Οι παλιοί δάσκαλοι

2019-10-30-37258-befunky-project-1

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Πολλά από τα τεχνικά στοιχεία που παίζουν καθοριστικό δομικό ρόλο στις σύγχρονες αφηγήσεις μας είτε μιλάμε για τη λειτουργία τους στο μυθιστόρημα είτε στο θεατρικό κείμενο είτε στο σενάριο, υπάρχουν εν σπέρματι σε έργα του απώτερου ή και του πιο πρόσφατου παρελθόντος. Με την εδραίωση του μυθιστορήματος ως αφηγηματικού είδους, από τον 17ο αιώνα και μετά τα εν λόγω στοιχεία γίνονται εργαλεία εκ των ων ουκ άνευ για την κατασκευή του κειμένου. Οι καλοί μάστορες του λόγου ξέρουν να τα χειρίζονται και να τα προσαρμόζουν στα γραπτά τους εκουσίως ή και ακουσίως.

Μια τέτοια περίπτωση είναι βεβαίως αυτή του Τόμας Χάρντι. Ο βικτωριανός συγγραφέας εμφανίζεται στο λογοτεχνικό προσκήνιο μια εποχή που το βρετανικό μυθιστόρημα βρίσκεται στις δόξες του. Τρόλοπ, Ντίκενς, Σέλλευ, Τζωρτζ Έλλιοτ, Γουίλκι Κόλινς, αδελφές Μπροντέ και τόσοι άλλοι παραδίδουν τα χορταστικά, πολυσέλιδα μυθιστορήματά τους, πολλά από τα οποία γράφονται αποσπασματικά και δημοσιεύονται σε συνέχειες σε περιοδικά και εφημερίδες. Το κοινό καταναλώνει με βουλιμία τις ιστορίες τους. Οι συστροφές της πλοκής προκαλούν αναγνωστικό παραλήρημα. Τα παθήματα των ηρώων ερεθίζουν την ενσυναίσθηση.  Λόγω της αποσπασματικής δημοσίευσης σχεδόν κάθε κεφάλαιο τελειώνει με πολύ ισχυρό cliffhanger. Με ένα ερώτημα δηλαδή να αιωρείται, με το σασπένς σε εκκρεμότητα, με τη μοίρα των ηρώων σε αμφίβολη κατάσταση. Οι αναγνώστες πρέπει να συνεχίσουν πάση θυσία το διάβασμα. Τα σύγχρονα σήριαλ χρωστάνε πολλά σε αυτή την τεχνική.

Το μυθιστόρημα του Χάρντι, Ο Δήμαρχος του Κάστερμπριτζ, η ζωή και ο θάνατος ενός ανθρώπου με χαρακτήρα (μτφρ. Τόνια Κοβαλένκο, εκδόσεις Gutenberg) δεν ξεφεύγει από τον κανόνα. Τα σύντομα κεφάλαιά του τελειώνουν κατά κανόνα με τρόπο που σε κάνουν να θες να συνεχίσεις την ανάγνωση. Άλλο ένα βικτωριανό page turner λοπόν. Όμως στη φαρέτρα του Χάρντι κρύβονται και άλλα όπλα.

Σε αντίθεση με την πυραμίδα του Freytag (παλιό μοντέλο αφηγηματικής και δραματουργικής ανάπτυξης, σύμφωνα με το οποίο η καμπή της πλοκής αρχικά ανεβαίνει, φτάνει σε κορύφωση στο μέσο της ιστορίας και στη συνέχεια παίρνει την κατιούσα), στον Δήμαρχο του Κάστερμπριτζ η πλοκή έχει τη μορφή γραμμής που, χωρίς ιδιαίτερα σκαμπανεβάσματα, πάει μόνο προς τα κάτω (με εξαίρεση τα πρώτα κεφάλαια που λειτουργούν εν είδει προλόγου της ιστορίας). Μοιάζει δηλαδή με έναν κατήφορο, η κλίση του οποίου γίνεται, όσο γυρνάμε τις σελίδες, όλο και πιο ολισθηρή, όλο και πιο απότομη για τον κεντρικό ήρωα και κατά συνέπεια για την ίδια την ιστορία. Η κατάρρευση είναι ολοκληρωτική και εκφράζεται ποικιλοτρόπως: ως ηθική εξαθλίωση, ως συναισθηματική απογύμνωση, ως ψυχολογική απίσχνανση αλλά και ως σωματική κατάπτωση.

Τα υπόλοιπα πρόσωπα του μυθιστορήματος δεν μένουν ανεπηρέαστα από τη γενική ροπή. Οι ήρωες έχουν όλοι τραύματα, παλιές πληγές που κακοφορμίζουν. Σχεδόν όλοι τους φυλάνε μυστικά. Σε κάθε διάλογο προσπαθούν να τα κρατήσουν θαμμένα. Είναι μυστικά που πονάνε, που πληγώνουν, που εκθέτουν όποιον τα φανερώσει. Τα πρόσωπα λοιπόν επιχειρούν να κρύψουν αυτά που πραγματικά σκέφτονται και όσα πραγματικά αισθάνονται πίσω από την ευπρέπεια των λόγων τους και κάτω από την ουδετερότητα των πράξεών τους. Μιλάνε για να κρυφτούν. Για αυτό μιλάνε πολύ. Είναι οφθαλομοφανής μια κατάχρηση που γίνεται από τον συγγραφέα όσον αφορά τον συγκεκριμένο αφηγηματικό τρόπο. Ωστόσο στους διαλόγους του ο Χάρντι φαίνεται να ακολουθεί εκείνη την παλιά καλή συμβουλή: χρησιμοποίησε τον διάλογο όχι για την επικοινωνία των προσώπων αλλά για να  καταδείξεις την έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ τους. Και πράγματι οι χαρακτήρες του Χάρντι, προσκολλημένοι στην κρυφή συναισθηματική τους ατζέντα δεν βρίσκουν εύκολα σημείο τομής με τους άλλους.

Τα πρόσωπα μοιάζουν ανεβασμένα σε τραμπάλες. Ανεβοκατεβαινουν ανάλογα με το συναισθηματικό βαρόμετρο.  Όταν κάποιος αφηγηματικός χαρακτήρας επιθυμεί, στέργει, λαχταρά, θέλει κάποιον άλλο, εκείνος ο άλλος τον αποστρέφεται και τούμπαλιν. Κάτι τέτοιο όμως δεν γίνεται με τον χαριτωμένο τρόπο που συμβαίνει συχνά στις κωμωδίες του Σαίξπηρ ή του Μαριβώ. Εδώ οι ερωτικές παρεξηγήσεις έχουν δραματικό βάρος. Γίνονται προέκταση του ψυχικού ελείμματος των χαρακτήρων. Έκφραση της ψυχοπαθολογίας τους. Όπως παρατηρείται συχνά στο βικτωριανό μυθιστόρημα η επιθυμία κατατρώει τα σωθικά των ηρώων. Αλλά η επιθυμία γενικότερα είναι η καύσιμη ύλη του μυθιστορήματος. Ακόμα και σήμερα αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους αφηγηματικούς μηχανισμούς που οδηγούν την εξέλιξη της ιστορίας και θέτουν σε κίνηση το δραματουργικό ντόμινο των πραγμάτων.

Οι άνθρωποι στον Χάρντι λειτουργούν συναισθηματικά σαν μαγνήτες. Άλλοτε έλκονται και άλλοτε απωθούνται από τον άλλο. Χωρίς φαινομενικά ιδιαίτερο λόγο. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτό προκύπτει σαν φυσικό επακόλουθο της μετατόπισης των ηλεκτρομαγνητικών τους πόλων. Τέτοιοι επαμφοτερισμοί οδηγούν σε ανατροπές, σε αναπάντεχες αλλαγές της πλοκής και σε απότομη μεταβολή της θερμοκρασίας κάθε σκηνής. Σε στοιχεία δηλαδή που ενδυναμώνουν και επιτείνουν ακόμα περισσότερο το σασπένς.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό εργαλείο που στα χέρια του Χάρντι αποδεικνύεται πολύ πρόσφορο και παραγωγικό από αφηγηματική άποψη είναι η περιγραφή. Στη σύγχρονη μυθοπλασία έχουμε μια επίκτητη συστολή απέναντι σε αυτόν τον αφηγηματικό τρόπο. Σχεδόν τον φοβόμαστε. Οι εικόνες που μας κατακλύζουν από παντού μας έχουν δημιουργήσει ένα κόμπλεξ κατωτερότητας απέναντί του. Δεν περιγράφουμε. Και όταν το κάνουμε, προσπαθούμε να ξεμπερδεύουμε γρηγορα.

Οι περιγραφές όμως στον Χάρντι δεν αποτελούν μια στατική απεικόνιση ή απλή παράθεση τοπογραφικών λεπτομερειών. Έχουν δεσπόζοντα ρόλο στη ίδια τη ρυθμολογία της αφήγησης. Η  τεχνική που χρησιμοποιεί με μεγάλη ονολογουμένως δεξιοτεχνία ο συγγραφέας είναι τα αλλεπάλληλα zoom in και zoom out. Ο φακός του μας πηγαίνει χωρίς ενδιάμεσους σταθμούς από γενικά πλάνα σε πολύ κοντινά. Και φωτίζει λεπτομέρειες της εικόνας που δεν φαίνονται δια γυμνού οφθαλμού. Από τη μακροσκοπική κλίμακα μεταφερόμαστε σε χρόνο dt στη μικροσκοπική, συχνά με τρόπο εναλλασσόμενο. Σαν να ανοιγοκλείνει περιοδικά η βεντάλια της εστίασης. Με μια υπόρρητη πρόθεση δηλαδή να δημιουργηθεί μοτίβο και συνεπώς ρυθμός.

Ιδού ένα παράδειγμα:

Πιο κάτω ξανοίγονταν κάμποι, ενώ προς τα πάνω υψώνονταν άλλες λοφοπλαγιές, διάστικτες από αναχώματα κι αυλακωμένες από τ’ απομεινάρια προϊστορικών οχυρών. Όλος ο τόπος λουζόταν κάτω από τις αχτίδες ενός ήλιου που, έχοντας μόλις ανατείλει, δεν είχε προλάβει να στεγνώσει ούτε ένα φυλλαράκι της νοτισμένης χλόης, ενώ οι στεφάνες από τους τροχούς των αμαξών είχαν χαράξει το έδαφος με κίτρινες και κόκκινες γραμμές, σαν τροχιές κομητών. Όλοι οι τσιγγάνοι και οι θεατρίνοι που είχαν παραμείνει τριγύρω κοιμούνταν στα αντίσκηνα και τις άμαξές τους ή είχαν κουκουλωθεί με τις λινάτσες των αλόγων, βουβοί και ακίνητοι σαν νεκροί, με εξαίρεση κανένα περιστασιακό ροχαλητό που πρόδιδε την παρουσία τους. (σελ. 69)

Άλλες φορές από το βάθρο της σχολιαστικής παντογνωσίας (editorial omniscience) σύμφωνα με την κατάταξη του Friedman (κατά την οποία η οπτική γωνία του συγγραφέα είναι απεριόριστη αλλά οι παρεμβολές και οι γενικεύσεις του για τη ζωή και τα ήθη είναι αρκετά συχνές. Ισχύει και σε περιπτώσεις του Τολστόι, της Τζέην Ώστεν κ.α.) ο Χάρντι προβαίνει σε διεισδυτικές και πρωτότυπες παρατηρήσεις που δίνουν άλλη χροιά και νόημα στην ίδια την περιγραφή. Βάζει λοιπόν τον κεντρικό του ήρωα να παρατηρεί τη θετή κόρη του την ώρα που εκείνη κοιμάται και παραθέτει τις κάτωθι σκέψεις:

Μέσα στον ύπνο αναδύονται θαμμένα γενεολογικά δεδομένα, προγονικές καμπύλες, χαρακτηριστικά νεκρών προσώπων, που η κινητικότητα των πρωινών εκφράσεων συγκαλύπτει και εξαφανίζει. (σ. 227)

Έχει πολύ ενδιαφέρον πώς επηρεάζεται και αλλάζει η κατανομή του προσώπου ανάλογα με την κατάσταση που βρίσκεται εκείνος που το παρατηρεί. Η ψυχοσυναισθηματική φάση των υποκειμένων επηρεάζει τον τρόπο που βλέπουν τα πράγματα.

Σε άλλο σημείο βλέπουμε την υποβλητική επίδραση του ήχου μέσα από την περιγραφή. Η περιγραφή γίνεται, με πολύ λίγες λέξεις, απόκοσμο ηχοτοπίο. Κάτι τέτοιο συμβαίνει όταν μια από τις ηρωίδες του έργου κρυφακούει τον πρώην εραστή της να διαβάζει φωναχτά τα παλιά της γράμματα στον νυν άντρα της:

Οι δικές τις λέξεις, ειπωμένες με τη φωνή του Χέντσαρντ, τη χαιρέτιζαν  σαν φαντάσματα από τον τάφο. (σελ. 407)

Γενικότερα ο Χάρντι δεν ξεχνάει ότι όταν περιγράφει κάτι απευθύνεται λίγο πολύ σε όλες τις αισθήσεις του αναγνώστη και όχι μόνο στην όραση. Ενορχηστρώνει έτσι μια αναγνωστική εμπειρία που είναι πλήρης, χορταστική, πολυσχιδής και πολύτροπη.

Προς το τέλος του μυθιστορήματος φτάνουμε σε μια κλασική φάση κλιμάκωσης, η οποία προετοιμαζόταν λίγο πολύ από την αρχή του έργου. Μόνο που εδώ έχουμε το τρυκ της διπλής κλιμάκωσης. Ο υδράργυρος ανεβαίνει κατακόρυφα στην κυριολεκτικά σώμα με σώμα μάχη του πρωταγωνιστή με τον ανταγωνιστή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση βέβαια ο πρωταγωνιστής, Χέντσαρντ είναι ο “κακός” και ο ανταγωνιστής, Φάρφρι, ο “καλός”, αλλά όπως έχουμε δει σε πλείστες όσες περιπτώσεις τα αφηγηματικά μοτίβα είχαν/έχουν πάντα αξιοσημείωτη ελαστικότητα και ήταν/είναι πρόσφορα για ανατροπή των στερεοτύπων. Με τη λύση αυτής της πρώτης κλιμάκωσης, περνάμε σχεδόν αμέσως στη δεύτερη: τη δημόσια διαπόμπευση της γυναίκας του Φάρφρι. Άλλο ένα μοτίβο με χαρακτηριστική διακειμενική παρουσία (το έχουμε δει ακόμα και σε ταινίες και σήριαλ, όπως στη Μαλένα ή στο Game of Thrones με τον περίφημο διασυρμό της Σέρσεϊ).

Μετά το peak η κειμενική εντροπία οδηγείται, ως συνήθως σε κατάσταση ισορροπίας. Ο Χάρντι αφιερώνει 70 περίπου σελίδες προς την κατάσβεση του δράματος. Η ένταση σιγά σιγά αποσοβείται. Ο αναγνώστης ηρεμεί. Η δράση αραιώνει. Ο ρυθμός ομαλοποιείται. Βρικόμαστε σε μια περιοχή του κειμένου που όχι άδικα ονομάζεται λύση (resolution). Όλο το γαϊτανάκι των σχέσεων, των δράσεων, η βασική πλοκή και όλες οι υποπλοκές του έργου οδεύουν προς ένα οριστικό κλείσιμο. Στο resolution φαίνεται πολλές φορές η “σοφία του έργου”. Δεν μιλάμε φυσικά για ηθικό δίδαγμα ή τίποτα παρόμοιο. Αλλά το ίδιο το έργο ως μηχανή παραγωγής πολυσήμαντων νοημάτων οδηγεί φυσιολογικά σε κάποια συμπεράσματα. Στο εν λόγω σημείο του μυθιστορήματος βλέπουμε τον κεντρικό ήρωα, τον Χέντσαρντ, σαν κακέκτυπο του εαυτού του να περιφέρεται στις παρυφές της πόλης και της περιοχής που κάποτε διαφέντευε. Το τέλος του ήρωα είναι προδιαγεγραμμένο. Και ενώ μέχρι τώρα οι αντιφάσεις του, οι σκληρές όψεις του χαρακτήρα του και οι λανθασμένες επιλογές του, ωθούν τον αναγνώστη να διάκειται εχθρικά ή έστω με περισυλλογή απέναντί του, η σπίθα του empathy ανάβει και πάλι. Και τον ανεβάζει στο βάθρο του τραγικού ήρωα. Του συμβόλου δηλαδή. Του ήρωα που αποκαθαίρεται μέσα από την ίδια την ιστορία του.

Αν και τούτο το σημείωμα δεν έχει κριτικές προθέσεις ή αξιώσεις (άλλωστε εξετάζει απλώς τη λειτουργία κάποιων δομών στο μυθιστόρημα του Χάρντι, και αυτό με τρόπο αναγκαστικά επιφανειακό λόγω χώρου), θα ήταν άδικο να μην σταθούμε στη συμβολή της μεταφράστριας Τόνια Κοβαλένκο στο τελικό αποτέλεσμα. Όταν ο μεταφραστής πέρα από χαλκέντερος εργάτης του λόγου, χειρώνακτας στην ουσία, τυγχάνει να είναι και ποιητής το αποτέλεσμα που προκύπτει είναι τουλάχιστον εντυπωσιακό. Η Τόνια Κοβαλένκο με εμπειρία, αλλά και με ταπεινότητα απέναντι στο υλικό που καλείται να τιθασεύσει, μας δίνει ένα κείμενο χυμώδες, ρέον, πολύχρωμο, τονίζοντας τις ψυχολογικές αποχρώσεις των ηρώων και τους ρυθμικούς κυμματισμούς των περιγραφών.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ