«…Κι αυτό το ξέρουν οι πλωτοί ποταμοί»: Η ποίηση του Γιώργου Καλοζώη, μέσα από την «Πλαστικότητα των μορίων» (της)

499288της ΣΤΕΛΛΑΣ ΒΟΣΚΑΡΙΔΟΥ-ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

Έχοντας παρακολουθήσει μέχρι σήμερα με εξαιρετικό ενδιαφέρον την ποιητική πορεία του Γιώργου Καλοζώη, η έκδοση του καινούριου βιβλίου του μου προκάλεσε σχεδόν μια ανησυχία: Μήπως η ποίησή του, που έως τώρα μου χάρισε στιγμές τόσο δυνατές, δεν βρει τον τρόπο αυτή τη φορά να καταστεί εξίσου διαπεραστική –  μήπως μετά τις αμέτρητες αναγνώσεις, αδυνατίσει για κάποιο λόγο η επίδραση επάνω μου του ποιητικού του λόγου. Μήπως, ο γνωστός πια οικειοανοίκειος κόσμος που επισκέπτεται με τις λέξεις του, ο κόσμος που χτίζει με συνέπεια από το ένα βιβλίο στο άλλο, μια ποιητική εκδοχή θα έλεγε κανείς των εικόνων του Ιερώνυμου Μπος, δεν κατορθώσει να λειτουργήσει με τον ίδιο ισχυρό τρόπο στο θυμικό του αναγνώστη που είμαι

Ανοίγω λοιπόν με περισσή αγωνία και προσήλωση το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο Η Πλαστικότητα των μορίων και ξεκινώ την ανάγνωση. Για άλλη μια φορά διασχίζω τις αφηγήσεις του καλοζωϊκού κόσμου: από το ατομικό δελτίο που καλείται να συμπληρώσει ο καθηγητής της Μέσης εκπαίδευσης και τους καθημερινούς μικροβραχνάδες της υπηρεσίας, με τα χαρακτηριστικά ποιητικά/αφηγηματικά άλματα του Καλοζώη διανύω την αυλή του σχολείου, για να επισκεφθώ έναν κήπο με σέρες, νεολιθικούς οικισμούς, την Περσέπολη και την Τύρο, ένα λατομείο πάνω στο ούλο της γης, στέπες, θάλασσες, κιβωτούς, πολιτείες κοντινές και μακρινές, τα νησιά Γκαλαμπάγκος, το Κατίν με τους σκοτωμένους, την Κίνα, τοπία του κοντινού μου κόσμου και των πλέον μακρινών, κουφάλες των δέντρων και τις κοιλότητες των πραγμάτων, εκεί όπου έστειλε τη φωνή του το φίδι. Παρέα με ζώα, με έντομα, με ανθρώπους –  με ηλικιωμένους, αρρώστους, άτεκνους, δασκάλους, παπάδες, επιχειρηματίες, ελεύθερους επαγγελματίες, κυβερνητικούς, με τους κουστουμαρισμένους των υπουργείων, με Εβραίους τοκογλύφους και με τους Εβραίους του Νταχάου, με τους αγνοούμενους κατοίκους της Άσσιας, με οδοποιούς και πολεοδόμους, αγαλματοποιούς, ασφαλιστές, λογιστές, τραπεζίτες, με βατραχάνθρωπους, γυναίκες νευρικές την εποχή της εμμηνόπαυσης, ρασοφόρους, συμφεροντολόγους, μισοκατεστραμμένους, απροσάρμοστους, αλκοολικούς, τον Δαρβίνο, τον Όμηρο, κι ανάμεσα σ᾽όλους αυτούς, τον ποιητή, α, ναι, τον ποιητή κι έναν «προπάτορα γέρο / που ατενίζει το βιος του, γεωργό / και κάνει πως χαίρεται αλλά δε χαίρεται». Σε κάθε ποίημα συνειδητοποιώ τις ταχύτητες που μεγαλώνουν, την ανθρώπινη φύση που παρουσιάζεται σε πιο ακραία, μεταιχμιακή κατάσταση από κάθε άλλη φορά, σχεδόν τερατόμορφη: με τους ανθρώπους πουλιά, τους ανθρώπους ζωύφια, τους ανθρώπους τους διάφανους όπως τα μικρά σαμιαμίθια, τους ανθρώπους «με τα μάτια τους που γυαλίζουν μικρά φορητά αιλουροειδή», τα ανθρωποπούλια και οπωσδήποτε με αυτήν, τη γυναίκα που «η καρδιά της είχε σχήμα τετράγωνο […] ένα ακαταμάχητο / γεωμετρικό παράδοξο». Ανάμεσα σ᾽όλους αυτούς, σχεδόν απόκοσμος ακούγεται ο λυγμός του ποιητή: «τα χέρια των ποδιών μου / αλλά και τα πόδια των χεριών / μου δεν μπορούν να κινηθούν / ούτε η κνήμη του κεφαλιού / μου κι η χωρίστρα των γονάτων μου / είμαστε άνθρωποι που εγκλωβίστηκαν / μέσα στο κεχριμπάρι», κι έπειτα ο σπαραγμός: «δάκρυα μην κυλήσετε δεν έχετε πού / να πάτε».

Τελειώνω την ανάγνωση συγκλονισμένη, ολότελα διάτρητη από τους στίχους και παραμένω σε μια νοερή επικοινωνία με τον ποιητή μέχρι τη μέρα που εμφανίζεται η ανάγκη να γράψω κάτι για το βιβλίο του. Αυτή λοιπόν τη στιγμή, συνειδητοποιώ το παράδοξο τούτης της συγκυρίας: την έντονη αδυναμία που αισθάνομαι μπροστά στην πρόκληση να αρθρώσω έναν λόγο για αυτό το βιβλίο, με το οποίο υποτίθεται πως συνομιλώ εδώ και κάποιες βδομάδες.

Επιτρέψτε μου να κάνω εδώ μια παρένθεση: πιστεύω πάρα πολύ στη δυναμική που μπορεί να έχουν οι συζητήσεις που γίνονται με πίστη και αφοσίωση, γύρω από αυτές τις στιγμές που αισθανόμαστε ότι αδυνατούμε να βρούμε τα λόγια να μιλήσουμε. Στην προκειμένη περίπτωση, γύρω από τις στιγμές που η ποίηση, εκπληρώνοντας τον πρωταρχικό της θα έλεγα σκοπό, πετυχαίνει να δράσει με έναν τρόπο διαβρωτικό, αλλά και ανασυνθετικό πάνω στον ίδιο τον λόγο. Με αυτή λοιπόν την πίστη, τόλμώ να επιχειρήσω την καταγραφή μερικών σκέψεών μου πάνω στην Πλαστικότητα των μορίων. Με την πίστη πως αν σκύψω με νηφαλιότητα πάνω από ό,τι με κάνει να χάνω τα λόγια μου, αυτό θα μου κάνει το δώρο να με ανταμείψει με μια αποκάλυψη. Μια αποκάλυψη για την ποίηση και για τον κόσμο.

hqdefaultΞαναορίζω, λοιπόν, το σημείο εκκίνησης: το μεταιχμιακό, το ιλιγγιώδες, αυτό που τα συμπεριλαμβάνει όλα –  όλα τα ζωντανά, κι όλα τα άβια, τα ομιλούντα και τα βουβά, τα πλάσματα του κόσμου τούτου, τα καθημερινά, τα βαρετά και τα βαριεστημένα, όσο και τα πιο συναρπαστικά. Τα μαλακά, τα τρυφερά, όσο και τα τραχιά, τα ακανθώδη, τα φωτεινά και τα ερεβώδη, τα άρτια και τα λειψά. Παρακολουθώ τις αφηγήσεις της καθημερινής ζωής να διακλαδώνονται σε πολυάριθμες μεταφορικές, υπερρεαλιστικές αφηγήσεις. Ακολουθώ με την ανάγνωση την αποκάλυψη των εκατοντάδων στοιχείων που ζευγαρώνουν, συνενώνονται, συνομιλούν φωτίζοντας ισάριθμες δυνατότητες της ανθρώπινης κατάστασης και του κόσμου και ταξιδεύω μέσα στη γάργαρη ρευστότητα των ποιημάτων. Εντοπίζω στις αλματώδεις μετατοπίσεις μέσα στις λέξεις, τη τολμηρή μετακίνηση του ποιητή, από το οικείο στο ανοίκειο. Κι εκεί, στο σκοτεινότερο σημείο του δάσους που είναι το ποίημα, κι ενώ η πληθωρική σύνδεση των εικόνων και των χαρακτήρων, απειλεί να υπονομεύσει την ομαλότητα της ανάγνωσης, αντιλαμβάνομαι τη δύναμη της έλξης, την ισχυρότητα της ροής που με νομοτελειακό σχεδόν τρόπο προκαλεί την αναγνωστική απόλαυση. Την κατά Πάουλ Τσέλαν λειτουργία του ποιητικού ρυθμού που εκπληρώνεται με τις «μη επαναλαμβανόμενες, μοιραίες κινήσεις του πνεύματος προς κάτι άγνωστο» (Π. Τσέλαν, Γλωσσικό Πλέγμα, μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου).

Συνειδητοποιώ σε πόσο μεγάλο βαθμό η ρυθμικότητα αυτή που προκαλείται, φυσικοποιεί τη διαδικασία, με μια απροσπέλαστη δύναμη και δικαιώνει την ανάγνωση. Κάνει το περιπετειώδες αυτό ταξίδι ένα αναντίρρητα γοητευτικό ταξίδι. Ένα ταξίδι που αντλεί την γοητεία του από τη ενσάρκωση του ρυθμού σύμφωνα με τους όρους του Τσέλαν.

Ακόμη περισσότερο, αντικρύζοντας την πληθωρικότητα του καλοζωικού ανθρωποτοπίου, συνειδητοποιώ σε πόσο μεγάλο βαθμό η ποίηση αυτή αντικατοπτρίζει τους στοχασμούς του Ράινερ Μαρία Ρίλκε πάνω στη μουσική, όταν ο τελευταίος γράφει:

Η μουσική διαλύει το καθετί που υπάρχει σε δυνατότητες, και αυτές οι δυνατότητες αυξάνονται και πληθαίνουν συνεχώς σε σημείο που ο κόσμος όλος να μην είναι τίποτα παραπάνω από μια σιωπηλά αιωρούμενη αφθονία, ένα δυσκολοθεώρητο πεδίο δυνατοτήτων, από τις οποίες δε χρειάζεται να συλλάβει κανείς καμία. (Ρ. Μ. Ρίλκε, Κείμενα για τη μουσική, μτφρ. Μάνος Περράκης)

Θέτω, λοιπόν, το ερώτημα: ποια μπορεί να είναι η σημασία τού να μαστορεύει κανείς τη δική του μουσική μέσα από τις λέξεις, να εφευρίσκει το δικό του τραγούδι μέσα στον κόσμο, και μάλιστα μέσα στον σύγχρονο κόσμο, μετά το Άουσβιτς, μετά την Κύπρο του ᾽74 και τηΝ Συρία του 2019; Η απάντηση φωτίζεται μέσα από τη δύναμη μιας αντίθεσης: αυτό που είναι στον αντίποδα της αφθονίας και της πληθώρας των δυνατοτήτων μού λύνει αίφνης την απορία, μου δίνει την εξήγηση για τη σημασία που μπορεί να έχει μια τέτοια ποίηση σήμερα. Για να κατανοήσω την αξία της «σιωπηλά αιωρούμενης αφθονίας» που χαρακτηρίζει τον καλοζωϊκό κόσμο,  εστιάζω στην αντίπερα όχθη: Όχι στο σιωπηλό, μα στο εκκωφαντικό. Όχι στο αιωρούμενο, μα στο πτωτικό. Όχι στην αφθονία, μα στην κενότητα, στην ανυδρία: με άλλα λόγια, στον ξύλινο λόγο, τον εξουσιαστικό λόγο: με τη μία λέξη που επαναλαμβάνεται, για να παγιωθεί εν τέλει ως σύνθημα, με το μονοσήμαντο, το μονολιθικό που πασχίζει να στερήσει από τον αποδέκτη το ταξίδι στον κόσμο των διαφορετικών δυνατοτήτων. Που πασχίζει να στερήσει από τον άνθρωπο τη φαντασία.

Συνειδητοποιώ τις πολλαπλές αντιθέσεις: Τον λόγο εξουσίας που φθείρει τις λέξεις, απέναντι στον ποιητικό λόγο που τις ανανεώνει. Τον λόγο που διατείνεται ότι γνωρίζει εκ των προτέρων το σωστό, που πασχίζει να καταργήσει το οποιο ίχνος αμφιβολίας, απέναντι στον καλοζωικό λόγο που τόσο εντυπωσιακά εκτελεί απανωτές βουτιές στο άγνωστο, που καλεί τον αναγνώστη να γευτεί απλόχερες δόσεις από το άγνωστο. Πλάι στο υστερόβουλο, το αδίστακτα δομημένο από μυριάδες βεβαιότητες, που αποτελεί πλέον το κυρίαρχο πολιτικό και κοινωνικό μας τοπίο, διακρίνω, σχεδόν σαν αγλάισμα, τη φωνή του ποιητή που τόσο λυτρωτικά υποδεικνύει τον δρόμο της αμφιβολίας, εφευρίσκοντας μάλιστα σε ένα ποίημά του «το άγριο μουνί που καταπίνει τις […] βεβαιότητες. /«που καταπίνει τις χωρίς αυτές / ζωή δεν νοείται / βεβαιότητες». Χωρίς καμιά έπαρση, χωρίς την έγνοια για τη δικαίωση του ομιλούντος που διακρίνει τον ρήτορα, τον πολιτικό.  O Καλοζώης βρίσκεται ακριβώς στον αντίποδα του λόγου της εξουσίας. Γίνεται ο ποιητής, και ο προφήτης της ήττας, διακηρύσσει πως «κάθε βρέφος που εμφανίζεται / είναι ένας ολοκαίνουριος γέρος», πως «το μέλλον είναι το νέο παλιό», πως είναι «πολλή η απογοήτευση», «μεγάλες […] οι λίστες των βασάνων» και πως «τίποτα δε διαρκεί», «ό,τι πετά στο τέλος γειώνεται / κι ότι κολυμπά στο τέλος μόνο του πνίγεται». Γίνεται ο σημαιοφόρος μιας λυτρωτικής παραδοχής της ήττας που εστιάζει το βλέμμα στους «ελέφαντες όταν συναντούν τους όμοιούς τους πεθαμένους και κουνούν ανασηκώνοντας το πόδι τους το μπροστινό πίσω μπρος» για να κλείσει το ποίημά του λέγοντας πως «κάποτε τους τελειώνει το / πένθος και ίσως παρά της θέλησή / τους επιλέγουν και προχωρούν», νεύοντας συγκαταβατικά στον Σάμουελ Μπέκετ, όταν ψελίζει «we can’t go on, let’s go on»,  «δεν μπορούμε να προχωρήσουμε, ας προχωρήσουμε, λοιπόν».

Διεκδικώντας το δικαίωμα να ονομάσει την τραγική αυτή διάσταση της ανθρώπινης κατάστασης, την κατάσταση που συμπεριλαμβάνει a priori τη φθορά, την ήττα και το τέλος, ο Καλοζώης αυτοεκπληρώνεται: η άρθρωση του λόγου γίνεται το όχημα με το οποίο υπερβαίνει το τέλος, καθώς, όπως γράφει σε κάποιο άλλο ποίημα «οι / ονομασίες των πραγμάτων [είναι] πιο σημαντικές από τα ίδια τα πράγματα». «Πόνος που δεν μπορεί να ειπωθεί /πώς μπορεί να πάψει» ερωτά και μαστορεύει με περισσή δοτικότητα τα ποιήματά του. Μέσα από την ψύχραιμη όσο και σπαρακτική  αποδοχή της ανθρώπινης φύσης, όπως αντανακλάται στον στίχο «ο άνθρωπος έχει το πιο αβυσσαλεό άπατο κενό», μέσα από την αγωνιώδη προσπάθειά του να ακούσει το φίδι, καταφέρνει εν τέλει να καταστήσει τον ποιητικό του λόγο παυσίπονο, να διεκδικήσει για όλους μας αυτό που εύχεται σε ένα από τα ποιήματά του: την επιστροφή «στον τόπο όπου γεννιόμαστε μωρά / αλλά καθώς μεγαλώνουμε / μεταναστεύουμε / (και ξεχνάμε πια πόθεν ερχόμαστε)». Aκριβώς επειδή παραμένει εντελώς ανενδοίαστος στην πρόκληση της άρθωσης του τέλους και της ήττας, όπως τα μωρά. Προφέρει θάνατος, προφέρει, μύξα, σκουλήκια, χλωμοί, χάπια πολλών χρωμάτων, χωρίς να μας αφήνει ούτε στιγμή να χάνουμε την αίσθηση της αγνότητας, της αθωότητας που διατηρεί η φωνή του.

Η ποίηση του Καλοζώη αντλεί τη δύναμή της από την υπέρβαση της ανάγκης για δύναμη. Είναι ισχυρή, ακριβώς επειδή απεκδύεται την ανάγκη για ισχύ:

όχι κάστρα, όχι πύργους […]οι πρίγκιπες οι αρχοντοπούλες παραμυθιάζουν τους πολιτισμένα ανίδεους / ο άνθρωπος είναι το ζωύφιο / που ποθεί τα μεγάλα φτερά / το ποντίκι το τυφλό που ποθεί / την όραση και δεν του φτάνει / που δε βλέπει ποθεί και την / ενόραση

Όχι με κάστρα και πύργους, λοιπόν, με καμια πέτρινη, πήλινη, ή χάλκινη διαμεσολάβηση, ο καλοζωικός λόγος λειτουργεί κατευθείαν στον σφυγμό, αξιοποιώντας το ίδιο το αίμα, τίποτε ενδιάμεσο. Γραφει: «Μου έφεραν παλέτες να δω / για να διαλέξω χρώματα / προτίμησα το βαθυκόκκινο / γιατί είναι το χρώμα του  / ανθρώπου  που αιμορραγεί».

cf86cf89cf84cebf1Στον αντίποδα των ανυπόφορων υποσχέσεων της εξουσίας, και της όποιας βασιλείας των ουρανών, επιλέγει να μιλά για τη μέρα που «η γη είχε σταματήσει για λόγους / δικούς της να περιστρέφεται». Επιλέγει να μιλά για εκείνη τη μέρα που «όλες οι αεροπορικές εταιρείες / είχαν πτωχεύσει / [για τη μέρα που] τα ταξίδια δεν ήταν πια της / μόδας ούτε τα ύψη κι η / θωριά του αετού που εστιάζει / στην τροφή με τα τέσσερα πόδια». Παραδέχεται πως βγαίνοντας από το λατομείο «επιστρέφουμε στο φως της επιφάνειας / άπρακτοι γιατί το ορυκτό είναι λίγο / ο κόσμος είναι λίγος η αγάπη είναι / λίγη και η υπομονή». Αποδεσμεύεται από την έγνοια κάθε είδους επικράτησης, την έγνοια του ύψους, της κορυφής, των επιτευγμάτων. Με τους λογής λογής παρεβρισκομένους στα ποιήματά του, τους ζωντανούς και τους νεκρούς, τους οικείους, τους χλωμούς, τους καθημερινούς και τους παράξενους, ο ποιητής τάσσεται στην πολλαπλότητα, στην ετερότητα, συμπεριλαμβάνει, δέχεται. Αν βρίσκει χώρο στους στίχους του για μια τέτοια αξιομνημόνευτη πληθώρα προσκεκλημένων, δεν είναι τόσο γιατί έχει ως σκοπό τη φαντασμαγορία, μα γιατί αυτός ο δρόμος, αυτή η ατελείωτη κιβωτός που γίνονται τα ποιήματά του, φτάνει τελικά για να φιλοξενήσει και τα πιο ειδεχθή έντομα. Αυτή η θεόρατη κιβωτός φτάνει για να γίνει αισθητή ως μια θεόρατη, μια ασύλληπτα ευρύχωρη καρδιά, που πασχίζει να παρηγορήσει τον άνθρωπο:

εσένα θεωρώ άξιο της ύπαρξης
εσένα που κάνεις χειραψίες με βιαστικούς σκελετούς
φιλάς τα μάγουλα σκελετών
σχεδιάζεις δημιουργείς φαντάζεσαι
τις χίμαιρες και δεν σταματάς
επειδή αυτό σου δόθηκε και ξέρεις
πως και στις κατσαρίδες δόθηκε κάτι
και στα άλλα ζωύφια και στα πιο
ειδεχθή έντομα δόθηκε κάτι

Θα μπορούσα να θέσω εκατοντάδες φορές το ερώτημα: ποιο είναι το αίτημα του ποιητή που επισκέπτεται για άλλη μια φορά τον πληθωρικό τούτο κόσμο, που χτίζει ξανά και ξανά τον περίτεχνο κόσμο της σιωπηλά αιωρούμενης αφθονίας; Ποιο είναι, λοιπόν, το αίτημά του, τώρα που ο ουρανός φαίνεται μέρα με τη μέρα να μαυρίζει, και η γη να τρέμει κάτω από τα πόδια μας, από τις βόμβες που πέφτουν μερικές εκατοντάδες μόλις χιλιόμετρα μακριά από ’δώ;  Παραθέτω πολλαπλούς στίχους του, μέσα στους οποίους ο Καλοζώης διδάσκει, με τον πέρα για πέρα αντιδιδακτικό του τόνο, τι είναι ο πόλεμος, τι είναι τα όπλα, τι ο νικητής και τι ο ηττημένος, δίνοντάς μας απλόχερα εργαλεία για να ξαναδιαβάσουμε τον κόσμο. Για να κλάψουμε, ή να ξαναγαπήσουμε αυτό τον κόσμο:

η ζωή είναι γεμάτη
πολέμους μικρούς μεγάλους ή μέτριους
[…] όλα που τελειώνουν είναι
καμωμένα για να ξεκινούν
έβγαινα τότε οπλισμένος μ᾽όλα
τα δυστυχισμένα όπλα του πολιτισμού
ορθός λόγος διαφωτισμός αναλυτική
φιλοσοφία Τρακτάτους και μια
άλγεβρα καλό ακονιστήρι του νου
από μακριά έτρεχε περισσότερο κι
από άλογο το παρδαλό φίδι με
τα πανέμορφα μοτίβα στη ράχη του
τις θλιβερές γεωμετρίες και το κεφάλι
νικημένου ανθρώπου

και

ερχόταν το φίδι με τα χειρότερα πάνω
του αφωνία αλαλία σιωπή αυτού
που έχει νικήσει
και τώρα δεν έχει να πει
τίποτα και ξεκουράζεται έχοντας
υποτάξει ανθρώπους πεδιάδες πόλεις
χωριά κι έχει γίνει όλα αυτά αλλά
παρ᾽ όλα αυτά
κάτι του λείπει και το γυρεύει και το
κυνηγά είναι οι λέξεις που σημαίνουν κάτι
όταν δεν λέγονται; είναι τα ρούχα που
σημαίνουν κάτι όταν δε φοριούνται;
υπάρχει ένα νόημα που μένει να ανακαλυφθεί;

Στην αντίπερα όχθη των λογής λογής εξουσιών που μας περιβάλλουν, ο Καλοζώης γίνεται ο ελευθερωτής, όχι γιατί βρίσκει τον τρόπο να αποφύγει την ήττα που τόσο περίτεχνα ετοιμάζουν οι εχθροί για μας (ποιοι εχθροί αλήθεια; τα ζιζάνια, τα βλαπτικά έντομα, οι ξένοι περαστικοί ανεμοστρόβιλοι, οι αρρώστιες –  καρκίνοι, καρδιοπάθειες κι εγκεφαλικά, η λεπρώδης μας φύση, ο χρόνος;) Ο Καλοζώης γίνεται ο ελευθερωτής γιατί διεκδικεί και κερδίζει για τον εαυτό του το δικαίωμα να μιλήσει με νόημα για την ήττα –  μα ακόμα πιο πολύ: να περάσει από μέσα της και να παραμείνει ακέραιος  και δροσερός, διακηρύσσοντας πως «κάποτε είναι ωραίες οι / ήττες κι αυτό το ξέρουν οι / πλωτοί ποταμοί οι λίμνες τα δάση / οι στρατοί που τώρα μόλις / εξοπλίζονται ότι / αρκεί να ανήκεις σε είδος σε ένα / γένος κι η πλαστικότητα των / μορίων θα σου δώσει ξανά / συνοχή».

Τόσο βαθιά ανάγκη έχει ο ποιητής την απομάκρυνση από τα χνάρια της εξουσίας, που ακόμη και η ίδια η ποίησή του αυτοϋπονομεύεται, αποποιούμενη εντελώς οποιαδήποτε μέσα θα μπορούσαν να την καταστήσουν ένα λόγο ισχύος, ακόμη και ποιητικής ισχύος. Εξηγούμαι αμέσως: παρατηρώντας τα ποιητικά εργαλεία του Καλοζώη, είναι φανερό πως έχουμε να κάνουμε με μια ποίηση πεζολογική, έναν λογοτεχνικό τρόπο που βρίσκεται, θα έλεγε κανείς, στο χαντάκι που υπάρχει ανάμεσα στην αφήγηση και την ποίηση. Χωρίς κανένα λουστράρισμα των υλικών του, χωρίς κανένα άγχος στην επιλογή των λέξεων ή στη σειρά που αυτές βρίσκουν μέσα στην πρόταση ή στον στίχο. Με λέξεις και φράσεις παραταγμένες έτσι που φαίνεται να αντανακλούν την έγνοια που και σ᾽ ένα από τα ποιήματά του πασχίζει να εξηγήσει: «παρήγγειλα φθόνο και μίσος / ζήτησα φυλακές κι απομονώσεις / για να μην πει κανείς ότι  / ωραιοποίησα τα πράγματα».  Ο Καλοζώης μαστορεύει την ποίησή του όχι καλλωπίζοντας, «να μην πει κανείς ότι ωραιοποίησ[ε] τα πράγματα» μα απαλλάσσοντάς την αν είναι δυνατόν από κάθε είδους επιτήδευση. «Γελώ με όσους θέλουν να ξεγίνουν / από αυτό που είναι» γράφει σε ένα άλλο ποίημά του και φαίνεται πως ίδια κι απαράλλαχτη είναι η μεριμνά του και σε κάθε στίχο που μας αφήνει: σε κάθε εντυπωσιακά ανεπιτήδευτο στίχο που μας αφήνει. Τι μένει τελικά; μια ποίηση, τόσο γυμνή, που αν διακηρύσσει κάτι είναι η ταπεινότητα με την οποία ο ομιλών φαίνεται να συγκατανεύει ενεργητικά στην ατελή γυμνή του φύση. Μια ποίηση που δικαιώνεται σθεναρά ως τέτοια, μέσα από τον αμείλικτο τρόπο με τον οποίο επινοεί το γλωσσικό της σύμπαν έτσι που η γυμνότητα της ποιητικής να αντανακλά με εντυπωσιακή πιστότητα τη γυμνότητα του κόσμου που προβάλλει. Μου είναι σχεδόν αδύνατον να μην θυμηθώ και να μην παραπέμψω εδώ στο ερώτημα που θέτει ο ίδιος ο ποιητής σε ένα άλλο βιβλίο του, παρουσιάζοντάς το μάλιστα ως το μόνο νόημα που μπορεί να συζητήσει ή να σκεφτεί:  «προλαβαίνουμε να γυμνωθούμε απέναντι στη γύμνια;»

Προσπαθώ τώρα να συνοψίσω τούτες όλες τις ιδέες και τις σκέψεις, γύρω από την ποίηση του Καλοζώη, γραμμένες ομολογώ στο διάστημα μερικών εβδομάδων μετά από αλλεπάλληλες αναγνώσεις: τι διακρίνω αν μισοκλείσω τα μάτια, όπως έκανα παλιά για να ολοκληρώσω μια νεκρή φύση, ως μαθήτρια ζωγραφικής; Τι είναι η φλόγα αυτή που τρεμοπαίζει, πίσω από τις λίμνες, τα δάση με τα εξωτικά πουλιά, τα ζωύφια, και τα ανθρωποπούλια, το πολύχρωμο σύμπαν, το τόσο πυκνοκατοικημένο, μα και σινάμα, απόκοσμο, γυμνό, ανεπιτήδευτο; Τι είναι, αν όχι ο κήπος των επιθυμιών, ή, καλύτερα, ο κήπος της επιθυμίας –  της μίας κεντρικής επιθυμίας, που κάνει τον ποιητή να γράφει, και να χτίζει κόσμους ολόκληρους σαν ένας αληθινός ποιητής των πάντων, πανταχού παρών και τα πάντα πληρών; Είναι ο κήπος της επιθυμίας, που γεννά τη λέξη, και το νόημα μέσα στη λέξη. Της ίδιας φλογερής επιθυμίας που έκανε τον πρώτο άνθρωπο να μιλήσει. Της επιθυμίας που κάνει τον ποιητή να μιλά τόσο δραστικά που κατορθώνει πρώτα να αντιμάχεται κι έπειτα να ανανεώνει το νόημα μέσα στη λέξη. Είναι ο κήπος της επιθυμίας που φωτίζει την πλαστικότητα των μορίων της λέξης μεταγγίζοντάς μας ένα νόημα, ακόμη κι όταν αισθανόμαστε τη γη να τρέμει κάτω απ´τα πόδια μας, μέχρι να βρούμε κι εμείς ξανά συνοχή.

Είναι ο κήπος της επιθυμίας που μας επιτρέπει όσο κι αν είμαστε απαρηγόρητοι να συνεχίζουμε τον δρόμο, που μας επιτρέπει ν᾽ακούμε την προσευχή: «το τίποτα που θα᾽ρθει δεν μπορεί να […] μας κατηγορήσει για τίποτα».

ΣΤΕΛΛΑ ΒΟΣΚΑΡΙΔΟΥ-ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ