

τοῦ σώματός σου. Ἦρθες στὰ χείλη ὡς προσευχὴ ποὺ βγαίνει
καὶ μένει ἡ σάρκα ν’ ἀξιώνει τὸν δημιουργό της,
ἔργο χωρὶς τὴν σκέψη, μόνο ἡ φλόγα, ἡ λαμπρότης
τοῦ νά ‘σαι ὁ ἴδιος ἡ ἀχτίδα ποὺ σὲ παρασταίνει.

Βρίσκω τὸ νόημα, σὲ κοιτῶ· μαλλιὰ λυμένα, ἡ στέψη
τῆς ὀμορφιᾶς. Κυλοῦν σὰν φῶς τὰ μάτια στὸ σεντόνι
κι οἱ λέξεις χάνονται, καλπάζω στὸ χαρτὶ σὰν πόνυ
διωγμένο, τρώω ἀπ’ τὴν χλόη τῆς ψυχῆς, μ’ ἔχεις παιδέψει.

Λόγος χρυσός· φτωχή μου ἐλπίδα, ἂν σὲ ἀνασυστήσω
καὶ γίνω πέταλο ἀκουμπισμένο στὸ πλευρό της,
κι εἶμαι ἕνα βῆμα πιὸ κοντά της, διψασμένος πότης
τοῦ παρελθόντος, ἂν σωθῶ στὶς τύψεις, ἂν ἀρχίσω

στὰ ἐρείπια δίνοντας ροὴ κι ὕστερα ἐκτιναγμένος
σὲ ὕψος τῆς νύχτας, γίνω ἄγγιγμα μωροῦ στὰ χείλη,
θά ‘μαι, δὲν θά ‘μαι τότε μιὰ χλωμὴ τομὴ στὴν ὕλη
τῆς ποίησης; Θά ‘μαι ἕνα γέλιο στὸν λαιμό της; Φέρνω

μιὰ προσφορὰ ἀπὸ πλούτη κι ἔφτασε θλίψη μεγάλη
γιὰ ὅσα μοῦ ‘κανες, γιὰ ὅσα μοῦ ἔκανες, φιλτάτη
χαρά· τρέμω στὸν πάγο, δὲν μιλῶ, χυμῶ σὰν ἄτι,
νὰ ζεσταθῶ· γράφω θὰ φύγεις, γράφω δὲν ἔχει ἄλλη

χάρη ἡ ὄψη σου, κι ἡ μέθη μοῦ ‘κλεισε τὰ μάτια.
Νὰ κερδηθεῖ τὸ τέλος, τὸ σκοτάδι ὅλου τοῦ κόσμου.
Ἀνθίζει ἡ τύψη σὲ ὄνειρο, εἶσαι καὶ πάλι ἐμπρός μου,
τὸ φῶς μου· ἄχαρο νῆμα ποὺ μὲ πρόσφερε κομμάτια.

Ἡ ἀψίδα τῶν νεκρῶν ποὺ μ’ ἔχει ζωντανὸ στεφάνι,
ἡ πνοή σου, θερινοὶ κηροί, τοῦ παραδείσου χρῶμα,
θλίψη τοῦ αἵματος, γλώσσα μαρμαρωμένη, στόμα
λίμνη τοῦ ὕπνου. Τὸ φιλί, ποὺ μὲ καταλαμβάνει

κι ἡ ἀντοχή του ρέει σὰν ἥλιος στὴν χλωμὴ σελίδα.
Μὲ πάθος ἔκλαψα καὶ πῆρα μέσα τὸ μελάνι·
ἡ φαντασία γυρνώντας σὲ κρυμμένα ἐδάφη φτάνει
σὰν ὕμνος καὶ τινάζεται ὁ νοῦς μου – ἀπόψε σὲ εἶδα

νά ‘ρχεσαι σὰν οὐράνιο σῶμα σφαιρικῆς γαλήνης
καὶ νὰ εὐτυχεῖς κοντά μου, ὦ βαθύρριζη πατρίδα,
ἔναστρη μέρα, φῶς, αὐγὴ ἀπὸ στόμα, ἀπόψε σὲ εἶδα
νὰ τρέμεις, τὸ φιλὶ χαρίζοντάς μου πὼς θὰ μείνεις.

~.~

Στὴν κορυφὴ τῶν πύργων

Τὸ χέρι τῆς μητέρας μου ἀρκοῦσε,
στὴν κορυφὴ μὲ ἔστελνε τῶν πύργων.
Γυρνοῦσα ὕστερα κοντά της,
ἀπ’ τὴν ἀφή της, ἀστραπή, μαγνητισμένος,
στὴν γεύση τῶν γλυκύτερων φιλιῶν της
μπλεγμένος μὲς στὸ κύμα καὶ σιωπώντας,
σὰν ἄστρο ἔπεφτα χαμογελώντας.

Διαλέχτηκε ἀπ’ τὶς κούνιες τῆς χαρᾶς μου
τὸ πιὸ μικρὸ ταλάντεμα καὶ ἦταν
στὰ διάφανα ντυμένη ἡ ψυχή μου,
σὰν κρύσταλλο τοῦ βάθους, ἤμουν πάλι
ἀπ’ τὴν ἀρχὴ ὁλότελα σωσμένος.

Κοιτάζω γύρω κι ἔχουν ὅλα πάψει,
ὁ χρόνος ὁ δειλὸς δὲν μὲ ὑπακούει,
κι ἡ κούραση εκτινάσσεται στὰ οὐράνια
καὶ βρέχει τὴν καρδιά μου ἡ λησμοσύνη.

Καθυστερῶ τὴν πτώση τῶν ὑδάτων
ὥσπου ὁ ξερότοπος νὰ φέξει τὴν πλημμύρα
στὰ μάτια μου, χῶμα χρυσὸ νὰ μὲ προσφέρει.

Καὶ σκάβω τὶς ρωγμὲς τῶν πετρωμάτων,
τὸ χέρι της κλεισμένο τοῦ θανάτου.
Απ’ τὴν ζωὴ μὲ ἀποσπᾶ σὰν νά ‘χω
μόνος μου ἀπὸ καιρὸ πεθάνει.

~.~

Φαντασμαγορία τῆς λύπης

Τὶς ὧρες ποὺ γυρνῶ στ’ ἀλήθεια ματαιωμένος,
σὰν χρῶμα τ’ οὐρανοῦ ποὺ βάλθηκε νὰ σκιάζει
τὰ μάτια ἢ σὰν κρυφὴ λύπη ποὺ ἀποστάζει
τὸ γέλιο ὣς τὸ κενό, νιώθω συχνὰ ἀπ’ τὸ μένος

νὰ πέφτω σὰν κερὶ στὸ πάθημα λειωμένος
καὶ νὰ μοῦ κόβεται ἡ πνοή. Σκέφτομαι ὅτι,
ἂν παρηγορηθῶ, τὸ κλάμα θά ‘ναι ἡ πρώτη
φωτιὰ πνιγμένη μὲς στὶς λέξεις ποὺ διαβαίνω,

γιατὶ ἡ πυρὰ ὅλων τῶν πράξεων ποὺ ἀναμένω
θὰ καίει στὸ ποίημα τὴν ὑπέρτατη χαρά.
Σὰν χρῶμα τ’ οὐρανοῦ ποὺ ἔβαλε νερὰ
καὶ τρέχει στὸ χαρτὶ νερομπογιὰ ἀπὸ ξένο

χεράκι, καὶ διελύθη νοερὰ τὸ σθένος
τῆς μνήμης μου – δὲν θὰ μὲ βγάλει πουθενά.
Κοιτάω τὸ στρῶμα καὶ θαυμάζω τὰ σφυρὰ
ποὺ λάμπουν σὲ ὕψος παιδικό, ἀνανεωμένος

στρέφω τὴν ὄψη ἀπ’ τὰ χαρτιὰ κι ἀλλάζω ρότα,
στὸ ἥσυχο μέρος ποὺ ἐκείνη μὲ ἀνασαίνει,
ἡ ἀνάμνηση· δὲν ξέρω ποιός μὲ παρασταίνει
τόσο χλωμό, δὲν ξέρω καὶ γυρνῶ τὰ νῶτα

στὸν ἑαυτό μου, ποὺ εῑναι τώρα ἔξω ἀπὸ μένα,
κι ἀναρωτιέμαι, τῶν δικῶν σου ἢ τῶν δικῶν μου
χεριῶν γλιστράει τὸ πρῶτο σκέπασμα, καί, δῶσ’ μου,
καρδιά,΄ἕνα σεντόνι φῶς, παρατημένα

παιχνίδια ἢ τὰ ροῦχα της διασκορπισμένα
στὸ πάτωμα ποὺ βάραινα μικρός, νὰ κρύβει
ἡ χαρὰ τὴν σύγχυση, δῶσ’ μου τὴν ἤβη
τῆς ἀνοιξης μὲς στὴν ζωή, θεμελιωμένα

τὰ βήματά μου ὣς τὸ κορμὶ ποὺ θὰ τυλίγει
τὴν ὕπαρξή μου – ἂς μὴν γνωρίσω τὸν χαμό.
Γυρνῶ τὸ πρόσωπο, νὰ δῶ, κι ὢς τὸν λαιμὸ
αἰσθάνομαι σὰν προσμονὴ εὐχῆς τὴν λίγη

πνοή μου νὰ σὲ ἀγγίζει, κι εἶναι πάλι ἐντός μου
ὁ ἑαυτός μου· μιὰ μικρὴ σιωπὴ τελειώνει
ὅ,τι ξεκίνησα, καὶ βγαίνω στὸ μπαλκόνι
καὶ χαιρετῶ· ὅλα τὰ πρόσωπα τοῦ κόσμου

γυρνοῦν καὶ φλέγει ὁ ἀέρα τὴν μορφή σου, τάζει
σὲ ὕψος τὴν στιγμή· τὸ χρέος μου νὰ σ’ ἔχω
ἁπλώνεται στὰ μάτια μου ξανά· προσέχω
νὰ μὴν μὲ βλάψει τὸ ξημέρωμα, χαράζει

κι ἀλλάζω χρῶμα ὣς τὴν ψυχή μετανιωμένος,
κρατῶ στὰ μάτια μου ἄλλη φαντασμαγορία,
καί, πέφτοντας νὰ κοιμηθῶ, τὴν μόνη οὐσία
τῆς λύπης μου βλέπω νὰ ὑψώνεται σὰν αἶνος,

καὶ γέρνουν τὰ κλωνάρια τ’ οὐρανοῦ καὶ μένω
ἀσάλευτος – θυμίζω τὴν μικρὴ ἀκακία
ποὺ κάηκε μὲ τὰ ξερά, κι ἡ ὀπτασία
τοῦ σώματός σου πῆρε στὴν σκιά. Θὰ βγαίνω

νεκρὸς ἀπὸ ὕπνο, μόνος μου στὸ ἀνεστραμμένο
ὕψος τοῦ ποιήματος, γιὰ νὰ κερδίζω τόση
άγάπη ὅση ξεχνῶ νὰ καταβάλω κι ὅση
μπορῶ νὰ μὴν ζητῶ – στ’ ἀλήθεια ματαιωμένος.


Ὁ Ἀλέξανδρος Μηλιᾶς γεννήθηκε τὸ 1982 στὴν Ἀθήνα, ὅπου καὶ σπούδασε Ἰατρική. Ἔχει ἐκδώσει τὶς ποιητικὲς συλλογές: Ὅ,τι φέρει ἡ βροχή (2010) καὶ Στὴν ἀψίδα τῶν νεκρῶν θριάμβων (2014).