Αναζητώντας μιαν αυθεντική γλώσσα

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

velentzaΕλένη Βελέντζα, Το φίλημα του ήλιου, Σμίλη 2019

Διάλεξα να μιλήσω για το δεύτερο ποιητικό βιβλίο της Ελένης Βελέντζα, Το φίλημα του ήλιου (Σμίλη, 2019) ως ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της συμπτωματολογίας που παρουσιάζουν αρκετές πρώτες-δεύτερες συλλογές. Οι πρώτες συλλογές νέων ποιητών συνήθως κλείνουνε λογαριασμούς με τραύματα, ματαιώσεις, εφηβείες, γονείς, έρωτες και τα συναφή. Γι’ αυτό και συχνά είναι θανάσιμα, δραματικά σοβαρές σαν πράξεις αυτοχειρίας. Παράλληλα, βολιδοσκοπούν το πεδίο κάνοντας έφοδο στη γλώσσα αναγορεύοντάς τη σε μαγική επωδή που θα εξορκίσει τη βασκανία της ύπαρξης. Γι’ αυτό και οι γράφοντες μοιάζουν να ενδύονται το ρόλο του ποιητή λεξιλαγνικά, περιμένοντας πολλά από αυτή την τελεστική μαγεία της λέξης. Τα αποτελέσματα άγουρα ή έσωθεν ναρκοθετημένα, ακόμα και στις περιπτώσεις που πίσω υπάρχει η ψίχα της ποίησης. Αυτή η ψίχα όμως πολεμά να αναδυθεί σε ένα κείμενο που θέλει να μοιάζει υπερβολικά πολύ με ποίημα. Σε αυτή την παγίδα πέφτει και το βιβλίο της Βελέντζα. Παράδειγμα το ποίημα «Οι λέξεις».

Οι λέξεις επιστρέφουν
να πουν τα πράγματα
μες στη δομή του κόσμου.

Άζυμος άρτος προσφερόμενος
σε μια υπόκλιση βλεμμάτων.

Οι λέξεις επιστρέφουν
ξένες
να ιδούν για να πιστέψουν
τι μπόρεσαν οι άνθρωποι
χωρίς εκείνες.

Τι τόλμησαν.
Τι έζησαν.
Τι απαρνήθηκαν.

Οι λέξεις επιστρέφουν.
Δίνουν φωνή στον άνεμο
σαν πεύκα ξαφνικά σε οροπέδιο.

Στέκουν και γίνεται σιωπή.

Και στην αγκάλη τους μας δέχουν
ως οιονεί μητέρες
που κάποτε μας είδαν την ασπίδα
να ρίχνουμε στη γη.

Κι είναι τ’ αδύνατο να κρατηθεί κρυφός
ο γεννημένος πόνος μας
για εκείνες.

Σαν μάτια
σε στέγες χαμηλές,

οι λέξεις θα επιστρέφουν.

Αρχικά, τα θετικά: το ρυθμικό στήσιμο του στίχου και η εικονογραφία: οι λέξεις «Δίνουν φωνή στον άνεμο / σαν πεύκα ξαφνικά σε οροπέδιο», «στέκουν και γίνεται σιωπή», «Σαν μάτια σε στέγες χαμηλές». Αυτές οι ευφάνταστες συλλήψεις όμως ενθυλακώνονται σε μια νοησιαρχική εκκίνηση που και σε άλλα ποιήματα κάνει εμφανή και ενοχλητική την παρουσία της: «Μου απαγορεύτηκε ρητά / να πω ξανά / τη λέξη / λέξη», «Πέτρες και λέξεις / βουλή της νίκης», «Το ανέμισμα μιας θλίψης ζωτικής / μέσα στις λέξεις», «Παράδωσέ με σε μια λέξη χαλκευμένη», «Μία στιγμή/ μετά από τόσες λέξεις».

Η ποίηση μπορεί να γράφεται με λέξεις, αλλά επιχειρεί το δυσκατόρθωτο: μέσα απ’ τις λέξεις να βγει έξω απ’ αυτές. Όχι να τις ανακαλεί ως ιερό θυμίαμα του λόγου, σε έναν αέναο καθρεφτισμό που δείχνει εντέλει το κενό. Αυτή η γλωσσοκεντρική μέριμνα ευθύνεται και για ένα άλλο σοβαρότερο ατόπημα της συλλογής: την άγρα της σπάνιας λέξης που καθιστά το λόγο άγαλμα του εαυτού του και μόνο, άρα μη κοινωνήσιμο. Αλλιώς, τι ρόλο παίζουν λέξεις σπάνιες όπως «μόθος», «φλέω», «σπιδή» (επίθετο άπαξ απαντών στον Όμηρο) –ομολογώ, ανέτρεξα σε λεξικό– «άγοργης», «εόν», «πέλωρα» ή φράσεις όπως «Το μη αντίξοο του ζην μου / πώς κατατρύχει απόψε / την αντιφώνηση / που τόλμησα να αρθρώσω»; Άλλες πάλι φορές, λιγότερες, επιστρατεύεται το ιδίωμα της παλαιάς παράδοσης («δέχουν», «αγρίκιο», «σύγνεφο», «κρύφια»). Παράγεται εντέλει μια γλωσσική επιφάνεια όπου εξέχουν φυτεμένα υλικά, νοθεύοντας το σώμα του κειμένου που αν αφηνόταν χωρίς την υπερεπεξεργασία θα μπορούσε να εκλύσει αισθαντικότητα.

Γιατί, μέσα σε αυτή τη θολή πρόθεση, υπάρχουν αρκετές καλές στιγμές, όπως το ακόλουθο:

Κρυφά

Νωρίς, το πρώτο πρωινό του Μάη

κι έχει μπλεχτεί κάτι πολύ κρυφό
μες στα άνθη.

Κάτι τρελό.
Που δύναται όταν βούλεται.

Σαν μουσική που χάνεται
μα την μορφή κάποιας ουσίας αποκτά
καθώς σε κίνηση την μετατρέψει
του σώματος η πίστη.

Κάτι κρυφό.

Κι απόκρυφα ανθισμένο.

[τα θέλει όλα
ο Μάης που δεν ήρθε ακόμα
μα που θα ’ρθεί]

Ή το «Είσαι»:

Είσαι ένα βράδυ ανέμου
που φέρνει άμμο στα κατώφλια των σπιτιών
σ’ εκείνη την ακτή του Γιορκσάιρ
που λένε πως ξεβράζονται
ξύλια τραχιά
των ναυαγίων του αιώνα.

Είσαι η ακτή με τα θραυσμένα γκρίζα κύματα
τ’ αφιερώματα των ωκεάνιων γλάρων
και των ιχθύων τους συμβολικούς αποχαιρετισμούς
στο βόρειο ήλιο.

Είσαι ένας τόπος που επιμένει
να μη με συναντά
στα μάτια.

s200_eleni.velentzaΣτην ίδια γραμμή κινούνται και τα καλά ποιήματα «Νεώριο», [Έφτασε λίγο φως το πρωινού μες στις καμέλιες], «Το φίλημα του ήλιου», «Οριστική επιστροφή», «Μεσολαβεί χειρολαβή», «Μην υπομένεις». Εδώ επιλέγονται απλούστερα υλικά που δεν θέλουν να πουν αλλά λένε, και το λένε σε γενικές γραμμές καλά. Ανθρώπινα. Φυσικά. Η φυσικότητα λειτουργεί στον αναγνώστη, που όταν ανοίγει μια ποιητική συλλογή θέλει, φαντάζομαι, να γευτεί έναν λόγο να πάει στην ψυχή του, να στυλωθεί η ακοή του όχι από έντεχνα ρήματα δεινά, αλλά να κουβεντιάσει λίγο με τον λόγο ενός άλλου ανθρώπου. Μιλώ για την μονοφωνική εξομολογητική ποίηση που αποτελεί την πλειοψηφία της παραγωγής, άλλωστε. Κι έτσι όπως πια μια τέτοια ποίηση –ή η όποια ποίηση– είναι στριμωγμένη στη γωνιά της ανυποληψίας, δεν πρέπει να γίνεται ένας μονόλογος αυστηρά ιδιωτικός και στριφνά «πεποιημένος», αλλά λόγος διαθέσιμος. Έτσι δεν μηρυκάζει τον εαυτό της ιδιοπαθή, αλλά αρθρώνει ένα λόγο προσωπικό, γιατί μόνο έτσι γίνεται τέχνη του λόγου, δηλ. τέχνη του προσώπου.

Δεύτερον, η θεματική. Τα βασικά θέματα είναι ο έρωτας, η δυσκολία ενός κλειστού στο φόβο του υποκειμένου να αφεθεί στη συνάντηση, η αναζήτηση της καταγωγής στον τόπο και τους ανθρώπους που μας γέννησαν, η ρευστή και αλγεινή ταυτότητα ενός νέου ανθρώπου που αναζητά τον εαυτό του, επιδιώκοντας αλήθεια μα θέλοντας ζωή. Αυτούς τους ψυχικούς τόπους θέλει να αγγίξει και, κατά το δυνατόν, να καταστήσει διακριτούς η τετραμερές διάρθρωση του βιβλίου Σε κάποια σημεία ακούγονται απόηχοι της Δημουλά («Νεώριο») και της Βακαλό («Η Βάθος»), σε γενικές γραμμές, όμως, ανασαίνει το προσωπικό βίωμα. Αν, βέβαια, εγκαταλειπόταν η κρυπτική αναδίπλωση που φιλοδοξεί να καταστήσει το ποίημα βαρυσήμαντα σιβυλλικό, ο αναγνώστης θα ακουμπούσε με περισσότερη συγγένεια και απόλαυση στο σώμα του κειμένου.

Η Βελέντζα –όπως άλλωστε κάθε νέος ποιητής– αν θέλει να συναντηθεί με τον αναγνώστη, πρέπει να αφήσει να ακουστεί η φωνή της χωρίς τα φερτά υλικά που η παιδεία, οι περί λογοτεχνικότητας προϊδεασμοί και οι εύκολες γλωσσοτεχνικές φόρμουλες έχουν αποθέσει στη γραφή της.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ