Κώστας Κουτσουρέλης, Ο Παλαμάς κέντρο και κορυφή του νεοελληνικού κανόνα

~.~

Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΕΝΤΡΟ ΚΑΙ ΚΟΡΥΦΗ ΤΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΑΝΟΝΑ: 7+1 ΕΙΚΑΣΙΕΣ

 

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

καὶ ἐπηρώτα αὐτόν· τί ὄνομά σοι; καὶ ἀπεκρίθη λέγων· 
Λεγεὼν ὄνομά μοι, ὅτι πολλοί ἐσμεν.
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 5,9
 
Για να ’σαι μεγάλος, να ’σαι ολόκληρος: τίποτε από 
τον εαυτό σου να μην υπερτονίζεις ή ν’ αποκλείεις.
FERNANDO PESSOA
 
Οι μέτριες και οι ταπεινές φύσεις δεν υποπίπτουν σε λάθη, 
επειδή δεν ριψοκινδυνεύουν και δεν φτάνουν ποτέ ώς τα άκρα. 
Απεναντίας, τα μεγάλα εγχειρήματα απειλούνται διαρκώς, 
λόγω ακριβώς του μεγέθους τους.
ΛΟΓΓΙΝΟΣ
 
Σ’ αυτόν τον κόσμο δεν υπάρχει ορθή οδός·
μάταιο αν είσαι άξιος και μάταιο συνετός·
θέλει να ‘σαι πειθήνιος, να ‘σαι μηδαμινός!
ΓΚΑΙΤΕ

 

Απ’ την εποχή των Αλεξανδρινών η έννοια του κανόνα, των λίγων εκείνων έργων μιας λογοτεχνίας που λόγω της σπουδαιότητάς τους ο καλλιεργημένος άνθρωπος οφείλει να γνωρίζει, δεν έπαψε ποτέ να μας αποσχολεί. Ακόμη και σήμερα, εποχή «αυτοπραγμάτωσης» αναγνωστικής, ο κανόνας είναι κάτι παραπάνω από ένας ξερός κατάλογος έργων, επιβεβαιωμένων έστω από την αυθεντία του χρόνου. Κανόνας σημαίνει αυθεντία, παιδαγωγία, προσανατολισμός. Κανόνας εντέλει είναι η κατηγορική επιταγή του Καντ μεταφερμένη στο καθηκοντολόγιο του αναγνώστη. Ή, αν προτιμάτε, το παλιό εκείνο «λάβε και λέγε» του Δημοσθένη.

Ακόμα και αν το θέλαμε, και επιθυμίες τέτοιες «δημοκρατικές» ή ελευθεριάζουσες έχουν εκφράσει πολλοί, τον κανόνα, επίσημο ή άτυπο, παγιωμένο από καιρό ή ώς έναν βαθμό ακόμη ανοιχτό, δεν γίνεται να τον αγνοήσουμε. Τα μεγέθη που εκείνος συστήνει, οι συγγραφείς που προκρίνει είναι το μέτρο της σύγκρισης για όλους τους άλλους ‒ ακόμη και για εκείνους με τους οποίους προσωπικά θα θέλαμε ίσως να τους αντικαταστήσουμε. Γιατί δεν γίνεται βέβαια σ’ αυτόν να προστεθούν έτσι απλώς νέα ονόματα χωρίς πρώτα να παραμεριστούν κάποια άλλα. Ο κανόνας δεν είναι θησαυρός για να χωρούν όλα τα λήμματα. Είναι ένα ειδικό γλωσσάρι. Στις σελίδες του έχουν θέση μόνο οι εντελώς απαραίτητες έννοιες.

Τώρα, τον νεοελληνικό κανόνα συνήθεια παλιά και ιστορικά δικαιολογημένη θέλει να τον ξεκινάμε από τον Διονύσιο Σολωμό και, με σχετική συναίνεση ως προς τα ονόματα που περιλαμβάνει, να τον φτάνουμε ώς τουλάχιστον τη Γενιά του 1930 και τους συγγραφείς του Μεσοπολέμου. Με τον Μεταπόλεμο αρχίζουν ως γνωστόν τα προβλήματα, τα ονόματα πληθαίνουν και οι αποφάνσεις γίνονται αβέβαιες. Με την λεγόμενη πρώτη μεταπολεμική γενιά τα πράγματα μόλις τώρα αρχίζουν και λαγαρίζουν, από τη δεκαετία του 1970 και εντεύθεν ωστόσο το τοπίο παραμένει θολό· ακόμη και για συγγραφείς που από καιρό έχουν εκμετρήσει το ζην, η θέση τους στην αναγνωστική μας ιεραρχία είναι αμφίβολη.

Έχει κέντρο αυτός ο κανόνας; Έχει μια κορυφή γύρω από την οποία να συσπειρώνονται όλες οι άλλες, ένα παράδειγμα στο οποίο τρόπο τινά να λογοδοτούν; Σε άλλες λογοτεχνίες, τις περισσότερες, αυτό είναι δεδομένο. Το κέντρο, το απόλυτο σημείο αναφοράς της αρχαίας γραμματείας είναι προφανέστατα ο Όμηρος. Τον Βιργίλιο έχει αδιαμφισβήτητο επίκεντρό της η λατινική, τον Δάντη η ιταλική, τον Σαίξπηρ η αγγλική, τον Γκαίτε η γερμανική λογοτεχνία. Υπάρχουν βέβαια και εθνικές γραμματείες όπου αυτό δεν είναι τόσο σαφές. Για τους Ρώσσους το πρωτείο του Πούσκιν είναι δεδομένο, για τους φίλους της ρωσσικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό όχι και τόσο, εκεί οι μεγάλοι πεζογράφοι του 19ου αιώνα διατηρούν το προβάδισμα. Η γαλλική λογοτεχνία είναι πολυεστιακή: από τον Ρακίνα και τον Μολιέρο ώς τον Μπαλζάκ και τον Ουγκώ, ο αριθμός των σημαντικών φυσιογνωμιών που πρωταγωνιστούν στο ξεδίπλωμά της είναι εντυπωσιακός, και κανείς από αυτούς δεν φαίνεται να ίσταται πάνω από τους άλλους τόσο αναντίρρητα όσο λ.χ. ανάμεσα στους Ισπανούς συγγραφείς ο Θερβάντες.

Τι γίνεται με την νεώτερη ελληνική λογοτεχνία, αυτή των τελευταίων δύο αιώνων που σημαδεύονται από την ίδρυση του ανεξάρτητου κράτους και την πορεία του; Σε ποια από τις δυο αυτές περιπτώσεις ανήκει; Είπαμε, και κανείς αυτό δεν το αμφισβητεί, ότι γενάρχης της είναι ο Σολωμός. Όμως η ποσοτική ισχνότητα του έργου του Σολωμού, το d_solomos-Exposureημιτελές μεγάλου μέρους των κειμένων του, οι συνθήκες της ζωής και της δράσης του, κυρίως η ευκλεής απομόνωσή του στον κύκλο των Επτανησίων, το γεγονός ότι στη διάρκεια του βίου του ελάχιστα πράγματα δημοσίευσε και άρα πολύ λίγο μπόρεσε να επηρεάσει τα λογοτεχνικά μας πράγματα μακριά από την Κέρκυρα, όλα αυτά τον απομακρύνουν από τους επιφανείς ομοτέχνους του της αλλοδαπής που προαναφέραμε.

Ο τύπος του δημιουργού που ενσαρκώνει φέρνει στον νου περισσότερο έναν Χαίλντερλιν ή έναν Μπωντλαίρ, είναι ο τύπος του σκαπανέα ή του αγνοημένου ποιητή, όχι εκείνος του ήδη εν ζωή περίοπτου, του καθολικά αναγνωρισμένου πρεσβευτή μιας εθνικής γλώσσας και γραμματείας, ρόλος στον οποίο διέπρεψαν λογοτέχνες όπως ο Ίψεν, ο Τέννυσον, o Σίλλερ και τόσοι άλλοι Dichter του 19ου αιώνα. Αντί για ποιητής-ήρωας, θα λέγαμε, ο Σολωμός είναι ένας ποιητής-αντιήρωας. Άλλωστε ως τέτοιος, ως αντιήρωας αντιμετωπίζεται και γιορτάζεται από πολλούς σημερινούς ομοτέχνους του. Τα ποιητικά εγκώμια που του πλέκουν αφορούν σχεδόν πάντα το πρόσωπο όχι το έργο, τον αγώνα του με τις λέξεις, τον θρύλο του αέναα ανικανοποίητου δημιουργού, τις δυσκολίες και τα πάθη του. Έτσι παρότι αφετηρία, παρότι ιδρυτής της νεώτερης λογοτεχνίας μας, ο Σολωμός δεν είναι η κύρια και η υψηλότερή της μορφή.

Η μορφή αυτή, ισχυρίζομαι, είναι ο Κωστής Παλαμάς. Και θα εκθέσω επτά λόγους γι’ αυτό, επτά εικασίες αν θέλετε, που στηρίζουν τον ισχυρισμό μου.

‒ Εικασία πρώτη. Ο Παλαμάς είναι πολυγράφος. Η πολυγραφία, είναι αλήθεια, δεν εκτιμάται ιδιαίτερα στις μέρες μας. Ο συγγραφέας θεωρείται ότι πρέπει να είναι specialist, όχι universal, για να χρησιμοποιήσω τις λέξεις του Ι.Α. Ρίτσαρντς από τις Αρχές της Κριτικής. Να ειδικεύεται παρά να γενικεύει, να εστιάζει σε μια και μόνη όψη της ανθρώπινης κατάστασης παρά στην ολότητά της, να φιλοτεχνεί μια ορισμένη, ει δυνατόν απαρομοίαστη στην εκκεντρικότητά της, εικόνα του κόσμου. Και επιπλέον, να ταυτίζεται προσωπικά, ιδίως αν είναι ποιητής, με τα κείμενά του.

Για όλα αυτά, ένα έργο μικρής εκτάσεως ασφαλώς επαρκεί. Είναι μάλιστα και συνετό αυτό να μη υπερβαίνει κάποια όρια. Η εμμονή σε ορισμένη θεματική, η τεχνοτροπική ιδιομορφία δεν συμβιβάζεται με την πολυγραφία. Ένας Κάλβος που αντί για είκοσι ωδές θα είχε γράψει διακόσιες, θα μας κούραζε. Τα 154 ποιήματα του Καβάφη αν ήταν χίλια, δεν θα προσέθεταν στη φήμη του αλλά πιθανόν ν’ αφαιρούσαν ‒ αναγκαστικά θα επαναλάμβαναν τις βασικές, ευάριθμες, ιδέες των πρώτων.

Η πολυγραφία, η πλατυρρημοσύνη όπως την έλεγε ο Παλαμάς προσδίδοντας στη λέξη θετικό πρόσημο, δικαιώνεται μόνο εκεί όπου σκοπός συγγραφικός είναι η σύλληψη όχι του μέρους, αλλά του όλου ή, έστω, όσο γίνεται περισσότερων όψεών του. Είναι μάλιστα προϋπόθεσή της. Άλλη δουλειά θέλει μια ολοτοίχια πολυπρόσωπη νωπογραφία κι άλλη το μικρό μεμονωμένο πορτραίτο.

Ο Παλαμάς ποτέ δεν έκρυψε ότι αυτή ήταν η πρόθεσή του, το όλον και όχι το μέρος. Και στην προσπάθειά του αυτή ανοίχτηκε όσο κανείς άλλος δικός μας ποιητής πριν ή μετά απ’ αυτόν στους αχανείς χάρτες των ιδεών, των συναισθημάτων και της ιστορίας. Καμιά όψη της ανθρώπινης εμπειρίας δεν του ήταν ξένη, κανένα βίωμα δεν του ήταν τόσο αδιάφορο ώστε να μην βρει τρόπο να το χωρέσει στους στίχους του. Το αποτέλεσμα ήταν, φυσικά, άνισο. Αλλά αυτό είναι το τίμημα της τόλμης. Οι πολυγράφοι ποιητές είναι τέτοιοι, άνισοι, και το αποδέχονται. Ξέρουν ότι το έργο το φτιάχνει το καθημερινό σφυροκόπημα πάνω στο διαρκώς καινούργιο μέταλλο, η δοκιμή και η αποτυχία και η νέα προσπάθεια, πάλι και πάλι. Ξέρουν όμως και ότι το βάθος δεν αρκεί. Για να χωρέσει ο κόσμος, θέλει επίσης: πλάτος.

‒ Εικασία δεύτερη. Ο Παλαμάς είναι πολύτροπος. Για την ακρίβεια, είναι ο πλέον πολύτροπος συγγραφέας μας. Η γκάμα του η τεχνοτροπική είναι ιλιγγιώδης. Με ποιο είδος γραφής δεν καταπιάστηκε; Από το ρεπορτάζ και την επιφυλλίδα ώς τη σάτιρα και το επικό ποίημα, πέρασε από παντού: άρθρα και κριτικές, μελετήματα, χρονογραφήματα, xeirografo kaloδιηγήματα, αυτοβιογραφικά κείμενα, μεταφράσεις και θέατρο, και φυσικά στίχοι, στίχοι κάθε είδους και μορφής.

Σε όλα μάλιστα διακρίθηκε, ακόμη και στα είδη με τα οποία ασχολήθηκε περιστασιακά. Ο «Θάνατος παλληκαριού» λ.χ. είναι από τα καλύτερα ελληνικά διηγήματα, η Τρισεύγενη από τα σπουδαιότερα νεοελληνικά δράματα. Δείχνουν ότι αν επέμενε στην πεζογραφία και το θέατρο, το έργο που θα δημιουργούσε θα ήταν εφάμιλλο του δοκιμιογραφικού και του καθαρά ποιητικού του έργου.

Ιδίως στην ποίηση όμως, η κατάρτιση του Παλαμά δεν έχει προηγούμενο. Ίσως μόνο στον Ελύτη ξαναβρίσκουμε κάτι που να πλησιάζει τη δαιμόνια μορφοπλαστική του δεξιότητα. «Μέγα μετρικό» τον αποκάλεσαν. Καλλιέργησε όσο κανείς όλες σχεδόν τις φόρμες, από το σονέτο ώς την δαντική terza rima, ανύψωσε τον δεκατρισύλλαβο του Πολυλά, ανανέωσε τον δεκαπεντασύλλαβο, νεκρανάστησε στην κυριολεξία τον δακτυλικό εξάμετρο, ασκήθηκε σε φόρμες επικής εκτάσεως και φόρμες επιγραμματικές, στον πολυσύλλαβο και τον ακαριαίο στίχο, εξερεύνησε τις δυνατότητες της ρίμας ώς τα όριά της, εισηγήθηκε τα μεικτά μέτρα και τις ελευθερωμένες μορφές ανοίγοντας τον δρόμο προς την μοντέρνα ποίηση και τον ελεύθερο στίχο. Και παντού απ’ όπου πέρασε, άφησε ανεξίτηλα τα ίχνη του.

‒ Εικασία τρίτη. Ο Παλαμάς είναι συγγραφέας πολυσθενής και πολυπρόσωπος. Με τις λέξεις αυτές θέλω να πω ότι ο κόσμος του είναι πυκνοκατοικημένος, βουερός, πληθωρικός, γεμάτος ακραίες και ασυμφιλίωτες εντάσεις. Έτσι τον βλέπουμε να ταλαντεύεται αδιάκοπα μεταξύ εστίας και οικουμένης, πολιτείας και μοναξιάς, άρνησης και παραδοχής. Ο ίδιος είχε φροντίσει να μας προειδοποιήσει: «έχω τη συνείδηση», γράφει στα 1921, «πως ένας δεν είμαι. Είμαι όχι με το αλλά με τα εγώ μου». Όμως αυτή η πολυσθένεια των ιδεών, η πολυπροσωπία των υποκειμένων που παρελαύνουν στο έργο του είναι ακριβώς που του επιτρέπει και να απεικονίζει πληρέστερα και συνθετότερα την ανθρώπινη κατάσταση. Η ανθρώπινη φύση είναι αντινομική, πώς λοιπόν η λογοτεχνία να μην είναι; Και ο Παλαμάς μας δείχνει ότι δεν μπορεί παρά να είναι.

Ιδιοσυγκρασιακά, ο Παλαμάς έρεπε δίχως άλλο προς τον ιδανισμό. Όμως τον ιδανισμό του εξαρχής τον αντισταθμίζουν αφ’ ενός μεν το ανήσυχο, αεικίνητο πνεύμα του, αφ’ ετέρου δε η κριτική του εντιμότητα. Στις σελίδες του το Ιδεώδες δεν είναι ποτέ ένα και μοναδικό. Οι παλαμικοί παράδεισοι είναι μια σειρά ολόκληρη από μεγάλα και επάλληλα οράματα, όχι η μονάκριβη και ακριβοθώρητη Εδέμ των προφητών. Οι πατρίδες του αριθμούνται κι αυτές στον πληθυντικό, είναι μια σειρά από απανωτές νοερές κορυφές που προκαλούν τον ορειβάτη να τις κατακτήσει. Όμως και αυτές ακόμη από μόνες τους δεν έχουν τίποτε το στέρεο, το ανέκκλητο, το υπερχρονικό. Από τη μια στιγμή στην άλλη, μπορούν να πέσουν και να καταποντιστούν: από την «παραδείσια εξαΰλωση» στην «αγιάτρευτη συντριβή», από τα «αστέρια του Όνειρου» στα «τάρταρα της σκέψης», πάει να πει στην αμείλικτη βάσανο του σκεπτικισμού.

Ο ανθρωποκεντρισμός του Παλαμά είναι απόλυτος, δεν παραδέχεται είδωλα άλλα απ’ αυτά που ο ίδιος ο άνθρωπος επιλέγει κάθε φορά να λατρεύει: «Ό,τι δεν αγαπούμε δεν υπάρχει». Ο κόσμος του είναι ανοιχτός, συνειδητά χαώδης, δεδηλωμένα ακαταστάλαχτος. Σε ίση απόσταση από τον άκρατο ιδεαλισμό και τον άπρακτο κριτικισμό, αρδεύεται εντέλει από τις «θαυματουργές πηγές της αυταπάτης», όπως παρατηρούσε στα 1931 με μοναδική διεισδυτικότητα ο Ανδρέας Καραντώνης. Από την πίστη δηλαδή ότι τα διεστώτα εντέλει τα γεφυρώνει μόνο η δύναμη της δημιουργικής φαντασίας. Ας είναι και για λίγο, όσο διαρκεί η φλόγα του ακόρεστου πόθου που της χαρίζει ζωή.

‒ Εικασία τέταρτη. Ο Παλαμάς δεν είναι απλώς ένας από τους μείζονες ποιητές μας, ο δημιουργός τόσων και τόσων σπουδαίων στίχων. Αλλά εκείνος που έγραψε το τελειότερο ποίημα της σύγχρονης γλώσσας μας. Όταν λέω το τελειότερο δεν εννοώ το πλέον μεγαλεπήβολο. Θα πρέπει να στραφούμε στον Σολωμό, τον Σικελιανό ή σε άλλα έργα του ίδιου του Παλαμά για να αναζητήσουμε κάτι τέτοιο. Και δεν εννοώ, φυσικά, το ποίημα το πλέον δημοφιλές – οι προτιμήσεις του κοινού αλλάζουν πολύ ευκολότερα απ’ όσο η φιλοτιμία των γραμματολόγων μας το παραδέχεται. Αλλά το ποίημα εκείνο όπου στους στίχους του ιδέα και μορφή, έμπνευση και εκτέλεση, σύμβολο και πράγμα ισορροπούν με έναν τρόπο που δεν μπορούσαμε να τον φανταστούμε προηγουμένως, και είναι ανεύρετος έκτοτε στα γράμματά μας.

Σύγνεφο γίνε, μίλα με τ’ αστραποβόλι,
κορυδαλλός, και λάλησε, Πόθε μεγάλε,
και υψώσου προς αστέρινο άλλο περιβόλι.
Όλη τη μουσική μες στην αγάπη βάλε,
και βάλε των παιδιών την αθωότητα όλη,
και βάλε κι όλη σου την ομορφιά, και πάλε
θά ’χης τον ίσκιο της αγάπης· όχι εκείνη·
εκείνη λάμπει, καίει, φωτίζει και δε σβήνει!

Η Φοινικιά, για την οποία βεβαίως μιλώ, δεν είναι μόνο ένας ιδιότυπος διάλογος μεταξύ του γιγάντιου αιωνόβιου δέντρου και των εφήμερων ευάλωτων λουλουδιών που αργοσαλεύουν στον ίσκιο του, ιδιότυπος με την έννοια ότι μόνο τα τελευταία μιλούν κι HASALEYTHZWH3HEKDOSHεκείνο τους αποκρίνεται με τη αινιγματική του σιωπή. Είναι ένας λυρικός διαλογισμός πάνω στα μείζονα αντιθετικά ζεύγη, τους αρχέτυπους και ανεκρίζωτους διχασμούς που απασχόλησαν τον Παλαμά διά βίου. Μεγαλείο και μικρότητα, φως και σκότος, χάρη και δύναμη, στάση και κίνηση, στιγμή και διάρκεια, πίστη και αμφιβολία, ζωή και θάνατος, όλα σχεδόν τα μεγάλα παλαμικά θέματα αναδύονται και αλληλοσυμπλέκονται σε στίχους όπου η πηγαιότητα της έκφρασης έρχεται να συγχωνευθεί με την διαύγεια του νοήματος και η προσωπική ματιά πλαταίνει προκειμένου να εναγκαλιστεί το καθολικό.

Σ’ εμάς, μικρά, κόσμο ξανοίγετε μεγάλο,
και σύγνεφ’ από έγνοιες και καημούς λαγκάδια,
και τ’ ουρανού τ’ ασάλευτο σ’ εμάς, το σάλο
του πέλαου γύρω στα καράβια προς τα βράδια,
το δάκρυ ακύλιστο, κι αξήγητο κάτι άλλο…
Ποιας φυλακής νά ’μαστ’ εμείς τα συγγενάδια;
Ήρθε και κλείστη μέσα μας, ―ποιος να πιστέψη!―
μια κολασμένη και μια θεία· η Σκέψη, η Σκέψη!

Γραμμένο ακριβώς στη στροφή του αιώνα, στα 1900, το ποίημα δημοσιεύεται τέσσερα χρόνια μετά, στον τόμο της Ασάλευτης ζωής. Αυτός είναι ο λόγος πιθανόν που η κριτική του παρελθόντος το είδε άλλοτε ως συνέχιση των σολωμικών μελικών και γλωσσικών πειραματισμών και άλλοτε ως προεξαγγελία του σεφερικού μοντερνισμού. Όμως αυτό είναι το λιγότερο. Η Φοινικιά είναι μια κορύφωση της δυτικής ποίησης του 20ού αιώνα, όχι μόνο της ελληνικής. Αν είχε γραφτεί σε γλώσσα γνωστότερη, ας πούμε στα γαλλικά, ασφαλώς θα έδινε άλλη τροπή στην ευρωπαϊκή συζήτηση περί καθαρής ποίησης. Συγγενής με το οψιμότερο Θαλασσινό κοιμητήρι του Βαλερύ, υπερέχει από εκείνο σε ενάργεια ιδεών και εικόνων, όπως υπερέχει πολύ και από τα συγγενή της νεοελληνικά ποιήματα, από τη Μητέρα Θεού λ.χ. ή τη Στέρνα. Στο μεγάλο ρεύμα της μετασυμβολιστικής παράδοσης, η Φοινικιά είναι το μόνο δικό μας ποίημα που μπορεί να σταθεί πλάι σε έργα-ορόσημα όπως τα Ελεγεία του Ντουίνο ή η Ηλιόπετρα χωρίς να χλωμιάσει.

Προφανώς, ένα ποίημα τέτοιων αξιώσεων δεν μπορεί να είναι από τα συνήθη, της μιας ή των δύο σελίδων. Το γιατί το εξηγεί καίρια ο Τ. Σ. Έλιοτ: «Οι πολύ μεγάλοι ποιητές, που είναι πολύ λίγοι, είχαν όλοι να πουν κάτι που μπορεί να ειπωθεί μόνο σ’ ένα εκτενές ποίημα». Οι περίπου τριακόσιοι στίχοι της Φοινικιάς παρέχουν την αναγκαία έκταση σ’ αυτό το κάτι που ο ποιητής της είχε να μας πει, και που δεν είναι παρά η αρτιότερη και ρωμαλεότερη έκφραση της βαθύτερης αντινομικής κοσμοθέασής του. Με αυτούς ο Παλαμάς θα υπερβεί δυναμικά τόσο τους περιορισμούς της κυρίαρχης ολιγόστιχης ποιητικής φόρμας, όσο και το απατηλό δέλεαρ της ανασύστασης του έπους, που τόσους και τόσους δημιουργούς παρέσυρε ‒ μεταξύ των οποίων και τον ίδιο.

Εικασία πέμπτη. Ο Παλαμάς δεν είναι μόνο ο σημαντικότερος Νεοέλληνας κριτικός ή, όπως ειπώθηκε, ο μεγαλύτερος κριτικός της γλώσσας μας μετά τον Λογγίνο. Είναι εκείνος που ουσιαστικά δημιούργησε τον νεοελληνικό κανόνα. Στο κριτικό έργο το δικό του οφείλουν την πρωτοκαθεδρία τους οι ποιητές που ομόφωνα τους τοποθετούμε σήμερα στις απαρχές του. Χωρίς εκείνον, γράφει ο Τέλλος Άγρας, δεν θα υπήρχε ούτε ο Σολωμός ούτε ο Κάλβος «αφού δεν θα υπήρχε, για να τους ανακαλύψει και να τους επιβάλει, ο Παλαμάς ο Κριτικός».

Για να τους ανοίξει τον δρόμο, εκείνος πρώτος εκθρόνισε τους συγγραφείς της Αθηναϊκής Σχολής που μεσουρανούσαν ώς τις μέρες του. Σ’ εκείνον οφείλουμε τόσα και τόσα: μια εποπτική κατανόηση του συνόλου της παλαιότερης ελληνικής γραμματείας, όχι μόνο της αρχαίας αλλά και, πράγμα σπάνιο, της βυζαντινής λογοτεχνίας· καίριες παρατηρήσεις για το δημοτικό τραγούδι και τα ακριτικά έπη· την πρόδρομη αναγνώριση της σημασίας της κρητικής Αναγέννησης· την πληρέστερη και δικαιότερη εκτίμηση του Βαλαωρίτη αλλά και όλων σχεδόν των μετασολωμικών ποιητών της Επτανήσου· την αποτίμηση του πεζογραφικού έργου του Παπαδιαμάντη, του Βιζυηνού και του Καρκαβίτσα· την υπεράσπιση του Γρυπάρη και του ελληνικού συμβολισμού· διεισδυτικές επισημάνσεις για πάμπολλους συγγραφείς μας πρεσβύτερους και νεώτερούς του από τον Βερναρδάκη, τον Θεοτόκη και τον Κρυστάλλη ώς τον Μητσάκη, τον Γιαννόπουλο και τον Θεοτοκά· την προφητική διάγνωση της αξίας του Γιώργου Σεφέρη και του Γιάννη Ρίτσου. Και επιπλέον την μετακένωση τόσων και τόσων ρευμάτων και τάσεων της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας του καιρού του, τα κείμενά του για τη φύση του λυρισμού, τα δοκίμιά του για μορφές όπως ο Σαίξπηρ, ο Δάντης, ο Γκαίτε, ο Τολστόι, την μετακένωση των ιδεών του Νίτσε και του Φρόυντ στην Ελλάδα, μέχρι και τις πρώτες αναφορές στις νεογέννητες τότε πρωτοπορίες.

Ακόμη και οι επιφυλάξεις του απέναντι σε συγγραφείς όπως ο Καβάφης και ο Ροΐδης, που επικρίθηκαν ως άστοχες, μπορούν να λειτουργήσουν, όπως και λειτούργησαν όντως σε ορισμένες περιπτώσεις, γόνιμα για την κριτική σκέψη. Κι αυτό γιατί την ωθούν να ανασκουμπωθεί, να ακονίσει τα αναλυτικά της εργαλεία, να διευρύνει τους ορίζοντές της. Και οι πιο αμφιλεγόμενες κρίσεις του περιέχουν στοιχεία πλούσια για τη σκέψη, έναν πυρήνα ιδεών όχι αποδεκτών ίσως από όλους αλλά γόνιμων και ερεθιστικών. Απόδειξη ότι απασχολούν μέχρι σήμερα.

Κατά το μέτρο αυτό, η ιδιότητα του Παλαμά ώς του ισχυρότερου Νεοέλληνα κριτικού είναι ίσως πιο σημαντική και από τη θέση του ως μείζονος ποιητή. Κι αυτό διότι ένας μείζων ποιητής μπορεί να συνιστά περίπτωση μεμονωμένη, ελάχιστα αντιπροσωπευτική δηλαδή του συνόλου μιας λογοτεχνίας, η στάση του ενδέχεται να αποτελεί μια ιδιόρρυθμη εξαίρεση. Αντιθέτως, ένας μείζων κριτικός καθίσταται τέτοιος μόνο στον βαθμό που πείθει, που οι απόψεις του γίνονται δεκτές από άλλους και μετατρέπονται σε κοινές παραδοχές.

Εικασία έκτη. Ο Παλαμάς είναι ανάμεσα στους λογοτέχνες μας εκείνος που ζυμώθηκε περισσότερο με τον νεοελληνικό βίο και την ζωντανή ιστορία της χώρας. Και μόνη η συμβολή του Παλαμά στη λύση του παμπάλαιου «γλωσσικού δράματος» που ταλαιπώρησε τον Ελληνισμό για 2000 χρόνια, θα αρκούσε νομίζω για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό μου. Όσο ισχύει ότι τη σκυτάλη του δημοτικισμού ο Παλαμάς την παίρνει από τον Σολωμό και τους Επτανήσιους, όσο σωστό είναι ότι το εναρκτήριο έναυσμα του αγώνα υπέρ της καθομιλουμένης και κατά του στείρου αρχαϊσμού το δίνει ο Ψυχάρης, είναι το παράδειγμα του Παλαμά, το ύψος των λογοτεχνικών του επιτευγμάτων, η καθοριστική επιρροή του στους συγχρόνους και τους μεταγενέστερούς του συγγραφείς που θα κλίνει την πλάστιγγα προς τη δημοτική.

Όμως η σχέση του Παλαμά με τον νεώτερο ελληνισμό δεν εξαντλείται στο γλωσσικό. Ούτε εξαντλείται στη μακρά χορεία των κειμένων του που αντλούν την έμπνευσή τους από την ελληνική ιστορία, αρχαία, μέση και νεώτερη ή τις συγκαιρινές του εθνικές περιπέτειες, kideiaαπό τον Ψευτοπόλεμο του ’97 ώς τον Βενιζέλο και την Ανόρθωση της δεκαετίας του 1910, και από την Καταστροφή του ’22 ώς το Όχι του ’40.

Ο Παλαμάς από νωρίς ενστερνίστηκε τον ρόλο του ποιητή ως πνευματικού ταγού. «Τελευταίο διδάσκαλο του Γένους» τον είπαν. Όμως η στάση του απέναντι στην σύγχρονη Ελλάδα απέχει πολύ από εκείνη του προπαγανδιστή των εθνικών πόθων ή του αφελούς πατριδολάτρη. Στο έργο του, σε βιβλία όπως ιδίως στα Σατιρικά γυμνάσματα, βρίσκουμε τη συστηματικότερη και βιαιότερη επίθεση κατά της νεοελληνικής κακοδαιμονίας. Ο Παλαμάς εκθέτει στο φως όλες τις ανοιχτές πληγές του δημόσιου βίου της χώρας, επιτίθεται στην αρχαιολαγνεία και την καπηλεία του παρελθόντος, στον πολιτικαντισμό και την φαυλοκρατία, στην δοκησισοφία και τον σχολαστικισμό, τον ενδημικό ραγιαδισμό και την χρόνια τραπεζορρητορεία – πληγές διαχρονικές αφού απορρέουν καθώς φαίνεται από ιδιότητες ενδιάθετες του εθνικού μας χαρακτήρα

Η Ελλάδα στην Παλαμά είναι, ασφαλώς, ένα Όραμα, όπως είναι και σε άλλους ποιητές μας, τον Σολωμό, τον Ελύτη ή τον Άγγελο Σικελιανό. Όπως όλα τα ανθρώπινα έχει όμως και την άλλη της όψη, τη σκοτεινή και τη δυσοίωνη. Τις στιγμές που ξεπέφτει σε Δυστοπία, σε αυθυπαίτια Κόλαση, οφειλόμενη στη αδυναμία των ανθρώπων της να της προσδώσουν αξία και περιεχόμενο.

‒ Εικασία έβδομη. Ο Παλαμάς είναι το κέντρο και η κορυφή του νεοελληνικού κανόνα για τον απλό λόγο ότι κανείς άλλος συγγραφέας μας δεν μπορεί να διεκδικήσει τον ρόλο αυτό. Την θέση του στα γράμματά μας την έχει περιγράψει ο Τέλλος Άγρας, και πάλι, με τον χαρακτηριστικότερο τρόπο: «…τρέμω να φανταστώ τι θάταν η νεοελληνική ποίηση χωρίς το ανάστημά του: Ένα παραμύθι δίχως γίγαντα· μια χώρα δίχως βουνό. Μια θρησκεία δίχως προφήτη. Μια ιστορία δίχως ήρωα. Είναι μεγάλος; Θα μπορούσε νάταν ακόμα πιο μεγάλος; Είναι αυτός!»

Και έχει δίκιο. Έργα κορυφαία, σε πολλές περιπτώσεις δημοφιλέστερα των παλαμικών, έχουν γράψει και άλλοι. Κανείς τους όμως δεν έχει το ανάστημα το δικό του. Κανείς δεν του παραβγαίνει σε καθολικότητα και πλούτο ιδεών. Έχουμε συγγραφείς συμπαγέστερους, εμβριθέστερους στο μετιέ τους, τον Παπαδιαμάντη λ.χ. ή τον Σεφέρη. Και άλλους με τα πιο πλατιά φιλοσοφικά ενδιαφέροντα σαν τον Καζαντζάκη και τον Σικελιανό. Κανείς τους όμως δεν έχει το πανοραμικό βλέμμα εκείνου. Εκατό φωνές δονούν τον κόσμο που έπλασε: ο Γύφτος και ο Βασιλιάς, ο Αδάκρυτος και η Λιβιδώ, ο Πασίχαρος και ο Γκρεμιστής, ο Σάτιρος και ο Τρελός, το σπίτι και το καράβι, τα δυο ακρογιάλια και το κυπαρίσσι του είναι κάτι παραπάνω από μια σειρά πορτραίτων ή συμβόλων. Είναι εκδοχές της conditio humana αρχετυπικές. Καθεμιά τους έχει κάτι άλλο να πει, διαφορετικό, που φωτίζει μιαν άλλη όψη της ανθρώπινης περιπέτειας.

Στο αχανές της παλαμικής ενδοχώρας, στην πολυμέρεια των ιδεών και των μοτίβων του οφείλεται και η εντύπωση του έργου του ως αχαρτογράφητου χάους, η οποία απωθεί τους περισσότερο μονόχνωτους αναγνώστες του, αυτή η εντύπωση ότι του λείπει η βαθύτερη ενότητα. Όμως ποια είναι η ενότητα του Σαίξπηρ, ποιος χαρτογράφησε ποτέ επαρκώς την ψυχική ενδοχώρα των κειμένων του Γκαίτε;

Ένα μεγάλο μέρος των γραπτών του Παλαμά, για καθέναν από εμάς διαφορετικό, θα παραμένει πάντοτε στη γωνιά, για τον απλό λόγο ότι είναι σπάνιος, πολύ σπάνιος ο αναγνώστης που μπορεί να συναισθανθεί και να συμμεριστεί, ενίοτε να υποψιαστεί καν, τις δικές του πνευματικές ανησυχίες. Τον Παλαμά πάντα θα τον ακρωτηριάζουμε. Πάντα θα τον συντέμνουμε κατά τις ανάγκες και τις αντοχές μας. Θα τον μασκαρεύουμε άλλοτε σε εθνικόφρονα κήρυκα προς φρονηματισμό της μαθητιώσης νεολαίας και άλλοτε σε ευαίσθητο τραγουδιστή ενός «χαμηλόφωνου λυρισμού», άλλοτε σε πρόδρομο της προλεταριακής εξέγερσης κι άλλοτε σε γεροξεκούτη αντιδραστικό που η «γενιά της αμφισβήτησης» είναι αναπόφευκτο να σαρώσει. Την ολότητά του θα την απωθούμε όπως ακριβώς απωθεί κανείς το κομμάτι της πραγματικότητας που δεν θέλει να δει ή που δεν τον κολακεύει. Όμως μπορεί να γίνει κι αλλιώς;

~ . ~

Η ζωή του Παλαμά δεν ήταν εύκολη. Όπως η τέχνη του, παραμένει ώς σήμερα άγνωστη στους πολλούς. Ήταν έξι χρονών όταν, στις 27 Δεκεμβρίου 1864, έχασε τη μάνα του. Πρόωρη γέννα. Στις 11 Φεβρουαρίου, ενάμιση μήνα αργότερα, πεθαίνει ο πατέρας του. Η οικογένεια σκορπίζει σε θείους και θείες, το μικρό αδελφάκι του μάλιστα ξενιτεύεται στη μακρινή Τεργέστη. Από τη γνωριμία με τον θάνατο, το παιδί που ίσαμε τότε πίστευε πως οι άλλοι πεθαίνουν, εμείς όχι, θα κρατήσει διά βίου το αίσθημα της ενοχής: «έρχονται στιγμές που πιστεύω πως εγώ με την προκλητική μου σκέψη προς τον θάνατο σκότωσα και τους δυο!»

Στην Αθήνα θα φτάσει έφηβος ακόμη για να σπουδάσει νομικά. Γρήγορα τα εγκαταλείπει για να αφοσιωθεί στο γράψιμο. Ξεκινά να δημοσιογραφεί σε διάφορα φύλλα. Κάνει οικογένεια και για δυο και παραπάνω δεκαετίες τα φέρνει δύσκολα βόλτα. Πολλές φορές η γυναίκα του και τα τρία παιδιά, μαθαίνουμε από την Άννα Σικελιανού που στο βιβλίο της για τον Άγγελο μάς έχει σώσει κάποιες από τις εκμυστηρεύσεις της Μαρίας Παλαμά για τη δική της ζωή με τον Κωστή, είχαν για βραδινό όλο κι όλο «ένα φλιτζάνι καφέ και λίγο ψωμί», και η ίδια «ξεπουλούσε ό,τι χρυσαφικό ή πολύτιμο πράγμα του σπιτιού για το καθημερινό».

Γενικά για τους γραφιάδες της εποχής ο βιοπορισμός ήταν υπόθεση αγωνιώδης. Όταν το στερνοπαίδι τους αρρώστησε, συνεχίζει η Άννα, «είχε πάει ο Καρκαβίτσας να τους δει κι η μάνα τού ζήτησε μια δραχμή να πάρουνε γάλα. Ο Καρκαβίτσας έβαλε το χέρι στην τσέπη, έβγαλε μια δεκάρα και ακούμπησε όλη την περιουσία του πάνω στο τραπέζι».Image 009

Το άρρωστο παιδί δεν θ’ αντέξει, στις 24 Φεβρουαρίου 1898 θα πεθάνει τεσσάρων χρονών. Ο διορισμός του Παλαμά σε θέση υπαλλήλου στο Πανεπιστήμιο λίγους μήνες νωρίτερα, θα έρθει αργά να το σώσει. Θα βγάλει όμως την οικογένεια από την ανέχεια. Κι εδώ, η επιβίωση και η λίγη αστική άνεση, με τα χρόνια θα γεννήσουν ένα αίσθημα βαθύ ενοχής απέναντι σ’ αυτούς που ακόμη πεινούν και υποφέρουν:

Χειμώνας άγριος. Κι η φωτιά, καλοκαιριά στην κάμαρά μου.
Ντρέπομαι για την ζέστα μου και για την ανθρωπιά μου.

Το υπαλληλίκι στο πανεπιστήμιο δεν θα είναι υπόθεση ανέφελη. Ο δημοτικιστής ποιητής στα υπηρεσιακά έγγραφα που συντάσσει είναι υποχρεωμένος να υποδύεται τον «αττικιστή απ’ την κορφή ώς τα νύχια». Αυτό δεν θα τον προστατεύσει. Στις γλωσσικές ταραχές της εποχής θα υποστεί σειρά επιθέσεων από τους φανατικούς καθαρολόγους, ιδίως κατά τα Ευαγγελικά (1901) και τα Ορεστιακά (1903). Παρ’ όλα αυτά, θα επιμείνει στην πρώτη γραμμή του αγώνα: «κάθε τους επίθεση εναντίον μας και κάθε επίθετο που μας κολλάνε τάχα εξευτελιστικό για να μας στιγματίσουν, και κάθε γνώρισμα δεν ξέρω ποιου χυδαϊσμού και ποιου ψυχαρισμού και ποιου μαλλιαρισμού, είναι για μένα τίτλος τιμής» (1903). Εμφατικά θα δηλώσει ότι ο δημοτικισμός είναι η αρετή του (1908). Και θα τιμωρηθεί γι’ αυτό. Η στάση του θα του κοστίσει σειρά από διώξεις, ένα επίσημο επιτίμιο από τον προϊστάμενό του υπουργό επί παραβάσει καθήκοντος, ακόμη και την πρόσκαιρη παύση του τον Απρίλιο του 1911.

Η αρρώστια θα τον ξαναβρεί, αυτή τη φορά προσωπικά, τον Μάιο του 1934. Παθαίνει ημιπληγία. Τα επόμενα χρόνια ουσιαστικά θα σωπάσει. Και στην κατοχή, η πείνα θα πάρει την εκδίκησή της. Αφηγείται και πάλι η Άννα Σικελιανού, τρεις μόλις εβδομάδες πριν τον θάνατό του, τον Φλεβάρη του 1943: «Η υγειά του όλο και χειροτερεύει από κακοπέραση κι εξάντληση και είναι ν’ απορείς για την αντοχή αυτού του μικρού κορμιού. Κείτεται σ’ ένα κρεβατάκι σχεδόν παιδικό, με τρεμάμενη φωνή από την πείνα και βογγητά που σταματήσανε μόνο με το θάνατο της γυναίκας του, χωρίς να τον έχει μάθει.»


 

Everybody knows my name
But it’s just a crazy game
Oh it’s lonely at the top

Επέμεινα στα βιογραφικά του Παλαμά, σε μια προσπάθεια να βρω απάντηση σε μια παλιά μου απορία. Γιατί ενώ μας συγκινεί τόσο το συναξάρι της ζωής των ποιητών που υπέφεραν, όταν γίνεται λόγος γι’ αυτούς ο νους μας δεν πηγαίνει ποτέ, μα ποτέ, στην περίπτωση τη δική του; Είναι η προκατάληψη που τρέφει την άγνοια, ή το αντίθετο; Ή εδώ είναι απλώς και μόνο ο φθόνος απέναντι σ’ έναν άνθρωπο του οποίου τα επιτεύγματα στα γράμματά μας δεν έχουν το όμοιό τους;

«Καθώς περνούν τα χρόνια πληθαίνουν οι κριτές που σε καταδικάζουν». Θρεμμένος από περιστάσεις ανάλογες, ο στίχος της Κίχλης φέρνει στο φως μια αλήθεια κρυμμένη. Η εξωτερική όψη της επιτυχίας είναι απατηλή. Η άλλη πλευρά της δωρεάς είναι η οδύνη. kostis-palamas-enas-megalos-ethnikos-poiitis-1-315x236Τον άνθρωπο τον χαρισματικό ό,τι τον ξεχωρίζει, συγχρόνως τον απομονώνει. Η υπεροχή εκτός από τη χαρά της αναγνώρισης φέρνει και κακοπάθεια και δυστυχία. Τίμημά της έχει τη μοναξιά, ακόμη και την έχθρα των άλλων.

Ο Παλαμάς τα ένιωσε όλα αυτά όσο κανείς. Περίοπτος από τα νιάτα του, έχοντας ολοζωής τόσα μέτωπα ανοιχτά, με τη «βαριά σκιά» του να καταθλίβει αναπόφευκτα τους νεώτερους, επόμενο ήταν να προκαλέσει τη δυσθυμία πολλών. Παιδαρέλια αποκαλούσε εκείνον και τους συνοδοιπόρους του της Γενιάς του 1880 ο Αχιλλέας Παράσχος Ο Ροΐδης ποτέ δεν τον χώνεψε. Ο Μαβίλης έβρισκε τους ρυθμούς του παράτονους. Ο Αποστολάκης τού έγραψε λίβελλο. Ο Βάρναλης και ο Σικελιανός, περιστασιακά έστω, δυσανασχέτησαν μαζί του. Ο Καβάφης του έβρισκε «πολλάς εξάρσεις», «ο Παλαμάς είναι πολύ λυρικός» θεωρούσε. Άλλοι τον κατηγόρησαν για το ακριβώς αντίθετο, ότι είναι πολύ εγκεφαλικός. Κάμποσοι μαθητές του τον αρνήθηκαν. Και μεγάλοι οφειλέτες του ακόμη, συχνά αποσιώπησαν τα όσα του χρωστούσαν. Μεταπολεμικά, τον ανακήρυξαν «αντιποιητικό». Ώς πρόσφατα ακόμη υπήρχαν συγγραφείς που δήλωναν δημόσια ότι δεν αντέχουν να τον διαβάσουν. Τα τελευταία χρόνια, η τάση αυτή φαίνεται να αναστρέφεται. Πολλοί νεώτεροι ποιητές και μελετητές στρέφονται όλο και πιο τολμηρά προς αυτόν. Ακόμη και σήμερα όμως, κοντά ογδόντα χρόνια από τον θάνατό του, ο Παλαμάς μοιάζει να πληρώνει το τίμημα που επιφυλάσσει στους ταραξίες της η νεοελληνίς μετριότης.

Ας μη γενικεύουμε αχρείαστα ωστόσο. Κάποιες από τις ενστάσεις εναντίον του διατηρούν ώς σήμερα τη σημασία τους. Πλάι στις μοναδικές αρετές του, τα ελαττώματα του ποιητή Παλαμά είναι προφανή: ο ρητορισμός του είναι ένα θέμα, η πεποιημένη ενίοτε γλώσσα του, η εκφραστική διάχυση πάνω στην προσπάθειά του να τα πει, να τα περιλάβει όλα. Ο Γιώργος Σεφέρης δικαιότατα τα θύμισε όλα ετούτα στο εγκώμιο που του έπλεξε την άνοιξη του ’43. Το ποτάμι, είπε, κατεβάζει και κοτρώνες και χώματα. Έτσι κάνουν τα ποτάμια.

Του ίδιου του Παλαμά, η άρνηση και η αμφισβήτηση δίχως άλλο του κόστισε. Φαίνεται αυτό από τις λίγες φορές που αντέδρασε. Στον Κωνσταντίνο Χατζόπουλο, «τον ποιητή που έγινε κριτικός του», απάντησε με μια δήλωση όλο αψηφισιά και αυτοπεποίθηση.

Ό,τι κι αν κάμεις,
όπου να δράμεις,
απ’ όποιο γένος,
δικός μου ή ξένος,
του κάκου! Εμπρός σου
πάντα θα μ’ έχεις,
πίσω μου τρέχεις

Στον παλιό συναγωνιστή του Ψυχάρη, που επιχείρησε να τον κατεδαφίζει για άλλους λόγους, αφάνταστα πιο ιδιοτελείς, απάντησε με μια επιγραμματική χειρονομία, όπως κουνά κανείς το κεφάλι του με λύπηση.

Τώρα ούτ’ αλήθεια, ούτε ντροπή στη θλιβερή που σ’ ήβρε λόξα.
Δεν είσαι πια ούτε για γροθιές, αλίμονο! ούτε για τη δόξα.

Τη θέση του ποιητή στην ιεραρχία της πρακτικής ζωής ο Παλαμάς τη γνώριζε. Απέναντι στις ποικιλώνυμες εξουσίες δεν είχε ψευδαισθήσεις για τη δική του πέραση. Ήξερε όμως και σε τι υπερέχει από εκείνες.

Και τέτοιος που είμαι, και με τέτοια
καρδιά, πουλί ολοτρέμουλο σ’ αρρωστημένα στήθια,
από τους δυνατούς και τους μεστούς του κόσμου
εγώ ειμαι πιο κοντά στο φως και στην αλήθεια.

Κι αλλού, σ’ ένα αυτοβιογραφικό του τετράστιχο, περιγράφει απερίστροφα τις συνθήκες μέσα στις οποίες έζησε και έδρασε.

Πατέρα και μητέρα δεν τους γνώρισα,
ο αντίλογος μ’ ανάθρεψε, με πότισε το μίσος,
γύρω μου τιποτένιοι, η έχτρα αυτοκρατόρισσα,
λίγη φροντίδα μέσα μου και πόλεμος περίσσος.

Σ’ αυτόν τον «περίσσο πόλεμο», ο Παλαμάς δεν λιγοψύχησε. Δεν σώπασε, δεν αποσύρθηκε στον φιλντισένιο του πύργο, δεν υιοθέτησε την πόζα του εκκεντρικού και λοξού αρτίστα για να αυτοπροστατευθεί. Άντεξε. Και είναι αυτή του τη διάρκεια, αυτή του τη δύναμη που θα ’θελα εδώ να επικαλεστώ ‒εικασία όγδοη στη σειρά αυτή, και ακροτελεύτια‒ για να στηρίξω τον ισχυρισμό μου ότι από τους συγγραφείς μας είναι εκείνος και άλλος κανείς ο κεντρικός και ο κορυφαίος. Γιατί απ’ όλους τους εκείνος στάθηκε ο πιο ανθεκτικός.

palamasestia

Και μένει τέτοιος και μεταθανάτια. Βλέπετε, τη διαχρονικότητα ενός έργου την κρίνει εντέλει όχι ο θρίαμβός του όταν η περιρρέουσα ατμόσφαιρα είναι ευνοϊκή, θρίαμβος που μπορεί να αποδειχθεί και πρόσκαιρος μόλις η συγκυρία μεταβληθεί. Αλλά το αντίθετο: η αντοχή του σε καιρούς αντίξοους, όταν η επικαιρότητα των θεμάτων και η θελκτικότητα των εκφραστικών μέσων του μοιάζουν κάθε άλλο παρά δεδομένες. Ο Παλαμάς όλο το δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα πέρασε και αυτή, την έσχατη δοκιμασία. Και την πέρασε με επιτυχία. Ακόμη και οι αγνοητές του το βρήκαν εντέλει αδύνατο να τον μετακινήσουν τελεσίδικα απ’ τη θέση του.

«Κάπου παρατηρήθηκε», σημειώνει ο ίδιος γράφοντας για τον Βαλαωρίτη, «πως η δόξα ενός ποιητή συχνά πυκνά περνά τρία στάδια. Το πρώτο: παθητικός θαυμασμός, η λατρεία. Το δεύτερο: παραμέρισμα του ποιητή, κάτι σαν καταφρόνηση. Το τρίτο: η δικαιοσύνη». Προσωπικά τη λέξη δικαιοσύνη δεν θα τη μεταχειριζόμουν, παραείναι αταίριαστη για τα ανθρώπινα μέτρα. Το σχήμα όμως του Παλαμά μέσες άκρες ισχύει. Με τη διευκρίνιση ότι του τρίτου σταδίου συχνά πυκνά έπεται και πάλι το πρώτο, κ.ο.κ., κ.ο.κ. εις το διηνεκές. Περάσματα είναι όλα αυτά, στιγμές από του κύκλου τα γυρίσματα, όχι οριστικές, καταληκτήριες στάσεις.

Σήμερα, στο πρώτο πέμπτο του 21ου αιώνα, το βέβαιο είναι ότι η παρουσία του Παλαμά στα γραπτά και τη σκέψη μας, το αναγεννημένο ενδιαφέρον της κριτικής, η επιρροή που ασκεί ακόμη και σε νεώτατους ποιητές, είναι εντονότερη από ποτέ στην πρόσφατη μνήμη. Με άλλα λόγια, είναι ipso facto πια φανερό ότι έχουμε εδώ να κάνουμε με έναν συγγραφέα κλασσικό. Γιατί μόνο οι τέτοιοι, οι κλασσικοί συγγραφείς, επανέρχονται πράγματι από τις ‒αναπόφευκτες‒ κάμψεις. Οι άλλοι, ακόμη κι εκείνοι που ήταν για λίγο διάσημοι, απλώς λησμονούνται.

Δεν λιποψύχησε λοιπόν ο Παλαμάς. Άντεξε. Συχνά όμως, για να μιμηθώ ένα συντακτικό σχήμα αγαπημένο του, σαν να αναστέναξε, σαν να παραπονέθηκε για το βάρος που κλήθηκε να επωμιστεί. Υπάρχει ένα τετράστιχο του Ουγκώ που εκφράζει ίσως καλύτερα αυτό το αίσθημα, του ανθρώπου που επειδή ακριβώς αγωνίζεται κι έχει τόσα προσφέρει, γίνεται καρφί στο μάτι πολλών. Ο Παλαμάς το μετέφρασε υπέροχα, σημάδι αλάθευτο ότι ταυτιζόταν βαθιά με το περιεχόμενό του.

Έχει τη μικρή της ιστορία αυτή η μετάφραση. Ο Βίκτωρ Ουγκώ γεννήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 1802. Τους στίχους του, πικρό απόσταγμα μιας ολόκληρης ζωής, ο Κωστής Παλαμάς τους απέσπασε από ένα μακρύτερο αυτοβιογραφικό ποίημα του Γάλλου με τον χαρακτηριστικό τίτλο “Veni, vidi, vixi”, διασκευή φυσικά της πασίγνωστης καισαρικής ρήσης, εδώ επί το ταπεινότερο: «ήρθα, είδα, έζησα».

J’ai fait ce que j’ai pu; j’ai servi, j’ai veillé,
Et j’ai vu bien souvent qu’on riait de ma peine.
Je me suis étonné d’être un objet de haine,
Ayant beaucoup souffert et beaucoup travaillé.

Έχοντας μάλλον κατά νου τη στρογγυλή τότε επέτειο των εκατόν είκοσι χρόνων του Ουγκώ, ο Παλαμάς το εξελλήνισε μια μέρα αργότερα, όπως φροντίζει επιμελώς να σημειώσει κάτω από την απόδοσή του: στις 27 Φεβρουαρίου του 1922. Και τι σύμπτωση, την ίδια εκείνη μέρα, στις 27 Φεβρουαρίου 1943, μέσα στον πιο σκληρό χειμώνα της Κατοχής, θα πεθάνει και ο ίδιος.

Ένα ακόμη από «του κύκλου τα γυρίσματα» μήπως; Μια απρόσμενη ρίμα της τύχης; Οι καιροί ήταν σκληροί, καιροί ηρωικοί, και κανείς δεν θα σκέφτηκε βέβαια, κι ούτε θα ’ταν σωστό, να σκαλίσει επιτάφιο επίγραμμα πάνω στο μνήμα του τούτο τον τετράστιχο αναστεναγμό. Κι όμως, πόσο θα ταίριαζε. Θα κλείσω μ’ αυτό.

Αγρύπνησα, υπηρέτησα, έκαμα ό,τι μπορούσα,
κι είδα πως είχε ο πόνος μου συχνά για πληρωμή
περίγελο. Με μάτιασε το μίσος, και απορούσα,
γιατί πολύ και υπόφερα και δούλεψα πολύ.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Ομιλία που στην αρχική της εκδοχή εκφωνήθηκε την 27η Μαΐου 2016 στις Παλαμικές Γιορτές της Πάφου στο Πανεπιστήμιο Νεάπολις της κυπριακής πόλης.

palamas-sign