Ἡ φυσικὴ μεταφυσικὴ τῆς Κικῆς Δημουλᾶ

Kiki_Dimoula pro

τῆς ΣΕΣΙΛ ΙΓΓΛΕΣΗ ΜΑΡΓΕΛΛΟΥ

«Ναί, τώ­ρα τε­λευ­ταῖα, κα­λῶ εὐ­κρι­νέ­στε­ρα τὸν Θε­ὸ ἢ καὶ τὸν οὐ­ρα­νό, νὰ ζή­σουν λί­γο μα­ζί μας ἐ­δῶ, στὴ Γῆ. Κι ὅ­ποιος ὑ­πάρ­ξει, με­τὰ ἀπ’ αὐ­τὴ τὴ σύν­το­μη ἐ­ξα­κρί­βω­ση…», εἶ­χε πεῖ ἡ Κι­κὴ Δη­μου­λᾶ, μὲ ἀ­φορ­μὴ τὰ Εὕ­ρε­τρα, στὴν Ὄλ­γα Σελ­λᾶ.

«Κι ὅ­ποιος ὑ­πάρ­ξει»; Τρυ­πώ­νει, ὡς ἀ­να­με­νό­ταν, ὁ σκώ­ληξ τῆς ἀμ­φι­βο­λί­ας. Ἀλ­λά, ἡ ἐ­πί­κλη­ση τοῦ Θε­οῦ συ­νω­νυ­μεῖ συ­χνὰ-πυ­κνὰ μὲ τὴν πρό­κλη­ση καί, φυ­σι­κά, δὲν νο­εῖ­ται πί­στη ἄ­νευ δυ­σπι­στί­ας. Ἀ­πὸ τὶς σπα­ρα­κτι­κό­τε­ρες ἀν­θρώ­πι­νες στιγ­μὲς τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς εἶ­ναι ἡ κραυ­γὴ μεταφυ­σι­κῆς ἀμ­φι­σβή­τη­σης τοῦ Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νου: «Ἠλὶ ἠλὶ, λιμᾶ σαβαχθανί;»     «Θεέ μου Θεέ μου, ἱνατί με ἐγκατέλιπες;» (Ματθ., 27,46).

Καί, βέ­βαι­α, εἶ­ναι χρή­σι­μη ἡ δυ­σπι­στί­α, καὶ μά­λι­στα ἡ ἀ­πι­στί­α, ἡ μὴ πί­στη, λέ­ει ἡ Δη­μου­λᾶ, για­τί νο­η­μα­το­δο­τεῖ τὴν ὕ­παρ­ξη, ὄ­χι μό­νο τὴ δι­κή της ἢ τὴ δι­κή μας, ἀλ­λὰ καὶ τὴν ὕ­παρ­ξη τοῦ ἴ­διου τοῦ Θε­οῦ: «οὔ­τε ὁ Θε­ὸς πι­στεύ­ει σὲ μᾶς // ἀλ­λὰ ὅ­σα τοῦ δί­νει ἡ ὕ­παρ­ξή μας / τὰ προ­σθέ­τει στὸ νό­η­μά του» («Ἡ χρη­σι­μό­τη­τα τῆς δυ­σπι­στί­ας»).

Κατ’ ἀν­τι­στοι­χί­α, ὅ­μως, δὲν νο­εῖ­ται δυ­σπι­στί­α χω­ρὶς ἔ­στω ἕ­να ἵ­ζη­μα πί­στης. Καὶ εἶ­ναι προ­φα­νὲς ὅ­τι τὰ Εὕ­ρε­τρα θε­ο­κρα­τοῦν­ται – ἀ­πε­γνω­σμέ­να, ἐκ­μυ­στη­ρευ­τι­κά, εἰ­ρω­νι­κά, προ­κλη­τι­κά, σκαν­δα­λι­στι­κά, σχε­τλι­α­στι­κά, βέ­βη­λα ἴ­σως, πάν­τως θε­ο­κρα­τοῦν­ται. Ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι ὁ κύ­ρι­ος συ­νο­μι­λη­τής τους: στὸ ποί­η­μα «Εὐ­λό­γη­σον τὴν πα­ρου­σί­α σου»: «Δὸς ἠ­μῖν σή­με­ρον τὸν ἄρ­τον τὸν ἐ­πι­ού­σι­ον. // Κύ­ρι­ε συγ­χώ­ρε­σέ μας, ἀλ­λά­ξα­με γνώ­μη // ὄ­χι σή­με­ρον / κα­λύ­τε­ρα δὸς ἠ­μῖν αὔ­ρι­ο…»· στὸ ποί­η­μα «Στορ­γι­κὴ ἀ­μέ­λει­α»: «Σὲ ὑ­πά­κου­σα, Κύ­ρι­ε / κι ὅ­σα δὲ μοῦ ἐ­πέ­τρε­ψες / νὰ πῶ δὲν τὰ εἶ­πα»· στὸ ποί­η­μα «Γε­νέ­θλι­α»: «Ἡ μέ­ρα ποὺ γεν­νή­θη­κες / ἀ­να­πα­ρί­στα­ται, Θε­άν­θρω­πέ μου».

Δὲν εἶ­ναι μό­νον ὁ χρι­στια­νι­κός, καὶ δὴ ὁ ὀρ­θό­δο­ξος, Θε­ὸς παν­τα­χοῦ πα­ρὼν στὰ Εὕ­ρε­τρα –ὁ ἴ­διος ἢ ἡ κα­τε­ξο­χὴν με­τω­νυ­μί­α του, ὁ οὐ­ρα­νός, ἢ καὶ τὸ λε­ξι­λό­γι­ο ποὺ ση­μα­το­δο­τεῖ τὴν «ὕ­περ­θεν θρη­σκεί­α» μας – ὅ­πως «μυ­στή­ρι­ο», «ἀ­σπα­σμός», «θαῦ­μα», «εὐ­λο­γί­α», «πα­ρου­σί­α», «ἀ­νά­λη­ψη», «Λά­ζα­ρος», «Ἰ­ού­δας», «προ­σευ­χή», «προ­σκύ­νη­μα», «ψαλ­μός», «χο­λὴ καὶ ὄ­ξος», «σταυ­ρός», ἀλ­λὰ καὶ οἱ οἰ­κεῖ­ες μας προ-χρι­στια­νι­κὲς θε­ό­τη­τες, σὲ δι­ά­φο­ρες ὑ­πο­στα­σι­ο­ποι­ή­σεις τους.

Ση­μει­ω­τέ­ον ὅ­τι ἡ συλ­λο­γὴ ἀρ­χί­ζει μὲ ἕ­να ἐ­πί­γραμ­μα-ἀ­πο­στρο­φὴ στὴ θε­ὰ Ἀ­νάγ­κη, εἰ­σά­γον­τας μιὰ ἀ­να­τρε­πτι­κὴ θε­ο­γο­νί­α ἢ κα­λύ­τε­ρα θα­να­το­γο­νί­α:

Εὐ­λα­βοῦ­μαι, Ἀ­νάγ­κη
ὅ­τι ἐ­σὺ ἔ­πλα­σες τὸ συ­νε­χὲς τοῦ κό­σμου
τὸ δώσ’ μου, τὸ δὲν ἔ­χω του.
Ἀλ­λὰ τὸν ἔ­ρω­τα ὄ­χι, ὄ­χι ἐ­σύ, Ἀ­νάγ­κη
τὸν ἔ­ρω­τα τὸν ἔ­πλα­σε ὁ θά­να­τος
ἀ­πὸ ἄ­γρι­α πε­ρι­έρ­γει­α
νὰ ἐν­νο­ή­σει
τί εἶ­ναι ζω­ή.

 

Ὥ­στε λοι­πὸν ἡ Ἀ­νάγ­κη δὲν γέν­νη­σε τὸν Αἰ­θέ­ρα, τὸ Χά­ος καὶ τὸ Ἔ­ρε­βος, ὅ­πως στοὺς Ὀρ­φι­κούς, οὔ­τε τὸν Ἔ­ρω­τα, ἀλ­λὰ τὸ «συ­νε­χὲς τοῦ κό­σμου». Ὅ­που αὐ­τὸ τὸ συ­νε­χὲς ση­μα­το­δο­τεῖ μιὰ ἰ­δι­ό­τυ­πη αἰ­ω­νι­ό­τη­τα, τὴ μο­νι­μό­τη­τα ἑ­νὸς ἀ­νι­κα­νο­ποί­η­του αἰ­τή­μα­τος καὶ ἑ­νὸς ἀ­πα­ρα­μεί­ω­του στε­ρη­τι­κοῦ συν­δρό­μου («τὸ δώσ’ μου, τὸ δὲν ἔ­χω του») καὶ ὁ κό­σμος τὴν ἔν­τα­ση, τὴν ἔλ­λει­ψη, τὴν ἀ­πο­στέ­ρη­ση – κά­θε ἄλ­λο πα­ρὰ τὴν εὐ­τα­ξί­α, τὸ κάλ­λος καὶ τὴν ἁρ­μο­νί­α. Τὸν δὲ Ἔ­ρω­τα τὸν ἔ­πλα­σε ὁ θά­να­τος, «ἀ­πὸ ἄ­γρι­α πε­ρι­έρ­γεια», λέ­ει ἡ ποι­ή­τρι­α, «νὰ ἐν­νο­ή­σει / τί εἶ­ναι ζω­ή». Πράγ­μα ποὺ συ­νε­πά­γε­ται ὅ­τι, ἂν ἡ βι­ο­λο­γι­κὴ συ­νέ­χι­ση τῆς ὕ­παρ­ξης εἶ­ναι προ­ϊ­ὸν τῆς ἀ­νάγ­κης, τὸ ἀ­λη­θι­νὸ νό­η­μά της, ποὺ εἶ­ναι ὁ ἔ­ρως, δὲν τὸ προσ­δί­δει ὁ πό­θος τῆς ἀ­θα­να­σί­ας, ὅ­πως ἰ­σχυ­ρι­ζό­ταν ἡ πλα­τω­νι­κὴ Δι­ο­τί­μα, ἀλ­λὰ ὁ θά­να­τος. Ἄ­ρα, καὶ ὑπ’ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α, ὁ θα­να­το­γε­νὴς ἔ­ρως εἶ­ναι τὸ πέ­ρας τῆς ζω­ῆς. Καὶ ἐ­μεῖς, ὑ­πεν­θυ­μί­ζει ἀλ­λοῦ ἡ Δη­μου­λᾶ, «τυ­φλὰ πι­στεύ­ου­με στὴν ἄ­σβε­στη / ἐ­πι­τά­φι­α φλό­γα του».

Ἔ­ρως καὶ θά­να­τος, ἔ­ρως καὶ Σταύ­ρω­ση ταυ­τί­ζον­ται, ἄλ­λω­στε, στὴν τολ­μη­ρὴ ἀ­πεύ­θυν­σή της στὸν Θε­άν­θρω­πο: «πό­σο νέ­ος ἦ­ταν τό­τε τί ὡ­ραῖ­ος / ὁ σταυ­ρός σου // τί πει­θαρ­χη­μέ­να ἐ­ρω­τι­κὸς / πό­σο ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­να ἀ­γα­πώ­με­νος» («Γε­νέ­θλι­α»).

Εἶ­ναι λοι­πὸν με­τα­φυ­σι­κὴ ἡ ποί­η­ση τῆς Δη­μου­λᾶ; Ναί, ἂν δε­χτοῦ­με ὅ­τι ἡ πρό­θε­ση με­τὰ ὑ­πο­δει­κνύ­ει πὼς τὸ φυ­σι­κὸ προ­η­γεῖ­ται καὶ ὑ­πε­ρέ­χει ἱ­ε­ραρ­χι­κά τοῦ με­τα­φυ­σι­κοῦ. Στὴν ἀ­να­ζή­τη­σή της, πάν­τως, τοῦ ποι­η­τι­κοῦ ρό­δου, τοῦ «ἀ­πον­τος ἀ­πὸ κά­θε μπου­κέ­το», ὅ­πως λέ­ει ὁ Μαλ­λαρ­μέ, ἡ Δη­μου­λᾶ –ἀν­τί­θε­τα ἀ­πὸ τὸν Μαλ­λαρ­μὲ– ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται σα­φῶς ἀν­τι-πλα­τω­νί­στρι­α καὶ ἀ­κραιφ­νῶς ἀν­τι-ι­δε­α­λί­στρι­α: δὲν εἶ­ναι τὰ πράγ­μα­τα ποὺ κρύ­βουν τὶς Ἰ­δέ­ες, ἀλ­λὰ τὸ ἀν­τί­στρο­φο, οἱ Ἰ­δέ­ες ποὺ κρύ­βουν τὰ πράγ­μα­τα, τὴν παν­το­δυ­να­μί­α τῶν ὁ­ποί­ων πραγ­μά­των ἔ­χει, ἄλ­λω­στε, κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὰ ἀ­να­γνω­ρί­σει. Ἡ Δη­μου­λᾶ, ποὺ κα­τὰ ἕ­ναν μυ­στη­ρι­ώ­δη τρό­πο τυγ­χά­νει πι­ὸ χα­ϊν­τεγ­γε­ρι­α­νὴ ἀπ’ ὅ­σο νο­μί­ζει ἢ καὶ ἀπ’ ὅ­σο γνω­ρί­ζει, ἐν-τῷ-κό­σμῳ-εἶ­ναι, ὅ­πως τὸ Dasein τοῦ Χά­ιν­τεγ­γερ.

Ἔν­δει­ξη αὐ­τοῦ εἶ­ναι, πι­στεύ­ω, ὁ ἰ­δι­όρ­ρυθ­μος χει­ρι­σμός της τῆς με­τα­φο­ρᾶς, ποὺ ἀ­κο­λου­θεῖ μιὰ ἀμ­φί­δρο­μη πο­ρεί­α κυ­ρι­ο­λε­κτο­ποί­η­σης τοῦ με­τα­φο­ρι­κοῦ καὶ ἐν συ­νεχείᾳ ἀ­να­με­τα­φο­ρο­ποί­η­σης τοῦ κυ­ρι­ο­λε­κτι­κοῦ. Πα­ρά­δειγ­μα, τὸ δρα­στι­κὰ σύν­το­μο ποί­η­μά της «Ἐ­πα­να­πα­τρι­σμός»:

Γιατί τὰ βάζω μὲ τὸ χῶμα
γιατί τὸ μάχομαι, τὸ ποδοπατῶ;

πατρίδα του εἴμαστε
νὰ μὴν γυρίσει σὲ μᾶς κάποτε;

«Τὰ βά­ζει» μὲ τὸ χῶ­μα, τὸ «μά­χε­ται», ἐκ­μυ­στη­ρεύ­ε­ται ἡ ποι­ή­τρι­α, ἴ­σως για­τὶ ἀ­να­κα­λεῖ ἐ­κεῖ­νο τὸ δυ­σβά­στα­χτο «Χοῦς εἶ, καὶ εἰς χοῦν ἀπελεύσει» τῆς νε­κρώ­σι­μης ἀ­κο­λου­θί­ας. Ἔρ­χε­ται ὅ­μως τὸ «πο­δο­πα­τῶ» καὶ προ­σγει­ώ­νει (ἂν μπο­ρῶ νὰ πῶ) αἰφ­νί­δι­α τὴ με­τα­φο­ρὰ στὴν ἀ­πό­λυ­τη κυ­ρι­ο­λε­ξί­α. Τὸ χῶ­μα τὸ πο­δο­πα­τᾶ­με, ἢ του­λά­χι­στον τὸ πα­τᾶ­με, ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς, θέ­λον­τας καὶ μή, εἶ­ναι ἕ­να δε­δο­μέ­νο – ἡ συν­θή­κη ὅ­λων τῶν χερ­σαῖων ζώ­ων.

Πά­νω σ’ αὐ­τὴ τὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α, θὰ «πα­τή­σει» σχε­δὸν συ­νειρ­μι­κὰ μιὰ νέ­α πα­ρά­δο­ξη με­τα­φο­ρά, ποὺ ἐ­νι­σχύ­ε­ται ἀ­πὸ ἕ­να ρη­το­ρι­κὸ ἐ­ρώ­τη­μα: «πα­τρί­δα του εἴ­μα­στε / νὰ μὴν γυ­ρί­σει σὲ μᾶς κά­πο­τε;» Σύμ­φω­να μὲ τὴ Γέ­νε­ση, «ἔ­πλα­σεν ὁ Θε­ὸς τὸν ἄν­θρω­πον, χοῦν ἀ­πὸ τῆς γῆς» – αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ γνω­στὴ θε­ο­λο­γι­κὴ ἀλ­λη­γο­ρο­ποί­η­ση τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας. Ὅ­μως, ἡ εἰ­κό­να αὐ­τὴ τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης, ὑ­πε­ρε­κτε­θει­μέ­νη ἐ­πὶ αἰ­ῶ­νες στὰ φω­τό­νι­α τῆς ἑρ­μη­νευ­τι­κῆς, ἔ­χει «πά­ρει φῶς», ἔ­χει «κα­εῖ». Ἡ Δη­μου­λᾶ ἐ­νί­στα­ται, με­τα­το­πί­ζει τὸν φα­κό, ἐ­πι­λέ­γει μιὰ λο­ξὴ ὀ­πτι­κὴ γω­νί­α καὶ ξα­να­φω­το­γρα­φί­ζει, ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τας μιὰν ἄλ­λη εἰ­κό­να ἢ τὸ ἀρ­νη­τι­κὸ ἐ­κεί­νης τῆς προ­η­γού­με­νης, τῆς προ­αι­ώ­νι­ας. Τὸ κά­νει ἐ­πι­νο­ών­τας μιὰ νέ­α με­τα­φο­ρά, μιὰ ζῶ­σα με­τα­φο­ρά, ὅ­πως θὰ ἔ­λε­γε ὁ Πωλ Ρικαίρ, ποὺ ἀ­να­βλύ­ζει ἀ­πευ­θεί­ας ἀ­πὸ τὰ νά­μα­τα τοῦ φυ­σι­κοῦ: εἴ­μα­στε ἐ­μεῖς, λέ­ει, ἡ πα­τρί­δα τοῦ χώ­μα­τος. Εἶ­ναι ἑ­πό­με­νο νὰ μᾶς νο­σταλ­γεῖ, για­τὶ τυγ­χά­νου­με ἡ προ­έ­λευ­ση καὶ ὁ προ­ο­ρι­σμός του ἀ­φοῦ, πε­θαί­νον­τας, πα­ρά­γου­με χῶ­μα. Ἡ ὕ­παρ­ξή μας, μὲ ἄλ­λα λό­γι­α, ὀ­φεί­λε­ται στὸν βί­αι­ο ἐ­ξο­ρι­σμὸ τοῦ ἄ­ψυ­χου ἀ­πὸ τὸν τό­πο του εἰς ὄ­φε­λος τοῦ ἔμ­ψυ­χου καὶ ὁ θά­να­τός μας, στὸν ἐ­πα­να­πα­τρι­σμό του, στὸν νό­στο του. Τὸ ἄ­ψυ­χο δι­εκ­δι­κεῖ καὶ ἐ­πα­να­κτᾶ τὴν ἐ­πι­κρά­τει­ά του.

Ἡ πε­ποι­η­μέ­νη ἀ­φέ­λει­α καὶ ἡ δω­ρι­κὴ λι­τό­τη­τα τῶν τεσ­σά­ρων αὐ­τῶν στί­χων κρύ­βουν, ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πο­κα­λύ­πτουν, τὸ δη­μι­ουρ­γι­κὸ σφρί­γος τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ ποι­η­τῆ. Ποὺ δὲν ἀρ­κεῖ­ται στὸ νὰ ἀ­πο­τυ­πώ­σει τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἀλ­λὰ τὴν ἀ­να­δη­μι­ουρ­γεῖ ἀπ’ τὴν ἀρ­χὴ καὶ τὴν ἐ­πι­βάλ­λει ὡς προ­φά­νεια, ὡς πε­ρι­αυ­γῆ ἀ­λή­θει­α κα­θο­λι­κῆς ἰ­σχύ­ος. Ποι­η­τι­κὴ χει­ρο­νο­μί­α ποὺ δὲν εἶ­ναι τά­ξε­ως με­τα­φυ­σι­κῆς, ὑ­πὸ τὴ στε­νὴ του­λά­χι­στον ἔν­νοι­α τῆς με­τα­φυ­σι­κῆς, τῆς θε­ω­ρη­σι­α­κῆς, δη­λα­δή, ἐ­πό­πτευ­σης τοῦ ὑ­πε­ραι­σθη­τοῦ, ἀλ­λὰ φαι­νο­με­νο­λο­γι­κῆς – μιᾶς φαι­νο­με­νο­λο­γί­ας τοῦ αἰ­σθη­τοῦ, τοῦ ἁ­πτοῦ καὶ ὁ­ρα­τοῦ, ἔ­στω καὶ ἄν, ὅ­πως λέ­ει ἕ­νας σύγ­χρο­νος φαι­νο­με­νο­λό­γος, ὁ Ντ. Ζανικώ, «τὸ ὁ­ρα­τὸ πάλ­λε­ται πάν­το­τε ἀ­πὸ ἀ­ο­ρα­τό­τη­τα». Ἡ ἐ­πα­νε­νερ­γο­ποί­η­ση ἀ­πὸ τὴ Δη­μου­λᾶ τοῦ με­τα­φο­ρι­κοῦ, ἡ ἀν­τι­στρο­φὴ τοῦ κοι­νό­το­που «ἐκ χο­ὸς ὁ ἄν­θρω­πος» στὸ και­νό­τα­το «ἐξ ἀν­θρώ­που τὸ χοῦς», μέ­σω τῆς ἀ­προσ­δό­κη­της καὶ ἀ­να­τρε­πτι­κῆς με­τα­φο­ρᾶς τῆς «πα­τρί­δας» τοῦ χώ­μα­τος, ἐ­πα­να­φέ­ρει τὸ νο­η­τὸ στὸ φυ­σι­κό του πε­ρι­βάλ­λον, ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε ξε­κι­νή­σει τὸ μα­κρὺ τα­ξί­δι του πρὸς τὴ με­τα­φυ­σι­κὴ καὶ τὴ θε­ο­λο­γί­α. Τὸ γει­ώ­νει, τρό­πον τι­νά, σὲ μιὰ ἄλ­λη, και­νο­φα­νῆ ση­μα­σί­α, ποὺ γί­νε­ται γιὰ τὸν ἀ­πο­δέ­κτη –τὸν ἀ­να­γνώ­στη, τὸν ἑρ­μη­νευ­τή, τὸν με­τα­φρα­στὴ– ἡ ἀ­φε­τη­ρί­α νέ­ου ὀν­το­λο­γι­κο-με­τα­φυ­σι­κοῦ ἀ­να­στο­χα­σμοῦ.

Τὸ ποί­η­μα «Λά­θος δι­ά­τα­ξη», ποὺ τὸ θε­ω­ρῶ κομ­βι­κὸ στὰ Εὕ­ρε­τρα, ἀ­πο­σα­φη­νί­ζει θαυ­μά­σι­α τὴν ἰ­δι­ό­τυ­πη φυ­σι­κὴ με­τα­φυ­σι­κὴ τῆς Δη­μου­λᾶ, ἡ ὁ­ποί­α, ὅ­πως ὁ­μο­λο­γεῖ σὲ ἄλ­λο ποί­η­μα, «τὰ ὑ­πε­ρά­νω [της] / ὅ­λα σχε­δὸν τὰ ἒχ[ει] δεῖ»:

Στὰ θαρ­ρα­λέ­α φτε­ρὰ μιᾶς σκέ­ψης
ποὺ ἔ­χει σχέ­ση ἀ­τρό­μη­τη
καὶ μὲ τὰ πι­ὸ ἐ­πί­φο­βα
παν­το­δύ­να­μα ὕ­ψη
 
ἀ­νέ­θε­σα
μιὰ καὶ μπαι­νο­βγαί­νει στὸ Θε­ὸ
μὲ τό­ση οἰ­κει­ό­τη­τα
 
νὰ τοῦ με­τα­φέ­ρει
ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ δι­ά­τα­ξη
 
ἀ­πά­νω ὁ οὐ­ρα­νὸς
ὁ­λό­κλη­ρος νὰ τί­θε­ται σκε­πὴ
τῶν ἀ­ο­ρά­των
 
ἐ­νῶ ἡ γῆ κα­τά­χα­μα ἀ­φη­μέ­νη
ὁ­λό­κλη­ρη ξε­σκέ­πα­στη νὰ εἶ­ναι
ξέ­σκε­πα ἀ­φή­νον­τας κι ὅ­λα τὰ ὁ­ρα­τὰ
 
πῶς νὰ τὸ πῶ
δὲν εἶ­ναι χρι­στια­νι­κὴ
πρέ­πει
νὰ κα­τέ­βει κά­τω ἐ­δῶ ὁ οὐ­ρα­νὸς
ἡ γῆ νὰ κα­θρε­φτί­ζε­ται σ’ αὐ­τὸν
νὰ ὀ­μορ­φαί­νει
 
κι ἐ­πει­δὴ πε­θαί­νει
ἀ­κό­μα κι ὁ κα­θρε­φτι­σμὸς τῆς ὀ­μορ­φιᾶς
 
μέ­σα στὴ γῆ νὰ θά­βε­ται
κι αὐ­τὸς
 
κι ἂν σπά­ζει κι ὁ κα­θρέ­φτης-οὐ­ρα­νὸς
κα­τὰ τὴ με­τα­κί­νη­ση
κι ὅ­λα τὰ γύ­ρω ὕ­ψη
στὸ θρυ­ψά­λια­σμά του πα­ρα­σέρ­νει
 
ἐ­δῶ νὰ ἐν­τα­φι­ά­ζον­ται
χά­μω κι αὐ­τὰ τὰ θρύ­ψα­λα
δί­πλα σὲ κά­θε γή­ι­νο κλα­δά­κι τσα­κι­σμέ­νο
.
ἔ­τσι πρέ­πει
δί­πλα στὴν ἐ­πι­δι­όρ­θω­σή της νὰ κεῖ­ται
ἡ ἁρ­μο­νί­α τοῦ κό­σμου
 
κι ἂν ὁ κα­θρέ­φτης εἶ­ναι
σὲ κά­θε πα­ρα­λή­ρη­μα ἀ­πα­ραί­τη­τος
κι ὄ­χι μο­νά­χα στὸ δι­κό μου ἐ­τοῦ­το
 
ἂς ἀ­νέ­βει ἡ γῆ
στὴ θέ­ση τ’ οὐ­ρα­νοῦ
σ’ αὐ­τὴν νὰ κα­θρε­φτί­ζε­ται ὁ Θε­ὸς
γή­ι­νος, πι­ὸ κα­θη­με­ρι­νός, πι­ὸ ἀ­ναγ­καῖ­ος.
~.~

Αὐτή, λοι­πόν, ἡ σκέ­ψη τῆς Δη­μου­λᾶ, ποὺ «ἔ­χει σχέ­ση ἀ­τρό­μη­τη μὲ τὰ πι­ὸ ἐ­πί­φο­βα / παν­το­δύ­να­μα ὕ­ψη», πού, ὡς σκέ­ψη, με­τα­τρέ­πει τὴν ὁ­ρι­ζόν­τι­α ἐμ­πει­ρί­α σὲ κά­θε­τη νο­η­τι­κὴ δι­α­δρο­μή, αὐ­τὴ ἡ σκέ­ψη ποὺ ὑ­περ­βαί­νει τὸ ὑ­λι­κὸ γιὰ νὰ προ­σεγ­γί­σει τὸ ὑ­περ­βα­τι­κό, μιᾶς καὶ «μπαι­νο­βγαί­νει στὸ Θε­ὸ / μὲ τό­ση οἰ­κει­ό­τη­τα», αὐ­τὴ ἡ σκέ­ψη δι­α­τρί­βει, μο­λα­ταῦ­τα, σὲ πο­λὺ συγ­κε­κρι­μέ­να, πο­λὺ πρα­κτι­κὰ πράγ­μα­τα. Σὲ χω­ρο­τα­ξι­κὰ ζη­τή­μα­τα, οὕ­τως εἰ­πεῖν. Τῆς ἀ­να­τί­θε­ται, ὡς ἐκ τῆς ἱ­κα­νό­τη­τάς της νὰ ἀ­νυ­ψοῦ­ται, ν’ ἀ­νέ­βει ὣς τὸν Θε­ὸ καὶ νὰ τοῦ πα­ραγ­γεί­λει νὰ δι­ορ­θώ­σει τὴ συμ­παν­τι­κὴ δι­αρ­ρύθ­μι­ση ποὺ ἐγ­κα­θι­στᾶ τὸν οὐ­ρα­νὸ πο­λὺ ὑ­πε­ρά­νω τῆς γῆς, ὡς ἕ­να εἶ­δος πα­ρα­πε­τά­σμα­τος ἢ κα­λύ­τε­ρα θαμ­ποῦ ἀμ­φί­δρο­μου κα­τό­πτρου. Ἀ­πὸ τὴ μιὰ του πλευ­ρά, δὲν κα­θρε­φτί­ζει κὰν τὴ γῆ, ἐ­νῶ κρύ­βει τὰ ἀ­ό­ρα­τα, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη ἀ­φή­νει τὰ ὁ­ρα­τὰ ἔκ­θε­τα στὴ θέ­α τῶν ἀ­ο­ρά­των, ποὺ εἶ­ναι, οὕ­τως ἢ ἄλ­λως, παν­θο­ρῶν­τα.

Ἐ­δῶ, ἀ­να­τρέ­πε­ται, του­λά­χι­στον κα­τὰ ἕ­να σκέ­λος, ἡ γνω­στὴ συμ­βο­λι­στι­κή, ποὺ ἕλ­κει τὴν κα­τα­γω­γή της ἀ­πὸ τὸν πλα­τω­νι­κὸ Τί­μαι­ο καὶ ἡ ὁ­ποί­α –ἀ­πὸ τὸν Ἀ­πό­στο­λο Παῦ­λο, τὸν Ἅ­γι­ο Αὐ­γου­στί­νο, τοὺς χρι­στια­νοὺς γνω­στι­κούς, τοὺς προ-σχο­λα­στι­κοὺς καὶ φυ­σι­κά τους νε­ο­πλα­τω­νι­στές, ἕ­ως τὴν Ἀ­να­γέν­νη­ση καὶ τὴ με­τα­φυ­σι­κή τοῦ Μπα­ρὸκ του­λά­χι­στο­ν– ἐ­πι­στρα­τεύ­ει πα­γί­ως τὴν κα­το­πτρι­κὴ ἀ­να­λο­γί­α γιὰ νὰ πε­ρι­γρά­ψει τὴν ἀν­θρώ­πι­νη ψυ­χὴ καὶ μα­ζὶ τὸν αἰ­σθη­τὸ κό­σμο ποὺ τὴν πε­ρι­βάλ­λει, ὡς κα­θρέ­φτη ποὺ ἀ­να­κλᾶ τὸ θεῖ­ο. «Πῶς θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­κρί­νει ἡ ψυ­χὴ τὸ ἴ­διο της τὸ κάλ­λος καὶ νὰ μὴν κα­τα­κτη­θεῖ ἀ­πὸ τὸ με­γα­λεῖ­ο Ἐ­κεί­νου τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­να­κλᾶ ἐν­τός της;» δι­ε­ρω­τᾶ­ται ὁ προ-σχο­λα­στι­κὸς θε­ο­λό­γος Γκ. Ντε Σαιν-Τιερρύ.

Ἡ Δη­μου­λᾶ ἐκ­κι­νεῖ ἴ­σως ἀ­πὸ τὴν πε­ποί­θη­ση ὅ­τι τὸ θεῖ­ο δὲν ἀ­να­κλᾶ­ται στὴν ψυ­χή της οὔ­τε μᾶλ­λον στὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες ψυ­χές μας, του­λά­χι­στον ὄ­χι πλέ­ον. Γι’ αὐ­τὸ μπο­ρεῖ νὰ φταί­ει ἡ ὅ­λο καὶ πι­ὸ ἐ­λατ­τω­μα­τι­κὴ κα­τα­σκευ­ὴ τῶν ψυ­χι­κῶν μας κα­τό­πτρων, αὐ­τῶν τῶν introviseurs, ποὺ δὲν κα­θρε­φτί­ζουν πα­ρὰ μό­νο τὸ Ἐ­γώ, ὅ­πως ἡ λί­μνη τὸ πρό­σω­πο τοῦ Ναρ­κίσ­σου. Ἀλ­λά, φαί­νε­ται νὰ φταί­ει ἐ­πί­σης αὐ­τὴ ἡ πε­ρί­ερ­γη δι­ά­τα­ξη, ποὺ τὴν ἐμ­πνεύ­στη­καν καὶ ὑ­λο­ποί­η­σαν ἀ­τζα­μῆ­δες, αἰ­θε­ρο­βά­μο­νες ἰ­δε­α­λι­στὲς καὶ ποὺ ἔ­χει ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα ὁ ἀμ­φί­δρο­μος κα­θρέ­φτης-οὐ­ρα­νὸς ἐ­κεῖ στὰ ὕ­ψη νὰ κα­θι­στὰ τὸ ἀ­ό­ρα­το… ἀ­ό­ρα­το καὶ ἀ­δύ­να­τη τὴν οἱ­αν­δή­πο­τε ἐ­πα­φὴ μα­ζί του, ἀ­κό­μη καὶ γιὰ τὴν ἐ­ξα­κρί­βω­ση αὐ­τῆς ταύ­της τῆς ὑ­πάρ­ξε­ώς του. Ἡ κα­θε­το­ποι­η­μέ­νη, ἱ­ε­ραρ­χι­κὴ δι­ά­τα­ξη ὑ­πὲρ-ὑ­πό, ἡ ἀ­προ­σμέ­τρη­τη ἀ­πό­στα­ση καὶ ἡ ἀ­δι­α­φά­νει­α σί­γου­ρα δὲν εἶ­ναι χρι­στια­νι­κὲς – ἐ­δῶ, Θε­ὸς ὁ­λό­κλη­ρος κα­τέ­βη­κε ἕ­ως ἐ­μᾶς, προ­κει­μέ­νου νὰ μᾶς οἰ­κει­ώ­σει μὲ τὸ Πρό­σω­πό του, ὥ­στε νὰ ξε­πε­ρά­σου­με ἐ­πι­τέ­λους καὶ ἐ­μεῖς, τὸ «στά­δι­ο τοῦ κα­θρέ­φτη». Τὸ σχῆ­μα δὲν εἶ­χε τὴν ἀ­να­με­νό­με­νη ἐ­πι­τυ­χί­α, ἡ ἀ­πό­στα­ση με­τα­ξὺ ἀν­θρω­πί­νου καὶ θεί­ου στά­θη­κε ἀ­δύ­να­τον νὰ γε­φυ­ρω­θεῖ, ἡ ἀ­που­σί­α πα­ρέ­μει­νε ἀ­που­σί­α καὶ τὸ πα­ρά­πο­νο πα­ρά­πο­νο.

Οἱ δύ­ο φαν­τα­σι­ω­τι­κὲς ἐ­ναλ­λα­κτι­κὲς προ­τά­σεις βελ­τί­ω­σης τῆς Δη­μου­λᾶ –εἰ­ρω­νι­κὲς καὶ αὐ­το-εἰ­ρω­νι­κές, ἀ­γω­νι­ώ­δεις καὶ παι­γνι­ώ­δεις, ὅ­πως πάν­τα– πε­ρι­λαμ­βά­νουν ἐ­πί­σης κα­θρέ­φτη, ἀλ­λὰ ἀν­τι­στρέ­φουν ἀ­φε­νὸς τὴν τα­ξι­θε­σί­α, ἀ­φε­τέ­ρου τοὺς ὅ­ρους κα­το­πτρι­σμοῦ. Ἡ ποι­ή­τρι­α προ­τεί­νει εἴ­τε νὰ κα­τέ­βει ὁ οὐ­ρα­νὸς στὴ γῆ εἴ­τε ν’ ἀ­νέ­βει ἡ γῆ στὴ θέ­ση τοῦ οὐ­ρα­νοῦ.

Στὴν πρώ­τη λύ­ση, θὰ ἀ­να­τρα­πεῖ τὸ πλα­τω­νι­κὸ πρό­τυ­πο καὶ θὰ κα­θρε­φτί­ζει ὁ οὐ­ρα­νὸς τὴ γῆ, ποὺ εἶ­ναι ὁ μό­νος ἴ­σως τρό­πος γιὰ νὰ ἀ­να­κτή­σει ἡ τε­λευ­ταί­α τὸ ἀ­πω­λε­σθὲν κάλ­λος της, με­τὰ τὴ ρα­γδαί­α ἀ­πο­δό­μη­ση τῆς γε­ω­κεν­τρι­κῆς καὶ ἀν­θρω­πι­στι­κῆς της αἴ­γλης. Κα­τὰ τὴ με­τα­φο­ρά, βέ­βαι­α, μπο­ρεῖ νὰ προ­κλη­θοῦν ζη­μιές, κα­θρέ­φτης εἶ­ναι αὐ­τός, λε­πτὸς καὶ εὔ­θραυ­στος – μιὰ ἀ­προ­σε­ξί­α, ἕ­νας δι­σταγ­μὸς κιν­δυ­νεύ­ουν νὰ τὸν κά­νουν σμπα­ρά­λι­α. Τί­πο­τα δὲν εἶ­ναι ἐγ­γυ­η­μέ­νο σὲ τέ­τοιες με­τα­κο­μί­σεις τοῦ με­τα­φυ­σι­κοῦ στὸ φυ­σι­κό. Ἂν συμ­βεῖ κά­τι τέ­τοιο, τὰ θρύ­ψα­λα τῆς «ἁρ­μο­νί­ας τοῦ κό­σμου», θὰ πρέ­πει νὰ ἐν­τα­φι­α­στοῦν, λέ­ει ἡ ποι­ή­τρι­α, «δί­πλα σὲ κά­θε γή­ι­νο κλα­δά­κι τσα­κι­σμέ­νο». Αὐ­τὸ θὰ εἶ­ναι καὶ τὸ ὁ­ρι­στι­κὸ τέ­λος τῆς harmonia mundi καὶ τῆς οὐ­ρά­νι­ας ἐ­πι­κυ­ρι­αρ­χί­ας, ποὺ ἀ­νέρ­χε­ται πρὶν ἀ­πὸ τὸν Πλά­τω­να στοὺς πυ­θα­γό­ρει­ους.

Στὴ δεύ­τε­ρη λύ­ση, ἡ γῆ θὰ κα­θρε­φτί­ζει τὸν Θε­ό, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως καὶ στὸ πλα­τω­νι­κὸ μον­τέ­λο, ἀλ­λὰ ἕ­ναν Θε­ὸ ποὺ θὰ εἶ­ναι τώ­ρα ἐ­κεῖ­νος ἡ χλω­μὴ καὶ ἀ­τε­λὴς ἀ­νά­κλα­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, «γή­ι­νος, πι­ὸ κα­θη­με­ρι­νός, πι­ὸ ἀ­ναγ­καῖ­ος». Μὲ ἄλλα λόγια, ἕ­ναν Θε­ὸ ποὺ θὰ μι­μεῖ­ται τὸν ἄν­θρω­πο, ὁ ὁποῖος δὲν παύει, ὡς φαίνεται, νὰ ποι­εῖ τὸν Θε­ὸ κατὰ δική του εἰ­κό­να καὶ ὁ­μοί­ω­ση. Ἀλ­λά, ἂν εἶ­ναι ἔ­τσι, ἂν ὁ ἄν­θρω­πος ποι­εῖ ὄν­τως τὸν Θε­ὸ κατ’ εἰ­κό­να καὶ ὁ­μοί­ω­σίν του, τό­τε κα­λύ­τε­ρα νὰ εἶ­ναι πο­λὺ μαγ­κιό­ρος, πο­λὺ δε­ξι­ο­τέ­χνης ποι­η­τής, σὰν τὴν Κι­κὴ Δη­μου­λᾶ.

ΣΕΣΙΛ ΙΓΓΛΕΣΗ ΜΑΡΓΕΛΛΟΥ

Ὁμιλία στὸ Ἵ­δρυ­μα Θε­ο­χα­ρά­κη, 19 Ἀ­πρι­λί­ου 2013. Πρώτη δημοσίευση: Νέο Πλανόδιον, τχ. 1, χειμώνας 2013-2014.

 

dimoula_telos