«Η Παρθένος σήμερον…» και ο δεκαπεντασύλλαβος

xristou-genna2

«Ἡ Παρθένος σήμερον…» καί ὁ δεκαπεντασύλλαβος[i]

του ΧΡΙΣΤΟΥ ΔΑΛΚΟΥ

Ὁ Κωνσταντῖνος Σάθας, ἀναφερόμενος στήν καταλυτική ἐπίδραση τῆς Θάλειας τοῦ αἱρεσιάρχη Ἀρείου πάνω στήν χριστιανική λειτουργία, σημείωνε: «… ἐκ τῶν παρ᾿ Ἀθανασίῳ ὅμως διασωθέντων ἠκρωτηριασμένων τῆς Θαλείας λειψάνων δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ὅτι ὁ ῥυθμὸς τῆς Ἀρειανῆς λειτουργίας ἐστερεῖτο οἱουδήποτε γνωστοῦ ποιητικοῦ μέτρου, ἑπομένως ὅτι αὕτη ἦν πεζὸν σύγγραμμα ὡς ἡ ἡμετέρα Ὀκτώηχος καὶ τὰ ἄλλα λειτουργικὰ βιβλία, ἐκτὸς ἄν ποτε ἀνακαλυφθῇ ὑπολανθάνον τι μέτρον καὶ ἐν τῇ ρυθμικῇ ταύτῃ πεζολογίᾳ» (Κωνσταντῖνος Σάθας, Ἱστορικὸν δοκίμιον περὶ τοῦ θεάτρου καὶ τῆς μουσικῆς τῶν Βυζαντινῶν, ἤτοι εἰσαγωγὴ εἰς τὸ Κρητικὸν θέατρον, ἐν Βενετίᾳ, 1878, σ. σδ΄).

Καί ὅτι ἡ «ρυθμικὴ πεζολογία» ἀποτελεῖ βασικό χαρακτηριστικό τῶν βυζαντινῶν ἐκκλησιαστικῶν ὕμνων, ἐξαιρουμένων βεβαίως τῶν ἰαμβικῶν κανόνων πού μιμοῦνται τά ἀρχαῖα προσωδιακά μέτρα, δέν μπορεῖ γενικῶς νά ἀμφισβητηθῇ.

Ὑπάρχουν, ἐν τούτοις περιπτώσεις, ὅπου ὑπό τήν ἐπιφάνεια τοῦ καταλογάδην καταγεγραμμένου κειμένου κάνουν τήν ἐμφάνισή τους τονικά μέτρα, μεταξύ τῶν ὁποίων ἐξέχουσα θέση κατέχει ὁ ἰαμβικός δεκαπεντασύλλαβος.

Ὁ Γρηγόριος Θ. Στάθης, στόν ὁποῖο ὀφείλουμε τό θεμελιῶδες γιά τήν 15σύλλαβη ὑμνογραφία ἔργο Ἡ Δεκαπεντασύλλαβος Ὑμνογραφία ἐν τῇ Βυζαντινῇ Μελοποιίᾳ (ἔκδ. Ἱδρύματος Βυζαντινῆς Μουσικολογίας – Μελέται 1), Ἀθῆναι 1977, ἐπισημαίνει:

«Δεκαπεντασύλλαβοι ὕμνοι σὲ χρήση εἶναι μόνο τὰ ἕνδεκα δεσποτικὰ καὶ ἕνδεκα θεοτοκία ἐξαποστειλάρια καὶ ὅλα τὰ προσόμοια πρὸς τὸ πρῶτο ἀπ᾿ αὐτά, δηλαδή, “Τοῖς μαθηταῖς συνέλθωμεν ἐν ὄρει Γαλιλαίας”, καθὼς ἐπίσης τὰ δυὸ πεντηκοστάρια τῆς μεγάλης Τεσσαρακοστῆς “Τῆς μετανοίας ἄνοιξόν μοι πύλας, Ζωοδότα” καὶ “Τῆς σωτηρίας εὔθυνόν μοι τρίβους, Θεοτόκε”». (Γρ. Στάθη, Μορφολογία καὶ ἔκφραση τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς, σ. 40, σημ. 24).

Ἡ πιό χαρακτηριστική καί διδακτική περίπτωση εἶναι βεβαίως αὐτή τῶν ἕντεκα ἑωθινῶν δεσποτικῶν ἐξαποστειλαρίων πού ἀποδίδονται στόν Κωνσταντῖνο Ζ΄ τόν Πορφυρογέννητο, καί ἑπομένως τοποθετοῦνται μέ ἀσφάλεια στό πρῶτο ἥμισυ τοῦ 10ου αἰῶνος.

Ἀρκεῖ μιά ματιά στά ἑξάστιχα αὐτά ἕντεκα ἐξαποστειλάρια γιά νά διαπιστώσῃ κανείς ὅτι, παρ᾿ ὅλο πού ἡ συλλαβική ἰσομετρία τηρεῖται, ἡ τονική ἀντιστοιχία, ἀντίθετα μέ ὅ,τι συμβαίνει στό δημοτικό τραγούδι, συχνά παραβιάζεται, σέ ὡρισμένες περιπτώσεις βάναυσα. Σταχυολογοῦμε ἐνδεικτικά:

Μύστης/ Χριστοῦ/ ὃν ἠ/ γάπα,// ἔτρε/ χον δὲ/ οἱ δύ/ο (Ζ΄ ἐξαποστειλάριο)
Καὶ Θω/ μᾶν εἶ/ χε πρὸς/ ἄγραν,// οἳ Χρι/ στοῦ τῇ/ προστά/ ξει (Ι΄ ἐξαποστειλάριο)
προβά/ λλεται/ ποιμε/ νάρχην,// ὃς ἰ/ δὼν ὃν/ ἠγά/ πα (ΙΑ΄ ἐξαποστειλάριο)

Παραβίαση τῆς μετρικῆς ὁμαλότητας ἐντοπίζεται καί στήν τοποθέτηση μερικές φορές τῆς τομῆς ἀντί τοῦ τέλους τῶν λέξεων στό ἐνδιάμεσό τους:

καὶ κε / φαλῆς/ ἦν δὲ/ τὸ σου// δάρι/ ον χω/ ρὶς τού/ των (Ζ΄ ἐξαποστειλάριο)
τὴν σὴν/ πλευρὰν/ τῷ Θω/ μᾷ ὑ// πέδει/ ξας καὶ/ τὰς χεῖ/ ρας (Θ΄ ἐξαποστειλάριο)

Ἡ ἴδια κατάσταση ἐπικρατεῖ καί στά ἀντίστοιχα ἕντεκα Θεοτοκία:

φῶς οἰ/ κτιρμῶν/ τῶν σῶν/ ἐξα// πόστει/ λον τοῦ/ βοᾶν/ σοι (Δ΄ Θεοτοκίο)
καὶ τὴν/ ἡμῶν/ φύσιν/ ἠλε// υθέρω/ σας τοῦ/ θανά/ του (Ζ΄ Θεοτοκίο)
σὺν τοῖς/ αὐτοῦ/ Μαθη/ ταῖς γε// ραίρου/ σα τοῦ/ τον ὕ/ μνεις (Θ΄ Θεοτοκίο)

Δεδομένων τῶν τονομετρικῶν αὐτῶν ἀποκλίσεων, κανονικά δέν πρέπει νά μᾶς κάνῃ ἐντύπωση πού οἱ εἰσαγωγικοί στίχοι τοῦ τρίτου προοιμίου τοῦ ὕμνου «Εἰς τὴν Ὑπαπαντὴν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» τοῦ Ρωμανοῦ τοῦ Μελωδοῦ μποροῦν νά διαβασθοῦν ὡς ἰαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι:

Ὁ μή/ τραν πα/ ρθενι/ κὴν ἁ// γιά/ σας τῷ/ τόκῳ/ σου
καὶ χεῖ/ ρας τοῦ/ Συμε/ ὼν εὐ// λογή/ σας ὡς/ ἔπρε/ πε,
προφθά/ σας καὶ/ νῦν ἔ/ σωσας// ἡμᾶς,/ Χριστὲ/ ὁ θε/ ός.

 Ἄλλωστε δέν εἶναι ἡ πρώτη φορά πού ἐντοπίζονται σποραδικοί δεκαπεντασύλλαβοι στίχοι στούς ὕμνους τοῦ Ρωμανοῦ. Ἐντελῶς ἐνδεικτικά ἀναφέρουμε τόν πρῶτο στίχο τῶν 18 οἴκων τοῦ κοντακίου «Εἰς τὰ ἅγια Φῶτα» (: Τῇ Γαλιλαίᾳ τῶν ἐθνῶν, τῇ τοῦ Ζαβουλὼν χώρᾳ…), τόν ἕβδομο στίχο τῶν 22 οἴκων τοῦ κοντακίου «Εἰς τὴν Σαμαρείτιδα» (: Σὺν τόκῳ γὰρ τὸ δάνειον παρ᾿ ἑκάστου λαμβάνει…) κ.λπ. (Γιά περισσότερα παραδείγματα, βλ. Γρ. Θ. Στάθη, Ἡ Δεκαπεντασύλλαβος Ὑμνογραφία ἐν τῇ Βυζαντινῇ Μελοποιίᾳ, σ. 36-43).

Ὁπότε εἶναι πιθανώτατο οἱ δύο εἰσαγωγικοί στίχοι τοῦ προοιμίου (πού ἔχει ἐπικρατήσει νά ὀνομάζεται «κοντάκιον») τοῦ ὕμνου «Τῆς Ἁγίας καὶ Πανσέπτου Γεννήσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ», τοῦ πασίγνωστου «Ἡ Παρθένος σήμερον…», νά εἶναι δεκαπεντασύλλαβοι.

Λέμε ἁπλῶς δεκαπεντασύλλαβοι καί ὄχι ἰαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι, διότι ἡ ἀνάγνωσή τους ὡς ἰαμβικῶν συνεπάγεται πλείστους ὅσους παρατονισμούς, οἱ ὁποῖοι μειώνονται αἰσθητά, ἄν οἱ στίχοι διαβαστοῦν ὡς τροχαϊκοί:

Ή Πα/ ρθένος/ σήμε/ ρόν τον/ ύπε/ ρούσι/ όν τι/ κτεί
καί η/ γή το/ σπήλαι/ όν τῳ/ άπρο/ σίτῳ/ πρόσα/ γεί

Εὔλογη εἶναι ἡ ἔνσταση ὅτι εἶναι ἀδύνατον νά ὑπολανθάνῃ στούς εἰσαγωγικούς στίχους τοῦ «Ἡ Παρθένος σήμερον» δεκαπεντασύλλαβος, ἀφοῦ ἡ κρατοῦσα ἄποψη τοποθετεῖ τόν Ρωμανό στόν 6ο μ.Χ. αἰῶνα, ἐνῷ ἡ πρώτη ἀσφαλής μαρτυρία ἰαμβικοῦ δεκαπεντασυλλάβου παρουσιάζεται τόν 10ο αἰῶνα (: Ἴδε τὸ ἔαρ τὸ καλὸν πάλιν ἐπανατέλλει…). Ἡ ἔνσταση δέν εἶναι βάσιμη, διότι ἤδη στά τέλη τοῦ 6ου αἰῶνα κάνει τήν ἐμφάνισή του ὁ τροχαϊκός δεκαπεντασύλλαβος «Εὕρηκε τὴν δαμαλίδα ἁπαλὴν καὶ τρυφερὰν…» στό γνωστό σατιρικό ἆσμα γιά τόν αὐτοκράτορα Μαυρίκιο.

Ἀλλά φαίνεται πώς ὁ δεκαπεντασύλλαβος, ἀκόμα κι ἄν ἀγνοήσουμε τό τοῦ Πλουτάρχου «νυκτὶ φωνήν, νυκτὶ βουλήν, νυκτὶ τὴν νίκην δίδου», εἶναι ἐν χρήσει ἤδη στά τέλη τοῦ 4ου αἰ. μ.Χ., καί ὅτι μάλιστα εἶχε εἰσδύσει στόν χῶρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑμνογραφίας.

Περιγράφοντας ὁ Σωκράτης ὁ Σχολαστικός στήν Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία του τήν διαμάχη ὀρθοδόξων καί ὀπαδῶν τοῦ Ἀρείου, καί πῶς ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἀναγκάστηκε νά υἱοθετήσῃ τίς μουσικές καινοτομίες τῶν αἱρετικῶν, καταπολεμῶντας τους μέ τά ἴδια τους τά ὅπλα, ἀναφέρεται σέ ἕνα ἆσμα πού τραγουδοῦσαν οἱ ἀρειανίζοντες, χλευάζοντας τήν πίστη στό τριαδικό δόγμα:

«Ποῦ εἰσὶν οἱ λέγοντες τὰ τρία μίαν δύναμιν;»

Ὁ στίχος εἶναι τροχαϊκός δεκαπεντασύλλαβος, καί τό γεγονός ὅτι ἄδεται μᾶς ὁδηγεῖ στήν καθ᾿ ὅλα βάσιμη ὑπόθεση ὅτι ὁ τονικός δεκαπεντασύλλαβος ἀπετέλεσε τό μετρικό πρότυπο καί γιά ἄλλα ἄσματα τῶν ἀρειανιστῶν, πού τόν καιρό τῆς παντοδυναμίας τους (β΄ ἥμισυ τοῦ 4ου αἰ. μ.Χ.) εἰσήγαγαν στήν ἐκκλησιαστική λειτουργία, ἐπηρεάζοντας ἀποφασιστικά τήν μορφή της.

Χαρακτηριστικό ἀπ᾿ αὐτήν τήν ἄποψη εἶναι ἕνα ἐπεισόδιο, ἀναφερόμενο ἀπό τόν Κάλλιστο Χρυσανθόπουλο καί  τοποθετούμενο χρονικά στήν τελευταία δεκαπενταετία τοῦ 4ου αἰ. μ.Χ., στήν Ἀντιόχεια, πού παραθέτει ὁ Σάθας (ὅ. π., σ. σιζ΄-σιη΄):

…ἐν ᾦ οἱ μουσικοὶ χοροὶ ἀποτελούμενοι ἐξ Ἀρειανῶν ἔψαλλον κατὰ τὴν ἰδίαν αἵρεσιν “δόξα πατρὶ δι᾿ υἱοῦ ἐν ἁγίῳ πνεύματι”, ὁ Φλαβιανὸς «στῖφος μοναχῶν συναγαγών, διαρρήδην ἐξεφώνησε “δόξα πατρὶ καὶ υἱῷ καὶ ἁγίῳ πνεύματι”· ὅπερ ὡς μηδεμίαν ἔχον ὑπόνοιαν ταῖς ἐκκλησίαις Θεοῦ ἐπεκράτησε»…

Δέν μᾶς ἐνδιαφέρει ἐδῶ νά καταδείξουμε τίς δογματικές διαφορές πού ὑποσημαίνονται μέ τήν χρήση τῶν προθέσεων «διὰ» καί «ἐν» ἀντί τοῦ «καὶ» (ἄλλωστε τό «δι᾿ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο» τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως δείχνει ὅτι ἡ φράση «δι᾿ Υἱοῦ» δέν συνιστᾷ ἀπό μόνη της ἀναγκαστικά αἱρετικό ὀλίσθημα), ἀλλά νά ἐπισημάνουμε ὅτι πιθανώτατα ἡ πατρότητα τῶν πρωταρχικῶν στίχων τοῦ σύντομου αὐτοῦ ὕμνου ἀνήκει στούς ἀρειανίζοντες.

Γι᾿ αὐτό ἄλλωστε ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγε στήν Καππαδοκία τήν λειτουργία τῶν Ἀρειανῶν τῆς Ἀντιοχείας, προσθέτοντας μόνο στήν δοξολογία τόν σύνδεσμο «καί», αἰσθάνεται τήν ἀνάγκη νά δικαιολογήσῃ τήν προσθήκη τοῦ συνδέσμου μέ τό ἐπιχείρημα ὅτι ἡ καππαδοκική διάλεκτος ἀπαιτοῦσε τήν χρήση ἑνός τέτοιου συνδέσμου. Ἐπιμένουμε σ᾿ αὐτό τό σημεῖο, γιατί εἶναι ἀναμενόμενο, ἀφοῦ ἡ πατρότητα τῶν πρωταρχικῶν στίχων τοῦ σύντομου ὕμνου «Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι / καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων» ἀνήκει μᾶλλον στούς Ἀρειανούς, νά συντέθηκε μέ βάση τό μετρικό πρότυπο πού ἐντοπίζεται καί στόν στίχο «Ποῦ εἰσὶν οἱ λέγοντες τὰ τρία μίαν δύναμιν;», δηλαδή τόν δεκαπεντασύλλαβο «πολιτικό» στίχο, εἴτε ἰαμβικό εἴτε τροχαϊκό, πού ὑποβάλλει τίς ἀκόλουθες ἐναλλακτικές «μετρήσεις»:

Δοξά/ Πατρί/ και Ύ/ ιῴ// και Ά/ γιῴ/ Πνευμά/ τι
και νύν/ και ά/ ει καί/ εις τούς// αιώ/ νας τών/ αιώ/ νων

ἤ:

Δόξα/ Πάτρι/ καί Υ/ ίῳ// καί Α/ γίῳ/ Πνεύμα/ τί
καί νυν/ καί α/ εί και/ είς τους// αίω/ νάς των/ αίω/ νών

Ὅπως καί νά ᾿χῃ, φαίνεται πώς ὁ κραταιός καί παμπάλαιος δεκαπεντασύλλαβος κατάφερε νά εἰσδύσῃ, ἔστω καί λαθραῖα, στήν ἐκκλησιαστική ὑμνογραφία, παρέχοντας στόν νεογέννητο Χριστό τό φτωχό πλήν ζεστό καί τίμιο ἔνδυμα τοῦ λαοῦ μας, ἵνα πληρωθῇ ἡ ὑμνωδία Ρωμανοῦ τοῦ Μελωδοῦ λέγοντος: «ὁ λαός σου γὰρ ὄντως εἰσὶν οὗτοι οἷς ἐγνώσθης», ἤ, γιά νά γίνῃ ἐμφανής ἡ μετρική διάρθρωση τοῦ λανθάνοντος ἰαμβικοῦ δεκαπεντασυλλάβου:

ο λά/ ος σού/ γαρ ό/ ντως εί // σιν ού/ τοι οίς/ εγνώ/ σθης…

ΧΡΙΣΤΟΣ ΔΑΛΚΟΣ


 

[i] Τό κείμενο διαβάστηκε στό πλαίσιο τῶν ἑορταστικῶν ἀναγνώσεων τῶν φιλολόγων πού ὀργάνωσε ἡ Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων τήν 20-12-2019, στόν χῶρο τῶν ἐκδόσεων Γαβριηλίδης.