Το υπερτιμημένο νεοελληνικό διήγημα

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Είναι διάχυτη η αντίληψη ότι στην Ελλάδα το φόρτε μας είναι το διήγημα. Μπορεί στον τομέα του μυθιστορήματος να μην τα καταφέρνουμε και τόσο καλά, για ποικίλους λόγους, αλλά στις μικρές αφηγήσεις είμαστε εξπέρ.

be1ef37e0b9706f8d72d7a167fcd6eafΌταν επιχειρούμε ιστορικές ανασκοπήσεις του ελληνικού διηγήματος, ξεκινάμε συχνά την προσέγγισή μας με τον Βιζυηνό και τον Παπαδιαμάντη, περνάμε στον Βουτυρά, τον Ξενόπουλο, τον Θεοτόκη, τον Μητσάκη, τον Νιρβάνα, συνεχίζουμε με Χατζή, Γονατά, Χάκκα, Γιώργο Ιωάννου, και φτάνουμε σταδιακά μέχρι τους σύγχρονούς μας διηγηματογράφους. Συνήθως τραβάμε μια νοητή γραμμή με πρόθεση να ενώσουμε όλες αυτές τις τόσο διαφορετικές αφηγηματικές τάσεις και φωνές. Αγωνιούμε να αποδείξουμε μια ομαδοποίηση, μια ομοιογενοποίηση που καταδεικνύει ενδεχομένως την αδιάλειπτη συνέχεια του ελληνικού διηγήματος. Αυτή η συνέχεια δεν έχει να κάνει φυσικά με μορφικά, ιδεολογικά, αισθητικά ή τεχνικά ζητήματα, όσο με μια ακκίζουσα βεβαιότητα ότι το επίπεδο στο ελληνικό διήγημα είναι πάντοτε υψηλό. Σίγουρα υψηλότερο από αυτό του μυθιστορήματος, όπως είπαμε. Στο μυαλό όλων μας αντηχεί εκείνη η κοινωνιολογικής προέλευσης ερμηνεία που διατείνεται ότι οι Έλληνες δεν μπόρεσαν ποτέ να διαπρέψουν στο μυθιστόρημα επειδή δεν είχαν να επιδείξουν αστικό πολιτισμό. Για κάποιον παράξενο λόγο θεωρούμε ότι το διήγημα προσιδιάζει καλύτερα στην επαρχιακή – αγροτική κουλτούρα και αντίληψη για τη ζωή, από την οποία, υποτίθεται, είμαστε διαποτισμένος ως λαός ακόμα και σήμερα.

Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Είναι το διήγημα ο κυματοθραύστης της νεοελληνικής πεζογραφίας;

Μια προσεκτικότερη και απαλλαγμένη από προκαταλήψεις ματιά μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικά συμπεράσματα. Ο τρόπος που διακονείται η τέχνη του διηγήματος από τους Έλληνες διηγηματογράφους φανερώνει, κάποτε, παθογένειες που προσδίδουν στο τελικό προϊόν κάτι το βαθιά αποκρουστικό. Ας δούμε ενδεικτικά μερικές από αυτές.

Μια από τις πανθομολογούμενες αρετές του διηγήματος, ανά τον κόσμο, είναι η δραματική του οικονομία και η δυνατότητά του να περικλείει στην περιορισμένη έκτασή του δυνατές εντυπώσεις, ιδέες, συναισθήματα. Ωστόσο, στην προσπάθειά τους να επιτύχουν τη δέουσα συμπύκνωση, οι Έλληνες διηγηματογράφοι, καταφεύγουν συχνά σε ένα τέχνασμα υφολογικής προέλευσης που έχει αμφιλεγόμενη αποτελεσματικότητα: τη χρήση κοφτών και απότομων φράσεων, μικρών προτάσεων, οι οποίες δημιουργούν λίγο πολύ συγκεκριμένα ρυθμολογικά μοτίβα. Ενδεχομένως πρόθεσή τους είναι να υποτάξουν τον λόγο τους σε μια ασθμαίνουσα, πυρετώδη ρυθμολογία, τόσο εύγλωττη κάποιες φορές σε συγκεκριμένα παραδείγματα του είδους (όπως στα διηγήματα του Σωτήρη Δημητρίου). Στους περισσότερους όμως η βεβιασμένη προσπάθεια για τη δημιουργία τέτοιας ρυθμολογίας έχει κάτι το προσχηματικό, κάτι το επίπλαστο. Δεν είναι πηγαία. Είναι φτιαγμένη επί τούτου και φαντάζει ψεύτικη.

Οι κοφτές φράσεις μπορεί να ακούγονται υπέροχα στην αγγλική γλώσσα με τις τόσες πολλές μονοσύλλαβες λέξεις και την κυριαρχία των συμφώνων. Στα ελληνικά όμως, όπου πλειοψηφούν οι μεγάλες λέξεις, τα ανοιχτά φωνήεντα, η περιφραστικότητα της γραμματικής, χτυπάνε άσχημα στο αυτί. Πρόκειται στις περισσότερες των περιπτώσεων για φράσεις που δεν μιλιούνται, παρά μόνο στο μυαλό του συγγραφέα τους.

Απότοκο ίσως του παραπάνω είναι και ένα άλλο κακό. Οι Έλληνες διηγηματογράφοι υιοθετούν ένα ξερό, ισχνό και δήθεν λιτό ύφος που είναι όμως τόσο κραυγαλέα απλοϊκό και μονοσήμαντο ώστε καταντάει επιτηδευμένο.

Μια άλλη κοινή τάση που παρατηρούμε στο ελληνικό διήγημα είναι η προσπάθεια των δημιουργών να μιμηθούν ή να αναπαραγάγουν φωνές “λαϊκότητας”. Αυτό είναι κάτι που το επιτυγχάνουν με ακρίβεια, σοβαρότητα και επιτυχία ελάχιστοι διηγηματογράφοι, όπως ο Σωτήρης Δημητρίου που αναφέραμε πριν. Ο λαϊκότροπος λόγος στο γράψιμο πολλών Ελλήνων διηγηματογράφων ακούγεται μη αληθινός, αφελής, γεμάτος από μια περίεργη, υποκριτική και υπόκωφη πόζα. Στερείται γνησιότητας και αδυνατεί να στηρίξει ικανοποιητικά την ιστορία που καλείται να ξεδιπλώσει. Πολλά από τα διηγήματά μας λοιπόν επιδεικνύουν πλημμελή χρήση της αφηγηματικής φωνής.

Βέβαια το πρόβλημα δεν είναι μόνο των διηγηματογράφων. Ο Δημήτρης Τζιόβας παρατηρεί γενικά ότι: «Η μεταπολεμική πεζογραφία χαρακτηρίζεται αρχικά από τη ροπή προς τη λαϊκή αφήγηση, ένα είδος μακρυγιαννισμού».[1] Και εδώ έχουμε όμως περιπτώσεις επιτυχημένης εφαρμογής. Μια μακρά σειρά λογοτεχνών καταφέρνει να χρησιμοποιήσει την υφολογική αυτή ιδιαιτερότητα με πολύ ζουμερό τρόπο (βλ. Ταχτσής, Βαλτινός και αργότερα Κοροβέσης κ.α.). Είναι όμως περίεργο, άστοχο, άτοπο να βλέπουμε τα πλοκάμια αυτού του “μακρυγιαννισμού” να εξαπλώνονται στις περιοχές του ελληνικού διηγήματος ακόμα και σήμερα.

Οι Έλληνες διηγηματογράφοι έχουν παντελή έλλειψη χιούμορ (σε αυτό ταιριάζουν και με τους περισσότερους από τους εγχώριους μυθιστοριογράφους). Κατά βάθος πιστεύουν ότι αυτό που γράφουν είναι πολύ σημαντικό και άρα δεν επιδέχεται χιούμορ, γιατί έτσι θα είναι σαν να το υπονομεύουν. Πρέπει να εκφράσουν ο,τι έχουν στο μυαλό τους, βαρύγδουπα, τσεκουράτα, πένθιμα και δραματικά. Στην πραγματικότητα δείχνουν μόνο ότι παίρνουν πολύ σοβαρά τον εαυτό τους και τίποτε άλλο. Αναγνωρίζουμε ότι το χιούμορ από αφηγηματική άποψη μπορεί να λειτουργήσει συχνά σαν μηχανισμός αποστασιοποίησης και αυτό προφανώς δεν είναι κάτι που το χρειάζεται κάθε διήγημα. Αλλά οι περισσότεροι διηγηματογράφοι μας αποστρέφονται το χιούμορ επειδή απλά τυγχάνει οι ίδιοι να μην διαθέτουν ούτε σταγόνα από δαύτο.

Τώρα αν ένα άλλο χαρακτηριστικό της καλής πρόζας είναι η μουσικότητα, η μελωδικότητα, η αρμονία, αποδεικνύεται συχνά ότι οι Έλληνες διηγηματογράφοι έχουν επίσης μεγάλο μουσικό έλλειμμα. Και με αυτό δεν εννοούμε ότι όλοι οι Έλληνες πεζογράφοι θα πρέπει, σαν τον Μίλαν Κούντερα, να έχουν σπουδάσει μουσική και σύνθεση στα νιάτα τους για να μπορέσουν να ενσταλάξουν στοιχεία μουσικότητας στην πρόζα τους. Αλλά σίγουρα χρειάζεται μια ευαισθησία, μια αίσθηση εσωτερικής αρμονίας, ένα κάποιο ένστικτο. Οπωσδήποτε πάντως δεν επιτυγχάνεται μουσικότητα με ανούσιες επαναλήψεις λέξεων, εκφράσεων και επιφωνημάτων. Αν κάποιος θέλει να ενσωματώσει στο ύφος του τέτοια στοιχεία θα πρέπει αφενός να ανατρέξει σε ποιητικά παραδείγματα, και αφετέρου να κουρδίσει το εσωτερικό μουσικό του όργανο, όπως και όσο μπορεί.

Το ύφος λοιπόν, που για πολλούς εν Ελλάδι συγγραφείς και κριτικούς αποτελεί το βαρύ πυροβολικό της ελληνικής διηγηματογραφίας, γενικώς νοσεί. Αλλά και όσον αφορά το περιεχόμενο τα πράγματα δεν πάνε καλύτερα.

Κατά γενική ομολογία το διήγημα ως αυτόνομο λογοτεχνικό είδος διέπεται από τους δικούς του κανόνες και εμφανίζει τα δικά του ιδιαίτερα τεχνικά χαρακτηριστικά. Ποια είναι όμως αυτά; Μας αρέσει να αναμασάμε την αναγκαιότητα ύπαρξης κανόνων και τεχνικού πλαισίου, αλλά συνήθως αγνοούμε σε τι πράγμα ακριβώς αναφερόμαστε. Το τεχνικό έλλειμμα πολλών διηγηματογράφων εκδηλώνεται με μεγάλη διαύγεια όταν μπαίνουν αστόχαστα στη διακεκαυμένη ζώνη του διαλόγου. Εκεί συντελείται συχνά το Βατερλώ του Έλληνα διηγηματογράφου, γιατί ουσιαστικά δεν έχει ιδέα πώς πρέπει να γράφεται ένας διάλογος και ποιες λειτουργίες εξυπηρετεί μέσα στην αφήγηση. Το καλό είναι ότι, καθώς η έκταση του διηγήματος δεν το επιτρέπει, οι περισσότεροι συγγραφείς δεν αναλώνονται σε μακροσκελείς και μάταιες στιχομυθίες, αλλά προσπαθούν να κρατήσουν τα διαμειβόμενα σε όσο το δυνατόν ελλειπτικότερο επίπεδο. Από την άλλη οι κλασικές παγίδες του διαλόγου είναι παρούσες: αυτονόητες κουβέντες, ταύτιση σκέψης-λόγου, απουσία subtext, κλισέ ατάκες, έλλειψη διακριτών φωνών ή (ακόμα χειρότερο) υπερβολική προσπάθεια για να αναδειχθούν και να φανούν οι διαφορετικές φωνές, εκβιασμός του συναισθήματος, καμία συνεισφορά στην προώθηση της πλοκής και στην αποκάλυψη του χαρακτήρα κ.α.

Στη σκιαγράφηση χαρακτήρων επίσης παρουσιάζεται μεγάλο πρόβλημα. Βέβαια σαν αναγνώστες το ξεπερνάμε εφόσον δεν περιμένουμε σε ένα διήγημα να συναντήσουμε άρτια αναπτυγμένους χαρακτήρες. Ο Ντέιβιντ Μάμετ λέει ότι η προσδοκία μας να βρούμε “αληθινούς” χαρακτήρες πίσω από τις γραμμένες σειρές δεν είναι παρά μια αναγνωστική πλάνη. Στοιχεία χαρακτήρων εντοπίζουμε και από αυτά προσπαθούμε να ανασυνθέσουμε το όλον και να δημιουργήσουμε την ψευδαίσθηση ότι το μυθοπλαστικό οικοδόμημα ταυτίζεται με την πραγματικότητα. Παρόλα αυτά υπάρχουν μηχανισμοί, τεχνικές, στρατηγήματα, μεθοδεύσεις που μπορούν να ενισχύσουν την αναγνωστική ψευδαίσθηση προς όφελος του storytelling. Χρειάζεται οπωσδήποτε κάποια τεχνογνωσία. Και διάθεση/δυνατότητα για βαθιές γεωτρήσεις. Οι Έλληνες διηγηματογράφοι όμως σπάνια επιχειρούν να σκάψουν κάτω από την επιφάνεια. Θεωρούν ότι δίνοντας τη γενική εντύπωση κάποιου αφηγηματικού ήρωα, ιχνογραφώντας τύπους, παρουσιάζοντας καρικατούρες, δημιουργώντας χάρτινους δισδιάστατους χαρακτήρες και συνδέοντάς μας με τις εσωτερικές τους σκέψεις, είναι αρκετό για να επιτευχθεί η αληθοφάνεια που τόσο εμφατικά επικαλούνται.

Ο Peter Barry αναφέρει στο βιβλίο του Γνωριμία με τη Θεωρία[2] (ειρήσθω εν παρόδω το συγκεκριμένο βιβλίο είναι κάτι σαν τον Κόσμο της Σοφίας του Γκάαρντερ αλλά με κέντρο τη λογοτεχνική θεωρία): “Ο λογοτεχνικός ρεαλισμός φέρνει μαζί του μια σιωπηρή επικύρωση των συντηρητικών κοινωνικών δομών”. Πάνω στη (σχεδόν) σιβυλλική ρήση χωράει ασφαλώς μεγάλη συζήτηση, αλλά αν στραφούμε προς το σύγχρονο ελληνικό διήγημα, θα δούμε ότι σε μεγάλο βαθμό είναι προσανατολισμένο προς τη ρεαλιστική αφήγηση. Κάθε τι που ξεφεύγει από τον κανόνα περιθωριοποιείται, ή στέκει παράταιρα σαν εξαίρεση. Πρόκειται για τάση παγκόσμια βεβαίως, που αφορά και το μυθιστόρημα. Αν ο Barry έχει δίκιο, τότε μήπως θα πρέπει μαζί με τις τεχνικές ελλείψεις να προσάψουμε στους Έλληνες διηγηματογράφους και έναν άρρητο, βαθύ και θολό κοινωνικό συντηρητισμό;

Brian-Dettmer5-537x402Άλλο πρόβλημα που εντοπίζεται εύκολα είναι η ελαττωματική διαχείριση του συναισθήματος στο ελληνικό διήγημα. Ο τρόπος που προσπαθούν οι Έλληνες διηγηματογράφοι να μεταγγίσουν συναίσθημα στο γραπτό τους. Συνήθως πέφτουνε στη λούμπα ενός δήθεν αποστασιοποιημένου μελοδραματισμού. Προσπαθούν πολύ γρήγορα και βεβιασμένα να ανεβάσουν το συναισθηματικό θερμόμετρο μέσα στην ιστορία που καλούνται να αφηγηθούν. Και αυτό δυστυχώς αποπειρώνται να το επιτύχουν με την αρωγή και μόνο των λέξεων. Ο Έλληνας διηγηματογράφος πιστεύει πολύ στις λέξεις του. Όπως και ο Έλληνας ποιητής. Αυτό τον κάνει όμως να μην δίνει την αρμόζουσα σημασία στην ίδια την ιστορία που θέλει να μας διηγηθεί. Βαρύτητα παίρνουν πάλι οι φράσεις, βαρύγδουπες ποιητικίζουσες εκφράσεις, πομφόλυγες και μεγαλοστομίες, κούφιες προτάσεις. Σπανίως καταφέρνουν να εξαγάγουν συναίσθημα μέσα από την πλοκή. Ίσως νιώθουν ότι (λόγω μεγέθους πάλι) δεν προλαβαίνουν. Οι λέξεις από μόνες τους όμως δεν θα συγκινήσουν κανέναν αναγνώστη, αν τις αποκόψουμε από το αφηγηματικό τους πλαίσιο. Αν κάτι μας συγκινεί είναι η ιστορία, αυτό που γίνεται, αυτό που παθαίνει ή κάνει ο ήρωας. Η γλώσσα, το ύφος, μας τραβάει το ενδιαφέρον, μας συγκινεί αισθητικά, δημιουργεί ακόμα και έξαψη. Μπορεί να προκαλέσει όμως φόβο, χαρά, λύπη, αγωνία; Υπάρχει μια ευρεία γκάμα συναισθημάτων, που καλώς ή κακώς, δύνανται να προκύψουν μόνο μέσα από την πλοκή.

Οι διηγηματογράφοι μας προσπαθούν με κάθε τρόπο να εντυπωσιάσουν. Πολλοί καταφεύγουν σε εξωτερικά καλλωπιστικά στοιχεία της γλώσσας για να δημιουργήσουν αίσθηση. Το αποτέλεσμα; Τα κειμενά τους βρίθουν από γελοίες παρομοιώσεις και ανερμάτιστες μεταφορές. Κάποιες φορές τα λεκτικά πυροτεχνήματα που εκτοξεύουν για να αυξήσουν τη δραματικότητα των κειμένων τους, αποδεικνύονται απλώς γελοία.

Επιπρόσθετα, οι διηγηματογράφοι μας θέλουν να τα πουν όλα, ή μάλλον να αρθρώσουν κάτι grande μέσα στον λίγο χώρο που διαθέτουν. Βέβαια πρόκειται για οξύμωρο, αφού οι ίδιοι οριοθετούν τον χώρο τους. Κανείς δεν τους απαγορεύει να γράψουν κάτι με μεγαλύτερη έκταση. Φαίνεται να κυριαρχεί όμως ανάμεσά τους η άποψη ότι αυτό που χρίζει κάποιον λαμπρό διηγηματογράφο είναι το στοιχείο της οικονομίας που διέπει τα γραπτά του και η δυναμική της συμπύκνωσης που τα συνέχει. Κάτι τέτοιο ισχύει φυσικά, αλλά δεν πρέπει να λαμβάνει διαστάσεις νεύρωσης όπως γίνεται κατά κόρον στις μέρες μας.

Παρά τις οξείες, έως κάποιο σημείο, επισημάνσεις, δεν μπορούμε, παρόλα αυτά, να πούμε ότι δεν έχουμε και καλούς Έλληνες διηγηματογράφους. Παπαμάρκος, Καρακίτσος, Τσίρος, Λένα Κιτσοπούλου, Γκέζος, Μαρούτσου και πολλοί ακόμα διαψεύδουν σε μεγάλο βαθμό τα παραπάνω.

Έχουμε μια ιδιοσυγκρασιακή στο σύνολό της λογοτεχνία. Αυτό δεν αποτελεί απαραίτητα μειονέκτημα, αλλά από την άλλη δεν επαρκεί κιόλας για να γεννήσει έργα που θα μείνουν. Κάποιοι μπερδεύουν την ιδιοφωνία με τα προσωπικά καπρίτσια, τα ψυχολογικά τους κολλήματα, τις αγκυλώσεις της σκέψης τους και τη στρεβλό αισθητικό τους υπόβαθρο. Η ανυπαρξία σοβαρής κριτικής συντελεί στην εκτράχυνση και διαιώνιση του προβλήματος. Τώρα είναι στο χέρι του κάθε διηγηματογράφου μας να αναμετρηθεί με την τέχνη του έχοντας σαν γνώμονα την προσωπική του αλήθεια αλλά και εμπλουτίζοντας τον τεχνικό του εξοπλισμό με εργαλεία που αποτελούν κοινό κτήμα σε άλλες λογοτεχνίες.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ


[1] Τζιόβας Δ. (2002), Το Παλίμψηστο της Ελληνικής Αφήγησης, Από την Αφηγηματολογία στη Διαλογικότητα, Αθήνα: Οδυσσέας.

[2] Barry P. (2013), Γνωριμία με τη Θεωρία: Μια Εισαγωγή στη Λογοτεχνική και Πολιτισμική Θεωρία, (μτφρ. Νάτσινα Αναστασία, επιμ. Καραγιάννης Μάνος), Αθήνα: Βιβλιόραμα.