Κική Δημουλᾶ: Ἡ Μεταφυσικὴ τῆς Στιγμῆς

kiki

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Αν η αγωνία συνιστούσε πάντα προϋπόθεση για να περάσουμε στη σφαίρα του αυθεντικού βίου (δηλαδή σε μια ζωή που ζητεί πληρότητα), η αγωνιστική διάθεση με την οποία η δίψα για μια ακέραιη ζωή τεντώνει την ύπαρξη, πιο ευγενική προσπάθεια μεταστοιχείωσης της υπαρκτικής λύπης δεν βρήκε από αυτήν που εν φαντασία και λόγω ονομάσαμε ποίηση.

Οδηγημένοι από μια τέτοια κατεύθυνση της αγωνίας, ως αφετηρία βίου όπου αφέτης είναι πάντα ο ανεύρετος βίος, όσοι πορεύονται μέσα στη διαυγή νύχτα νοσταλγώντας όχι κάποιο τόπο μακρινό, αλλά έναν άφθαρτο χρόνο στον οποίο θα ήθελαν να κατοικούν, αναζητούνε την τέχνη που καθώς ξετυλίγεται η ζωή, αυτή η ανίατη προς θάνατον ασθένεια, θα διατρέχει μαζί τους την έρημο του όντος. Στο αγωνιώδες τούτο ταξίδι, ο ποιητής, έκφραση των ανθρώπων «που σιγά-σιγά λυγίζουν», δεν μπορεί παρά να αγωνιά αν όχι για εκείνες τις μορφές που θα του χαρίσουν κάποιο αναλογισμό στο διαρκές, τουλάχιστον για τη γνήσια αισθητική μαρτυρία της μιας και μόνης ζωής που μας ορίστηκε.

Δεν είναι νέα φυσικά η διαπίστωση πως οι παραδοσιακές μορφές και τεχνικές στην ποίησή μας είχαν εκμετρήσει το ζην ήδη από τα χρόνια του μεσοπολέμου. Ο καιρός των καθαρών ιδεών είχε πια περάσει και ως επιτάφιος λίθος ετίθετο στο πριν σώμα της ποίησης η αισθηματολογία ορισμένης παράδοσης ή τα άνθη ενός μοντερνισμού που μαραίνονταν αναπάντεχα γρήγορα. Η γενιά του Τριάντα θα συνέχιζε βέβαια και μετά τον πόλεμο το λαμπρό της έργο, η νεοελληνική ζωή ωστόσο ζητούσε τη νέα ποιητική συγκίνηση για να της χαρίσει τον ανυπόκριτο θαυμασμό του παρόντος. Ζητούσε τη μορφή της δικής μας λύπης, τη φωνή που θα εξέφραζε την αγωνία του νέου κόσμου, του κόσμου της ευημερίας που οι ρωγμές του έχουνε γίνει πια στις ημέρες μας ρήγματα, φέρνοντας ψυχρές ριπές απόγνωσης. Η ώρα της Κικής Δημουλά πλησίαζε.

Το ξέρουμε νομίζω όλοι. Μεγάλα λόγια δεν χωρούν στις αυθεντικές ώρες. Ψιθυριστά έρχεται στην αρχή η συναίσθηση της σημαντικής ποίησης. Χωρίς υμνολογικούς λυρισμούς, σαν μια βροχή που ολοένα δυναμώνει. Έχοντας πατρίδα τη λύπη και την ευγένεια για πίστη, η Κική Δημουλά δεν φανερώθηκε υπέρλαμπρη κάποιο πρωί ακόπως. Στη σχολή των πιο φοβερών δυνατοτήτων που προεικάζουν το πεπρωμένο και ξεγυμνώνουν τις ψευδαισθήσεις, ανεβαίνοντας και πυκνώνοντας ολοένα την ποιητική της ουσία, αρνούμενη να θυσιάσει την αληθινή ζωή στην αναπαραγωγή της παράδοσης, αλλά και την αγωνία στην ευκολία της στράτευσης ή την παραίτηση του μηδενός, χρόνια ολόκληρα, σιγανά, επίμονα, αθόρυβα, μ’ έναν σπάνιο άνθρωπο στο πλάι της, λάξευε και ύψωνε το ποιητικό της οικοδόμημα.

Τριγυρισμένη εσωτερικά και εξωτερικά από δυνάμεις της φύσης, στις οποίες κατέβαλε το προπατορικό χρέος, γνώριζε βήμα- βήμα, χρόνο με το χρόνο, εκείνη την ανώτερη συνάφεια που την ώρα και της πιο σφοδρής οδύνης ακόμη, σου χαρίζει ανεξήγητο κέντημα διαίσθησης. Μαθήτρια της δυνατότητας, ζούσε τη διαρκή αγωνία που δεν γεννιόταν μόνο από συνθήκες εξωτερικές αλλά από μια εσωτερική μεταφυσική εμμονή που την πρόσταζε να δώσει νόημα στο εφήμερο και το καθημερινό, το τόσο περιφρονημένο καθημερινό που είναι ωστόσο όλη μας η ζωή ως άθροισμα στιγμών. Η ζωή που χάνεται εν αναμονή ενός θαύματος που δεν έρχεται ποτέ.

Συχνά κρυμμένη και υποφώσκουσα, να μην την αφήνει ποτέ ολοκληρωτικά να χαρεί, μα πιο συχνά να εκρήγνυται αίφνης, διαχέοντας τα θραύσματα της απελπισίας προς κάθε κατεύθυνση, η αγωνία ένωνε εντός της δυο κόσμους, έναν φυσικό και αφόρητο κι έναν άλλο, άγνωστο, που μόνο με τις λέξεις αναγνώριζε. Στο έρεβος, ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο κόσμους γεννήθηκε η ποίηση της Κικής Δημουλά. Οι απαρχές της λυρικές αλλά ποτέ με τους ειρμούς της ωραιολογίας. Η Δημουλά συνέλαβε εξ ενστίκτου και όχι διανοητικά, πως πέρα από το κάλλος της ουσίας, υπάρχει το κάλλος της μορφής. Κι απ’ την αρχή της ποιητικής της ανάβασης έστεκε επιφυλακτική μπροστά «στα ονειροπολήματα με τα μικρά τους χάσματα», «στης φαντασίας τα εύκολα πηδήματα… όλα αυτά της πλήξης τα τεχνάσματα», όχι από υστεροβουλία, για να μη βρεθούν στη «στήλη των ζημιών» αλλά γιατί αυτό που την δονούσε ήταν η πιο τρανή, η οριστική απώλεια: οι μέρες που φεύγουν. Με την αίσθηση αυτή εναντίον του χρόνου ζώντας, από τα πρώτα, τα νεανικά της χρόνια, θα κατορθώσει να μιλήσει τελικά όχι μόνο για το ουσιώδες, για το κάλλος της θνητότητας αλλά θα βρει και τη μοναδική αισθητική μορφή που δίκαια θα την ξεχωρίσει από την ποίηση των τελευταίων δεκαετιών και θα καταστήσει το έργο της συνείδηση μιας εποχής. Μιας εποχής που πολλοί έβλεπαν πως σκοτεινιάζει μα κανείς δεν τολμούσε να αρνηθεί τα άρρωστα, τεχνητά φώτα της ηλεκτροδότησης.

Διαίσθηση; Ασφαλώς, μια και από το 1956 ήδη, από το Έρεβος, η Δημουλά γνώριζε πως «με τη σφεντόνα διαίσθηση ρίχνουμε θάνατο στη σωτηρία μας εκ των ενδεχομένων». Η πρώτη εκείνη λύπη δεν στάθηκε βέβαια δυνατό να περιγραφεί με Μονοκοντυλιές, όσο κι αν αρκετοί ασκούνταν ευχάριστα μ’ αυτές, υπερασπιζόμενοι (τι υποκρισία) «καθαρούς ορίζοντες», ενόσω εκείνη προετοιμαζόταν για το «αναπάντεχο», «κέρασμα για το ενδεχόμενο». Μια προετοιμασία που είτε ερχόταν σαν λουτρό μιας ανελέητης ανάγκης είτε σαν σπορά μιας χούφτας συννεφιάς στη ψυχή, ήταν πάντα μελαγχολική. «Μελαγχολικός της ζωής άνεμος είμαι που νυχτώθηκα κι απόμεινα σ’ ένα χθες ανάλγητο».

Ιδού λοιπόν εκείνη που «αχθοφόρος μελαγχολίας ορίστηκε». Πολύπαθη η λέξη, ζητά εξήγηση – δεν είναι λέξη πρωτότυπη ασφαλώς στην ποίησή μας. Αυτό που λάμπει στην ποίηση της Δημουλά δεν είναι οποιαδήποτε μελαγχολία. Είναι ο σπάνιος ελληνικός πεσιμισμός που καταφάσκει στη ζωή. Η ελληνική μελαγχολία, δεν παρασύρει σε σκοτεινά τοπία, σε άγρια πάθη κι αβυσσαλέες αισθηματολογίες αλλά στο λυπημένο χαμόγελο των ελληνικών αγαλμάτων που παίζει με το φως και τις σκιές του προσώπου. Είναι ο λόγος που δεν αφήνει το τερατώδες να επιβληθεί και να απορροφήσει αυτό το φως. Μπορεί λοιπόν η ποίηση αυτή να μην είναι προγραμματικά εθνική, η γλώσσα και η ιδιοσυγκρασία ωστόσο είναι απολύτως ελληνικές:

«Απογοητεύσου ήσυχα… λογικά απελπίσου… νηφάλια αυτοεκθρονίσου… αυτοξεχάσου εύχαρις»: Λύπη ισορροπημένη από βιωματικήν ευρωστία, γαλήνη μετατραυματική. Πένθος υπαινικτικό διαρκώς και μόνωση αλλά χωρίς τάσεις ασιατικού αναχωρητισμού. Ένας ευφρόσυνος μηδενισμός; Θα μπορούσε να το πει κανείς αν δεν μιλούσαμε για μια ποίηση που ζητά ακαταπαύστως το αναπάντεχο, το αναπόδεικτο και το θαύμα, την υπέρβαση των φυσικών ορίων, την έλευση σωστικού τινός απρόοπτου. Τη λύτρωση που απομένει ωστόσο εκκρεμής αφού συνιστά αίνιγμα. Και όπως η ίδια η ποιήτρια εξομολογείται «δεν έχει βλάψει στη ζωή της αίνιγμα. Δεν έλυσε κανένα». Δέχτηκε και αποχωρίστηκε τα πράγματα όπως έρχονταν, «με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση».

Κυρίες και κύριοι

Αν ο καντιανός ορισμός για την ιδιοφυΐα είναι ακριβής, ιδιοφυΐα είναι δηλαδή ταλέντο που με στοχασμό και φαντασία παρέχει στην τέχνη κανόνες, η ποιητική ιδιοφυΐα της Κικής Δημουλά, υπήρξε παραδειγματική προς τη χρήση του φυσικού χαρίσματος και στην δι’ αυτού οργάνωση ενός νέου λυρικού υποδείγματος. Η πρωτογενής δημιουργική ικανότητα για το ωραίο και το υψηλό, το παιχνίδι της γλώσσας και των λέξεων που φωτίζουν μουσικά το νόημα, το ήρεμο ξεκίνημα και η αιφνίδια αρπαγή που στροβιλίζει τη φράση, τα ουσιαστικά ονόματα που παίρνουν την τάξη επιθέτων, τα αφηρημένα -καταστάσεις ή πράγματα- που αποκτούν πρόσωπο και διάθεση, τα ομόφθογγα που βρίσκουν μια νέα σημαίνουσα ενότητα, ήταν τα μέσα για να αναβλύσει η συγκίνηση. Μια συγκίνηση που δεν ταράζει στιγμή τον ήρεμο ετασμό.

Η Κική Δημουλά μπόρεσε έτσι να βγει στο τοπίο εκείνο που ελάχιστοι ποιητές ευτυχούν να βρεθούν. Στο τοπίο όπου το αίσθημα κι ο στοχασμός ενώνονται σε ένα ρίγος. Όχι το ρίγος της μέθης αλλά της γαλήνιας απόγνωσης. Πολύ μακριά από τη ψεύτικη μουσική της λυρικής υποβολής, οι εικόνες της ζωής της καθημέρας καθρεφτίζονται στη φαντασία, ανάγονται στη βαθιά υπαρκτική αλήθεια, αποκτούν ένα άλλο νόημα στο πραγματικό μυστηριακό ανατρίχιασμα με την πικρή εμπειρία της λήθης. Χωρίς καμιά θρησκεύουσα υποκρισία. Μονάχα με την περήφανη και λυπημένη ελληνική τραγικότητα που στέκει αμήχανη μπροστά στο κωφάλαλο θείον.

Να δώσει σχήμα στο εσωτερικό νόημα των πραγμάτων, να κάνει την ποίησή της ηχώ της απόκρυφης φωνής τους, δεν ήταν κάτι απλό. Δεν αρκούσαν η ευρηματική ευχέρεια και τα εσκεμμένα οξύμωρα, η λαμπρή αποκατάσταση του επιθέτου που η διακοσμητική και αισθηματολογικά μελοδραματική του χρήση το είχαν απαξιώσει. Δεν αρκούσαν ακόμη οι αντίδρομες σημασίες, οι αρωματικές λέξεις πλάι στις αγκαθωπές άλλες που ενωμένες διαποτίζονταν και λειαίνονταν για να φτιάξουν το ιδανικό γλυπτό του συγκερασμού της λυρικής ψυχής με την πεζολογική εκφορά. Χρειάστηκε μια σκληρή πειθαρχία, μια απόσταση από όλα. Η διαρκής επίπονη αγρύπνια πότε στο σκοτάδι και πότε στο ημίφως, οι ανατροπές της φύσης για να βιωθεί η έκπληξη, όλα όσα μας μαθαίνουν πώς η στιγμή είναι ένας άπειρος, πλήρης περιεχομένου χρόνος.

Η στιγμή, συνοριακό φυλάκιο παρόντος και αιωνιότητας, ως η μόνη αλήθεια που έχει αποδειχθεί προ του θανάτου, αυτή δεσπόζει στην ποίηση της Δημουλά. Αν ο θάνατος παραμένει «ύλη αδίδακτη», η στιγμή είναι αυτή που διδάσκει τη ζωή. Και αν ακόμη ο φόβος παραφυλάει τον έρωτα, αν η νύχτα απειλεί να καταπιεί τη μνήμη (για να θυμηθούμε τα τέσσερα καίρια ουσιαστικά του ποιήματος Πληθυντικός Αριθμός), το δημουλα-201x300αίνιγμα της στιγμής (δηλαδή: το αίνιγμα του χρόνου) είναι η ύστατη δυνατότητα να βρούμε κάποιο νόημα. Η ώρα της μεταφυσικής; Ίσως. Αρκεί να μη ξεχνάμε, το είπαμε πριν, πως η ποιήτρια σεβάστηκε όσο τίποτα άλλο τα αινίγματα. Δεν παρασύρθηκε στις ευκολίες ούτε της πίστης ούτε της απιστίας. Ήξερε πάντα να περνά γενναία στο μη ον, σταδιακά ή αιφνίδια (είτε θάνατο ονομάζοντας το πέρασμα είτε ακόμη χειρότερα φθορά), πριν αναστραφεί στην ύπαρξη ξανά, στη μνήμη της παρουσίας, εις ανάκληση εκείνου που υπήρξε. Κι ό, τι υπήρξε δεν μπορεί να χαθεί. Το κάτι έστω σαν σκηνικό του τίποτα, η στιγμή πάντοτε παρούσα ακόμη και ως χήρα. Να μια ελληνική μεταφυσική που λύνει τη διαμάχη πίστης και απιστίας μ’ ένα συγκρατημένο πικρό χαμόγελο. Ιδού το μέγιστο μάθημα για όσους νομίζουν πως διανοητισμός και πνευματικότητα ταυτίζονται.

Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς τα πράγματα σε μια ποίηση που θέλει το ποίημα να μην είναι κάτι τετελεσμένο και κλειστό. Η μοναδική αίσθηση ελευθερίας στη μορφή, με τις κρυφές ανταποκρίσεις σε χώρο και χρόνο άμετρο, απλώνουν τον πυρήνα του αισθήματος της στιγμής σε μια ανεπανάληπτη ατομική έκταση που φωτίζεται και συσκοτίζεται διαρκώς. Και με φως και με θάνατον. Με το «Χρόνο αμεταχείριστο εντελώς» αλλά και το φθινόπωρο να «υποθάλπει μια Δευτέρα Παρουσία στ’ απολωλότα όνειρα». Σαν μια προσευχή που ζητά όχι τη σωτηρία αλλά την απώλεια. «Κύριε μη μας πάρεις κι άλλο τις απώλειές μας. Δεν έχουμε πού αλλού να μείνουμε». Αλλά και με γνώση πως δεν χρειάζεται να πάρει κανείς τοις μετρητοίς αυτή την απώλεια που είναι, όπως κάθε απώλεια «τερατολόγος, μελοδραματική», ώστε δικαίως να γεννά τη φιλική σύσταση πως «κακώς σπεύδεις να προμηθεύεσαι μεγάλο μήκος λύπης».

Εκρηκτική δημιουργική φαντασία, εκπλήξεις βιωματικής ουσίας, αδόκητοι φραστικοί συνειρμοί, ιδέες που μορφώνονται σε πρόσωπα, κοινές λέξεις που αποκτούν μια αδιόρατη μαγεία, αιφνιδιασμοί κι ανατροπές κοινών σημασιών, πικρή μα άκακη ειρωνεία, συνιστούν τη σκηνή της ποιητικής μάχης όντος και μη όντος, όπου η ποιήτρια στη μέση παρακολουθεί με αγωνία αφού ξέρει πως είμαστε το πολύτιμο τρόπαιο είτε του ενός είτε του άλλου. Η συγκίνηση -το ύψιστο ζητούμενο- απλώνεται τελικά στο ματωμένο πεδίο αυτής της μάχης που μεταβάλλεται αριστοτεχνικά σε ποίημα. Το κρύο σύμπαν γίνεται και πάλι κόσμος, η αγωνία αποδεικνύεται αναμονή, η απουσία εύρεση. Ο χρόνος ξανακερδίζεται, οι νεκροί κατοικούν για πάντα στη μνήμη μας και ζουν εκεί με ακέραια καθαρότητα, αναμένοντας τον καιρό της νέας συνάντησης, στους λειμώνες της μνήμης ή της λήθης. Στην στιγμή που θα έχει γίνει πια αιωνιότητα.

Αυτό ίσως είναι το μέγα ποιητικό επίτευγμα της Κικής Δημουλά. Ένα επίτευγμα γεννημένο από την αγρύπνια της, τις ώρες που γύμναζε «μαύρα αποκλείεται» πριν τα εξαπολύσει ενάντια σε ψεύτικα άστρα, τις ώρες π’ αρνιόταν να δοκιμάσει σκευάσματα ιδεολογιών που κατασιγάζουν την αγωνία αλλά έχουν για τίμημα τη λήθη της ύπαρξης. Υπερασπιζόμενη την ποίηση, υπερασπίστηκε τη ρυθμιστική ιδέα που από τη φύση και τα φαινόμενα οδηγεί προς την ελευθερία και τα νοούμενα. Προς την άλλη πραγματικότητα, που πέρα από την καθολική ισχύ των φυσικών νόμων, σώζει στο άπειρο την αλληλοκτονία των ωρών.

Αν εποπτείες χωρίς έννοιες είναι τυφλές, τα εννοήματα χωρίς περιεχόμενο είναι κι αυτά κενά. «Με τη μέθοδο του άνευ μεγαλώνοντας», αποσπώντας τα πιο πολύτιμα από το νοίκι μιας «χαμηλοτάβανης εσωτερικής πατριδογνωσίας», ως στενογράφος του χρόνου, η Κική Δημουλά αποκάλυψε πώς ο κόσμος στην έσχατη ουσία του, δεν είναι παρά μια θέληση, μια παράσταση. Διακινώντας εκκλήσεις μιας υποτιμημένης καθημερινότητας που ζητούσε λιγότερο δακρυγόνες αιτίες, βρέθηκε μπροστά στο μέγα ερώτημα, στα σύνορα που χαράζουν τα πράγματα και τα πρόσωπα της εσωτερικής και εξωτερικής πείρας. Εκείνη η «Μετέωρη κυρία» που μόνη πριν πενήντα χρόνια εξείχε στη βροχή «πάνω σ’ ένα ακυβέρνητο μπαλκόνι», διστακτική για το μέλλον, τότε που «εφτά εργάσιμες μελαγχολίες» κύκλωναν τη ζωή της, σμίλεψε την πιο ευοίωνη «προτομή πιθανότητας» της μεταπολεμικής μας ποίησης.

«Δαπανηρή ιδέα [βέβαια] ο βίος. Ναυλώνεις έναν κόσμο για να κάνεις το γύρο μιας βάρκας» ενώ κάποιοι στα βράχια αρέσκονται να παρατηρούν, να υποτιμούν, να αποκεφαλίζουν. Ματαίως. Ποτέ δεν θα καταφέρουνε ν’ αγγίξουν εκείνην που «σκύβοντας, ατένιζε ουρανό». Η Κική Δημουλά, συντάσσοντας το ιδιωτικό μητρώο της εποχής μας και συμπληρώνοντας το γενεαλογικό δέντρο των ονείρων που την γέννησαν, μίλησε για το υπαρκτικό μας αδιέξοδο πολύ πιο καίρια απ’ ότι διάφορες κοινωνιοκεντρικές ευαισθησίες κακοφορμισμένων εγωισμών.

Γιατί η αληθινή ποίηση αγωνίζεται να καταλάβει μα και φοβάται πως αν καταλάβει θα σιωπήσει. Με μια απόσταση από τα πράγματα σαν ανάγκη να προεξοφλούμε εν ζωή λίγη από τη νηνεμία του θανάτου και παίρνοντας κουράγιο από «μερικές ευαισθησίες ταλαιπωρημένες από τα ταξίδια τους σε μακρινά ενδεχόμενα και κοντινές επαληθεύσεις».

Κυρίες και κύριοι

Κική Δημουλά: «Όνομα ουσιαστικόν. Πολύ ουσιαστικόν».

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Ομιλία που δόθηκε στο Ίδρυμα Θεοχαράκη, στις 19 Απριλίου 2013, και που δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά. 

 

kiki