«Σαν ένας δρόμος της ψυχής»

 

Λεωνίδας Γαλάζης

«Σαν ένας δρόμος της ψυχής»

Παναγιώτης Νικολαΐδης, Η Νύφη του Ιούλη, Σμίλη 2019

nyfi_iouli_cover_17_5_19-1Η νέα ποιητική συλλογή του Παναγιώτη Νικολαΐδη, υπό τον τίτλο Η νύφη του Ιούλη, εντάσσεται, κατά την άποψή μας, στην ευδιάκριτη πρόσφατη τάση για επάνοδο της λογοτεχνίας μας στη θεματική του συλλογικού τραύματος του 1974, που, όπως έχει διαπιστωθεί από τον Π. Παπαπολυβίου, εντοπίζεται και στους τομείς της ιστοριογραφίας και στα συναφή είδη της μαρτυρίας, του χρονικού, του απομνημονεύματος, των μελετών για κατεχόμενες κοινότητες κ.ά., που «αποτελούν το καθένα», όπως σημειώνει ο μελετητής, «πέρα από τη σημασία τους για την καταγραφή της σύγχρονης ιστορίας του ημικατεχόμενου νησιού μας, πολύτιμη συμβολή για τη διάσωση της συλλογικής ιστορικής μνήμης. Πάντοτε, μέσα από μια επώδυνη διαδικασία για τον αφηγητή / συγγραφέα: όσο οδυνηρή είναι η ανάξεση ενός ανοικτού τραύματος εδώ και 45 χρόνια».[1] Στην περίπτωση ενός λογοτεχνήματος, όπως είναι η Νύφη του Ιούλη, χωρίς να θεωρούμε αμελητέο τον διάλογο λογοτεχνίας και ιστορίας και τη σημασία του για τη συλλογική συνείδηση, επικεντρωνόμαστε στο κείμενο όχι ως ιστορική πηγή ή μαρτυρία για το συλλογικό τραύμα, αλλά ως ποιητική αποτύπωσή του.

Αυτή, λοιπόν, η πέμπτη ποιητική συλλογή του Π. Νικολαΐδη, παρά τη βιωματική της αφορμή και την επίκαιρη διαθεματική της αφόρμηση, δεν εγκλωβίζεται στα στεγανά της επικαιρικής ποίησης, που δύσκολα αρτιώνεται αισθητικά. Αντίθετα, και σε αυτό το βιβλίο εντοπίζονται τα οικεία στον αναγνώστη γνωρίσματα της ποίησης του Νικολαΐδη, όπως επισημάνθηκαν από την κριτική:[2] η λειτουργική αίσθηση της γλώσσας και η επίμονη γλωσσική επεξεργασία, η χρήση της κυπριακής διαλέκτου είτε σε ολόκληρα ποιήματα είτε σε μικρό ή μεγάλο μέρος τους, η συγκρατημένα αισιόδοξη ενατένιση της ζωής σε συνδυασμό με μια θυμοσοφική διάθεση, η ποιητική ενάργεια (σε αντίθεση με τη συνήθη στη νεωτερική ποίηση ερμητικότητα και σκοτεινότητα), η ειρωνεία, ως τεχνική αποστασιοποίησης από ό,τι ενοχλεί την ποιητική θεώρηση των ανθρωπίνων πραγμάτων, και ο ερωτισμός σε ποικίλες εκφάνσεις. Η ποίηση του Νικολαΐδη μετεωρίζεται ανάμεσα στο βίωμα και στην αναζήτηση του νοήματος της τέχνης χωρίς να προδίδει κανένα από τα δύο.

Στις Σημειώσεις του βιβλίου Νύφη του Ιούλη παρατίθεται η πληροφορία ότι ο ποιητής επισκέφθηκε για πρώτη φορά τις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, με προορισμό το Γυμνάσιο Ριζοκαρπάσου, τον Μάρτιο του 2019 και ότι η επίσκεψη αυτή ήταν για τον ίδιο «μια συγκλονιστική εμπειρία», καθώς «είδε για πρώτη φορά την πατρίδα του ολόκληρη» (σ.31). Το γεγονός αυτό αποτέλεσε το έναυσμα των ποιημάτων της νέας του συλλογής. Είναι, επιπλέον, αξιοσημείωτη η διαθεματική διάσταση του τίτλου του βιβλίου, δεδομένου ότι ο ποιητής τον αντλεί από την εικαστική δημιουργία «Το νυφικό που δεν φορέθηκε» των Μαριάννας Κωνσταντή, Ανδριάνας Νικολαΐδου και Νικολέτας Δημητρίου, η οποία κοσμεί και το εξώφυλλο της έκδοσης. Το εικαστικό αυτό έργο, που αποτελεί πηγή έμπνευσης και για το ποίημα ιστ΄ της συλλογής, «αναφέρεται», όπως σημειώνει ο ποιητής, «στην τραγική ιστορία της Αργυρώς Χριστοφόρου, η οποία επρόκειτο να παντρευτεί στις 21.7.1974, την Κυριακή της εισβολής. Το νυφικό της έμεινε κρεμασμένο στο σπίτι της, στην Περιστερωνοπηγή Αμμοχώστου, όταν μαζί με τους συγχωριανούς της αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το χωριό της». (σ. 34) Σε μια δεύτερη ανάγνωση του τίτλου, ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει και τη συμβολική του διάσταση. Ας σημειωθεί ότι ο Νικολαΐδης σημειώνει, ειδικά για τον τίτλο του βιβλίου, σε ένα αδημοσίευτο αυτοσχόλιό του: «Η νύφη του Ιούλη είναι η Αργυρώ-άτομο, η Αμμόχωστος-πόλη, η Κύπρος-χώρα. Έτσι διαπερνά συμβολικά, κάθετα και οριζόντια όλα τα επίπεδα από το ατομικό στο συλλογικό και αντίστροφα».

Τα 18 αριθμημένα ποιήματα της συλλογής είναι άτιτλα, τακτική που υποδηλώνει τη συγγραφική πρόθεση για τη δημιουργία μιας ποιητικής σύνθεσης, όπως άλλωστε σημειώνεται ρητά στις Σημειώσεις του βιβλίου, όπου ο ποιητής χρησιμοποιεί για το νέο έργο του το συγγραφικό ειδολογικό όνομα «συνθετικό ποίημα». Λαμβάνοντας υπόψη τον κοινό σε όλα τα ποιήματα της συλλογής θεματικό άξονα, την τραυματική και ταυτόχρονα αποκαλυπτική διαδρομή στην κατεχόμενη γη, μπορούμε να θεωρήσουμε το βιβλίο ως ένα ενιαίο συνθετικό ποίημα. Ωστόσο, ανάμεσα στα ποιήματα της συλλογής υπάρχουν διαφοροποιητικά στοιχεία, ως προς το ύφος, τον τόνο, την ποιητική ατμόσφαιρα και τη ρητορική εκφορά, με βάση τα οποία μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα ότι αρκετά από τα 18 ποιήματα διατηρούν την αυτοτέλειά τους και είναι δυνατόν να προσεγγισθούν ερμηνευτικά χωρίς αναλυτικούς συσχετισμούς με τα υπόλοιπα. Πάντως, ο κεντρικός κορμός της συλλογής (ποιήματα ζ΄-ιε΄), που περιλαμβάνει εννέα, δηλαδή το ήμισυ των ποιημάτων του βιβλίου, είναι όντως ένα συνεκτικό συνθετικό ποίημα, που διέπεται από ενότητα ρητορικής εκφοράς, ύφους και ποιητικής ατμόσφαιρας. Η σύνθεση αυτή πλαισιώνεται από τα υπόλοιπα εννέα ποιήματα (από τα οποία τα έξι προτάσσονται και τα τρία επιτάσσονται στην ποιητική σύνθεση). Η δόμηση, λοιπόν του βιβλίου είναι τριμερής: Α΄(ποιήματα α΄-στ΄): Η βίωση του τραύματος της Κατοχής πριν από την επίσκεψη στα Κατεχόμενα, Β΄ (ποιήματα ζ΄-ιε΄): Η επίσκεψη στα Κατεχόμενα, ως μυητική διαδρομή που οδηγεί στην αυτογνωσία του ποιητικού υποκειμένου, Γ΄ (ποιήματα ιστ΄-ιη΄): Η τραγική επίγνωση των διαστάσεων του κυπριακού δράματος (ματαιωμένος γάμος, παγωμένος και ματωμένος χρόνος, η τυραννία των λέξεων).

Στο πρώτο μέρος της συλλογής δεσπόζουν, αφενός, οι επώδυνες μεταπολεμικές μνήμες της παιδικής ηλικίας (ποιήματα α΄, β΄ και γ΄) και, αφετέρου, η αποτύπωση της δυναμικής και τραγικής αντίθεσης ανάμεσα στην κοινωνία της αφθονίας και στην συνεχιζόμενη σκληρή πραγματικότητα της κατοχής (ας μην ξεχνάμε ότι στον Νικολαΐδη οφείλουμε τον όρο Γενιά της κατοχής και της αφθονίας για την ποιητική Γενιά του 1990,[3] που αξίζει να απασχολήσει την κριτική και σε συνάρτηση με τα άλλα λογοτεχνικά γένη της ίδιας περιόδου). Τα πρώτα δύο ποιήματα του βιβλίου αναδημοσιεύονται αυτούσια από την προηγούμενη συλλογή του ποιητή (Παραλογή, 2016).[4] Γραμμένα στην κυπριακή διάλεκτο, σε νεωτερική ποιητική φόρμα, είναι ξεχωριστά δείγματα των δυνατοτήτων της διαλέκτου να αρτιωθεί αισθητικά στην εποχή μας, όταν ο λογοτέχνης υπερβαίνει τον σκόπελο του άγονου μανιερισμού και της φολκλορικής ή και της παρωχημένης χρήσης της. Στο πρώτο ποίημα η τουρκική εισβολή του 1974 αποδίδεται με δύο εικόνες: της μητέρας μαζί με το βρέφος που τρέχει εκδιωγμένη από τον τόπο της και του πατέρα που, επιστρέφοντας αργότερα από τον πόλεμο, επιθυμεί να αγκαλιάσει το παιδί του, προκαλώντας ωστόσο τον φόβο σ’ εκείνο: «Άμαν τζι εγίνην το κακόν / τζι ο τόπος εμοιράστηκεν / εστράφηκεν με το καλόν ο τζύρης μου / τζι εγύρεψεν να με πιάσει. / Εν τον εκατάλαβα. / Εθώρουν λαλεί η μάνα μου, / μες στα μμάθκια του / τον φονιάν / τζι έκλαια». (σ. 11) Οι εικόνες αυτές «συνομιλούν» με την περίφημη ομηρική Έκτορος και Ανδρομάχης ομιλία (Ιλιάδα Ζ΄: 381-502), παρά τις προφανείς διαφοροποιήσεις.

Στην παιδική ψυχή συνυπάρχουν ο φόβος (ποίημα β΄, σ. 12) και η επιθυμία για την υπέρβασή του με την επιτέλεση ηρωικών πράξεων: «Μέχρι τα δέκα / ονειρευόμουν να κάνω κάτι ηρωικό. / Κι είχα πραγματικά μεγαλεπήβολα σχέδια. / Να περισώσω σπάνια είδη / δάση τροπικά / τα πεινασμένα παιδιά της Αφρικής, να λευτερώσω την πατρίδα μου». Η ενηλικίωση, ωστόσο, συνδέεται με μιαν τάση παραίτησης και παθητικότητας («Είκοσι χρόνια μετά / στον τοίχο ψηλά / έχω κρεμάσει / ένα πιστό αντίγραφο του ορίζοντα». Η τάση αυτή επιτείνεται από την επιζήτηση των ανέσεων, μιας θέσης στο δημόσιο και γενικά του ευδαιμονισμού. Αυτά, όμως, δεν είναι αρκετά για να απαλείψουν οριστικά τη λανθάνουσα μεν, αλλά επώδυνη, βίωση του συλλογικού τραύματος του 1974: «Όσο κι αν ονειρεύομαι όμως / πολυτελή αμάξια / μια στέπα στο δημόσιο / ή ένα γραφείο οβάλ / όλο νυχτώνει στο λευκό / και κάτι αφήνει μια γεύση ατέλειωτου / ακόμη / και στο επέκεινα». (ποίημα γ΄, σ. 13) Η τραγικά αντιφατική αυτή στάση, ως συλλογική νοοτροπία, υπόκειται και στο ποίημα δ΄, όπου δεσπόζει, μέσω του μεταφορικού λόγου και της υπαινικτικής γλώσσας, η δυναμική αντίθεση ανάμεσα στην ευζωία και στη σκληρή πραγματικότητα της Κατοχής (σ. 14), που ταλανίζει το συλλογικό ποιητικό υποκείμενο, χωρίς ωστόσο να έχει τη δυνατότητα να την υπερβεί. Στο ποίημα ε΄ «η πληγή στο βουνό» (δηλαδή «η τεράστια σημαία του τουρκοκυπριακού ψευδοκράτους στον Πενταδάχτυλο» [σ. 31] και η μοιρασμένη πόλη (η Λευκωσία) είναι οι «πραγματικότητες», με τις οποίες καλείται ο λαός μας, από διάφορες δυνάμεις, να συμβιβαστεί: «Σύννεφο παρατεταμένης σκόνης / σαν γάζα / σκέπασε την πληγή στο βουνό / κι ύστερα περιτύλιξε τρυφερά / τη μοιρασμένη πόλη. Πρέπει να συνηθίσουμε να ζούμε / και μ’ αυτό, λένε οι ειδικοί. / Έτσι κι αλλιώς είν’ ένας άλλος τρόπος / ν’ αγκιστρώνεσαι» (σ. 15). Με την ειρωνική φόρτιση των στίχων αυτών αποδίδεται το γεγονός ότι ακόμη και η μη αποδοχή των πραγματικοτήτων αυτών συνιστά μια μορφή αντίστασης, έστω και μέσα σε ένα κλίμα αβεβαιότητας, χωρίς ελπίδα και προοπτική για τις επερχόμενες γενιές (ποίημα στ΄): «Κάπου υπάρχει μια ρωγμή. / Απαρηγόρητοι νεκροί / σαν τρύπα σε τζάμι. / Από την τρύπα βλέπω ένα παιδί. / Κάθεται μόνο σ’ ένα κλαδί / κουνώντας ρυθμικά τα πόδια του / πέρα δώθε / στο / χάος.». (σ. 16)

Τα ποιήματα του δεύτερου και εκτενέστερου μέρους της συλλογής (ζ΄-ιε΄), συναπαρτίζουν, όπως υποστηρίξαμε πιο πάνω, το καθαυτό συνεκτικό συνθετικό ποίημα του βιβλίου, με θέμα την επίσκεψη του ποιητικού υποκειμένου στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, η οποία λειτουργεί και ως μυητική διαδρομή,[5] δεδομένου ότι το συνταρακτικό αυτό βίωμα έχει ως αποτέλεσμα την αυτογνωσία, ως αναγνώριση με την αριστοτελική σημασία («ἀναγνώρισις δε, ὥσπερ καὶ τοὔνομα σημαίνει, ἐξ ἀγνοίας εἰς γνῶσιν μεταβολή, ἢ εἰς φιλίαν ἢ εἰς ἔχθραν, τῶν πρὸς εὐτυχίαν ἢ δυστυχίαν ὡρισμένων».[6] Γράφει, λοιπόν, στις Σημειώσεις ο Νικολαΐδης: «Ένιωσα πραγματικά ότι ένα χαμένο κομμάτι του εαυτού μου βρέθηκε, λες και μια τρύπα που είχα μέσα μου έκλεισε και γνώρισα καλύτερα τον εαυτό μου». (σ. 31) Τα εννέα αυτά ποιήματα συναρθρώνονται σε ενιαία ποιητική αφήγηση με την εναλλαγή του ατομικού και του συλλογικού ποιητικού υποκειμένου. Με τη χρησιμοποίηση του δεύτερου παρουσιάζεται η πορεία από το οδόφραγμα μέχρι το Ριζοκάρπασο και τον Απόστολο Ανδρέα, ενώ με τη χρήση του πρώτου κυρίως προβάλλεται η επενέργεια της πορείας αυτής στον εσωτερικό κόσμο του ποιητικού υποκειμένου. Θα λέγαμε ότι η διαδρομή αυτή λειτουργεί για το ποιητικό υποκείμενο ως ένας «δρόμος της ψυχής», όπως αντίστοιχα η Ιερά Οδός στο ομώνυμο ποίημα του Άγγελου Σικελιανού, τηρούμενων βέβαια των αναλογιών και με προφανείς διαφοροποιήσεις ανάμεσα στα διακείμενα που σχολιάζουμε.

Αυτό «τον δρόμο της ψυχής» το ποιητικό υποκείμενο (ατομικό και συλλογικό) τον διανύει με δέος και ευλάβεια. Κατά τη διαδικασία της αναγνώρισης του εαυτού, ανακαλύπτει διόδους προς τη γεωγραφία, την ιστορία και τη γλώσσα, τα ερείσματα δηλαδή της δικής του άμυνας απέναντι στο γεγονός της κατοχής και, εν τέλει, της αντίστασής του απέναντι στην απειλή της αλλοτρίωσης και του εφησυχασμού. Σταθμοί της διαδρομής του είναι η «άλλη πλευρά του Πενταδάχτυλου», το «φλογισμένο πράσινο και οι αροδάφνες» (ζ΄, σ. 17), η «τόσο άπιαστη και τόσο κοντινή Κερύνεια» (η΄, σ. 18), η μονή του Μπελαπάις (θ΄, σ. 19), τα χωριά της επαρχίας Κερύνειας (ι΄, σ. 20), η Ακανθού. Η αναχώρηση από το χωριό αυτό επισφραγίζεται με τη δραματική επίκληση της λεμονιάς προς το ποιητικό υποκείμενο, όταν απομακρύνεται από το πατρικό σπίτι της μητέρας του, που έντεχνα και κατ’ εξαίρεση παρουσιάζεται τριτοπρόσωπα, όχι ως αποκλειστική εμπειρία του ομιλητή, αλλά ως συλλογικό βίωμα (βλ. π.χ. το θέμα της επίσκεψης στο πατρικό σπίτι στα πεζογραφήματα Επιβάτες φορτηγών του Κ. Λυμπουρή, Κάθε Ιούλιο επιστρέφω του Γ. Μολέσκη και σε πολλά άλλα ομόθεμα λογοτεχνικά κείμενα): «Κι ύστερα λέξεις ξένες / αιχμηρές / μαύρο σπαθί, / κι η πόρτα κλείνει αδιάφορη / και παγωμένη. / Φεύγοντας του ψιθύρισε μια λεμονιά: / «Μεν φύεις. / Μείνε, λαλώ σου, τζι είμαι αθθισμένη». (σ. 21) Επόμενοι σταθμοί το Ριζοκάρπασο, όπου το συλλογικό ποιητικό υποκείμενο σηκώνει «τις πιο μεγάλες πέτρες της ιστορίας» (ιβ΄, σ. 22)  και ο Απόστολος Ανδρέας, «με μια θάλασσα μόνο / μοιρασμένη στα δυο». (σ. 23) Η επιστροφή με ενδιάμεσους σταθμούς το Μπογάζι και την Αμμόχωστο «με το στήθος των επισκεπτών γεμάτο πέτρες» και με την τραυματική αίσθηση της αναπόδραστης τραγωδίας και συμφοράς: «Αγαπημένη, / αυτό το ποίημα είναι νάρθηκας / για τα σπασμένα μου / δάχτυλα» (ιε΄, σ. 25). Στο ποίημα ιε΄ η προσωποποιημένη ερωτική μορφή της Αμμοχώστου συνδέεται διακειμενικά με τα Κυπριακά Ερωτικά Ποιήματα, τις Ρίμες Αγάπης: «Κλαμόντα / βυθίζω τα χέρια στον άλλο χρόνο / να πάρω λίγη από την άμμο σου» (ό.π.) (πρβλ. η καρδιά μου πεθυμώντα / στα ψηλά θεν να πετάσει / και μην δύνοντα να φτάσει / στέκει χαμηλά κλαμόντα»).[7]

cache_1050x3000_Analog_medium_616087_1142606_26112018.jpgΕπομένως, η ποιητικά μετουσιωμένη από τον Νικολαΐδη πορεία στην κατεχόμενη γη δεν έχει τον χαρακτήρα μιας τουριστικής περιδιάβασης ή έστω μιας ταξιδιωτικής περιήγησης, αλλά προσλαμβάνει τη διάσταση ενός προσκυνήματος στα σημεία του μαρτυρίου του σύγχρονου κυπριακού δράματος, καθώς και ευρύτερα ενός διαλόγου με την ιστορία. Ο διάλογος αυτός, μολονότι ελλειπτικός, υπαινικτικός και ενίοτε ειρωνικός, είναι φορτισμένος με δραματική ένταση και με συγκινησιακή δόνηση. Τα τείχη των Φράγκων στην Αμμόχωστο, «που τω καιρώ εκείνω / αλλάζανε χρώμα» (ιε΄, σ. 25), το αββαείο του Μπελαπάις και η μνεία του L. Durrell, που μας οδηγεί στα συναφή διακείμενα των Πικρολέμονων του βρετανού συγγραφέα, καθώς και του αφηγήματος Κλειστές πόρτες του Κ. Μόντη και του μυθιστορήματος Η χάλκινη εποχή του Ρ. Ρούφου, αλλά και η οργισμένη διαπίστωση για την ιστορική μοίρα της Κερύνειας, που «ο χρόνος» τη «χαστουκίζει απ’ όλες τις μεριές», καθώς και το «αγιασμένο νερό» από τον Απόστολο Ανδρέα, είναι οι κυριότερες ιστορικές μνείες ή συνδηλώσεις. Αυτές ενοφθαλμίζονται από τον Νικολαΐδη στην ποιητική γραφή με μαεστρία και κυρίως με λιτότητα, που το αισθητικό της αποτέλεσμα είναι η υποβολή, δηλαδή «η έντονη επίδραση στον ψυχικό και διανοητικό κόσμο» του αναγνώστη, με βάση την αξιοποίηση «κοινών συναισθηματικών δεδομένων», για να χρησιμοποιήσουμε τη γνωστή διατύπωση του Γιώργου Σεφέρη, στο δοκίμιό του «Μονόλογος πάνω στην ποίηση».[8]

Στα τρία ποιήματα του τρίτου και τελευταίου μέρους της συλλογής Η νύφη του Ιούλη (ποιήματα ιστ΄-ιη΄) που πλαισιώνει, μαζί με το πρώτο μέρος, το κεντρικό συνθετικό ποίημα του βιβλίου, δεν υπάρχει κοινός συνεκτικός θεματικός ιστός, εκτός βέβαια από τον ευρύτερο θεματικό άξονα της τραγωδίας του 1974. Πηγή του ποιήματος ιστ΄ είναι, όπως είδαμε, το εικαστικό έργο Το νυφικό που δεν φορέθηκε (ποίημα ιστ΄), ενώ στο ποίημα ιζ΄ δεσπόζει η ενδοσκόπηση και η αναγνώριση ως αποτέλεσμα της μυητικής διαδρομής του ομιλητή (στοιχείο που συνδέει το κείμενο αυτό με το κεντρικό ποιητικό σύνθεμα). Τέλος, το καταληκτικό ποίημα ιη΄ είναι εμπνευσμένο από το Γλωσσάριο για τη Δημοσιογραφία στην Κύπρο (Ιούλιος 2018).

Στο ποίημα ιστ΄(σ. 26), γραμμένο στην κυπριακή διάλεκτο, η αφήγηση εκφέρεται από την Αργυρώ. Με λιτά εκφραστικά μέσα και με καθημερινό λεξιλόγιο, χωρίς εκζήτηση και χωρίς τη χρήση σπάνιων ιδιωματικών λέξεων, που παρατηρείται συχνά σε σύγχρονα διαλεκτικά λογοτεχνικά κείμενα, αποδίδεται το θέμα της ματαίωσης του γάμου της εξαιτίας της τουρκικής εισβολής. Και στο ποίημα αυτό ο Νικολαΐδης αξιοποιεί τις τεχνικές της δραματικής υποβολής και της συγκινησιακής φόρτισης της ποιητικής λέξης σε συνδυασμό με το εξωλογικό στοιχείο, αποφεύγοντας επιμελώς, ωστόσο, τις υπερβολές του συναισθηματισμού και της μελοδραματικότητας: «Το νυφικόν έμεινεν πίσω / κρεμασμένον / στην Περιστερωνοπηγήν. / Εικοσιμιάν του Ιούλη / Κυριακήν / εσταματήσαν ούλλα τα πουλιά / στον αέραν.». (σ. 26)

Συγκρίνοντας το προηγούμενο ποίημα με το επόμενο (και προτελευταίο) της συλλογής (ιζ΄), εντοπίζουμε τη δεσπόζουσα και στα δύο λειτουργία της μνήμης, διαφοροποιημένη ωστόσο, αν λάβουμε υπόψη ότι στο πρώτο η μνήμη επικεντρώνεται σε ένα συγκεκριμένο συμβάν κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής του 1974, ενώ στο δεύτερο εξακτινώνεται στις δεκαετίες που παρήλθαν από τότε, εν είδει ενός απολογισμού του μεγέθους, της διάρκειας και των προεκτάσεων της τραγωδίας στο βάθος του ιστορικού χρόνου, σε όλες του τις διαστάσεις: «Ο χρόνος ήρθε από πίσω / αθερινόψυχος. / Σαν κόκορας που περπατά ακέφαλος / τινάζοντας από παντού αίμα, / σαν νύχτα που σκεπάζει αχνίζοντας / τις ασταθείς μετόπες των στιγμών». (σ. 27) Ταυτόχρονα, στο ίδιο ποίημα συνοψίζεται η δραστική επενέργεια της πορείας του ποιητικού υποκειμένου στην κατεχόμενη γη, απότοκα της οποίας είναι όχι μόνο η πικρία, ο πόνος και η οδύνη, αλλά και η ανάπτυξη αντιστάσεων έναντι της κατοχής και των συνεπειών της.

Το θέμα αυτό εντοπίζεται στο τελευταίο ποίημα της συλλογής (ιη΄), που είναι εμπνευσμένο από τα γεγονότα του Ιουλίου 2018 και πιο συγκεκριμένα από τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν μετά την παρουσίαση του Γλωσσαρίου για τη Δημοσιογραφία στην Κύπρο, που εκπονήθηκε υπό την εποπτεία του Γραφείου για την Ελευθερία του Τύπου του Ο.Α.Σ.Ε. Η τοποθέτηση του Νικολαΐδη έναντι του εντύπου αυτού διατυπώνεται ρητά στις Σημειώσεις (σ. 34), όπου γράφει ότι η υιοθέτηση και αποδοχή του θα είχε ως αποτέλεσμα την αλλοίωση της ιστορικής αλήθειας. Στο καταληκτικό, λοιπόν, ποίημα του βιβλίου προτάσσεται η επιγραφή «arbeit macht frei» (= «η εργασία απελευθερώνει»), η οποία δέσποζε στις κεντρικές πύλες των γερμανικών στρατοπέδων συγκεντρώσεως, στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου πολέμου. Με τη χρήση της προμετωπίδας αυτής, τα σημαινόμενα της οποίας είναι ακριβώς αντίθετα από τα σημαίνοντα (ελευθερία vs εγκλεισμός, εξόντωση) ο ποιητής παραπέμπει στον περιορισμό της ελευθερίας, καθώς και στην παραχάραξη της αλήθειας (ή ίσως και στον εθνικό αφανισμό), που είναι και ο θεματικός άξονας του ποιήματος, ο οποίος δεν περιορίζεται μόνο στην απόρριψη της διαστρέβλωσης της σημασίας των λέξεων (και ειδικά των ιστορικών εννοιών) αλλά προχωρεί και στην υπαινικτική αποστασιοποίηση από οποιαδήποτε μορφή φανατισμού και εθνικισμού: «Ακόμα κι αν πούμε / την εισβολή σας φτερούγισμα / τους έποικους πρόσφυγες / την κατοχή ουρανό / […] το θέμα είναι πως / είμαστε όλοι μολυσμένοι με θάνατο / και πως το αίμα θα ‘ναι για πάντα / το τελευταίο βερνίκι της ανθρωπότητας». (σ. 28)

Λαμβάνοντας τώρα υπόψη όλα τα ποιήματα του βιβλίου, διαπιστώνουμε ότι ο ποιητής αξιοποιεί με σύνεση και ευλάβεια την κυπριακή διάλεκτο σε ορισμένα από αυτά. Τα ποιήματα α΄, β΄ και ιστ΄ είναι γραμμένα εξ ολοκλήρου στη διάλεκτό μας. Ίσως με τη χρήση της γλωσσικής αυτής στρατηγικής επιδιώχθηκε από τον Νικολαΐδη η απόδοση του συλλογικού τραύματος με δυνητικούς αποδέκτες όλους τους τύπους αναγνωστών και όχι μόνο τους επαρκείς ή μυημένους, αν και στα ίδια ποιήματα η διαλεκτική γλώσσα συνδυάζεται με επιτυχία με τη νεωτερική φόρμα του ελεύθερου στίχου. Σε άλλα ποιήματα της συλλογής, γραμμένα στη νεοελληνική κοινή, δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει, στα σημεία που κρίνει ότι αυτό είναι απαραίτητο, διαλεκτικές λέξεις ή και φράσεις, στο πλαίσιο πάλι της προσφιλούς στον ίδιο τεχνικής της υποβολής και της συγκινησιακής φόρτισης, όπως για παράδειγμα στα ποιήματα ιβ΄ και ιγ΄: «Σαν δέμα ματωμένο / φτάσαμε τελικά στο Ριζοκάρπασο. / Εκεί μας υποδέχτηκαν οι φίλοι μας / με γέλια και φωνές / ψουμίν χωρκάτικον, χαλλούμιν τζιαι ελιές / λαλλέδες και κυκλάμινα / μες στην αυλή του Γυμνασίου» (ιβ΄: σ. 22). «Μέσα στα χέρια του ήλιου / μολόχες τζόχοι και αβρόσσιλλα / αγρέλλια πάγκαλλοι λάχανα / στρουθκιά χωστές αναθρήκες». (ιγ΄: σ. 23)

Προφανώς η χρήση των διαλεκτικών αυτών λέξεων και φράσεων συνδέεται, στο επίπεδο βάθους, με τη λειτουργία της μνήμης, η οποία βρίσκεται στον πυρήνα της μυητικής διαδρομής του ποιητικού υποκειμένου, δηλαδή της σταδιακής αναγνώρισης του εαυτού, της αυτογνωσίας. Αυτή η «πορεία της ψυχής» είναι τόσο επώδυνη, ώστε ο ίδιος εύχεται να ήταν «φτιαγμένος από μέταλλο ή πλαστικό» (σ. 18), ώστε εύκολα να καθαρίσει από τα στίγματα του χρόνου και της μνήμης. Από την άλλη, το συλλογικό τραύμα, ανοιχτό για δεκαετίες προκαλεί τον προβληματισμό του ενδοκειμενικού ποιητή για τη χρησιμότητα της ίδιας της ποίησης: «Σε τι χρησιμεύει λοιπόν η ποίηση / όταν ο θάνατος σερβίρεται με μουσική / κι όταν μπορείς μονάχα μ’ ένα κλικ / να δεις ένα κομμένο κεφάλι / να κυλιέται στο χαλί σου;». (σ. 20)

Παράλληλα, το συλλογικό ποιητικό υποκείμενο, συνομιλώντας διακειμενικά με τον Γ. Σεφέρη, διαπιστώνει: «Κι όμως, εμείς εδώ σηκώνουμε / τις πιο μεγάλες πέτρες / της ιστορίας» (σ. 22) (πρβλ. τους σεφερικούς στίχους, από το ποίημα «Μυκήνες»: «Βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες· τούτες τις πέτρες τις εσήκωσα όσο βάσταξα»).[9] Ενδεχομένως, με τη διακειμενική αυτή αναφορά στις «πέτρες της ιστορίας» να συνδηλώνεται όχι μόνο το άχθος της κατοχής και των συνεπειών της, αλλά παράλληλα και το μέγεθος της ευθύνης των ποιητών και γενικότερα των πνευματικών ανθρώπων, όπως και κάθε ενεργού πολίτη, για αντίσταση μπροστά στο ενδεχόμενο της οριστικής και αμετάκλητης εδραίωσης των δεδομένων της κατοχής και του αφανισμού μας. Όμως, η αξία του βιβλίου Η νύφη του Ιούλη δεν περιορίζεται μόνο στη θεματική της και στο αξιακό της περιεχόμενο. Πρόκειται για ένα αξιόλογο βιβλίο, με ποίηση υψηλής ποιότητας και αισθητικής. Η ολιγοσέλιδη αυτή συλλογή είναι, κατά την άποψή μας, ένα επίτευγμα και μια «κατάκτηση» στο πλαίσιο της ώς τώρα ποιητικής παραγωγής του Νικολαΐδη. Παράλληλα, είναι, κατά την εκτίμησή μας, ένα από τα καλύτερα ποιητικά βιβλία που κυκλοφόρησαν φέτος.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ


* Το κείμενο εκφωνήθηκε κατα την παρουσίαση του βιβλίου στο Πολιτιστικό Κέντρο Στροβόλου (Αρχιεπισκόπου Κυπριανού 34) την Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2019.

[1] Βλ. Πέτρος Παπαπολυβίου, «Επιζήσαντες του 361 ΤΠ», Ο Φιλελεύθερος, 20 Ιουλ. 2019: https://papapolyviou.com/2019/07/20/epizisantes-tou-361-tp/ Πρόσβαση: 18 Αυγούστου 2019.

[2] Για την κριτική πρόσληψη της ποίησης του Παναγιώτη Νικολαΐδη, βλ. ενδεικτικά: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, «Λυρικά επιγράμματα. Παναγιώτης Νικολαΐδης, Σαν ίαμβος καθρέφτης», Ο Φιλελεύθερος, 4/11/2012, σ. 7· Λευτέρης Παπαλεοντίου, «Ποιήματα και ποιητικές δοκιμές», Άνευ 33 (Καλοκαίρι 2009) 63· Γιάννης Στρούμπας, «Φιλόξενη ξενιτιά», α΄ δημοσίευση: εφημ. Αντιφωνητής, αρ. φύλλου 367, 16/5/2013· Λ. Παπαλεοντίου, «Μια ματιά σε πρόσφατες εκδόσεις ποιημάτων», Άνευ 50  (Χειμώνας 2014) 104· Γιώργος Κ. Μύαρης, «Οι οίνον και ποίηση πίνοντες», Παρέμβαση 182 (Χειμώνας 2016) 84-91· Λευτέρης Παπαλεοντίου, «Ποιήματα στο κυπριακό ιδίωμα», Άνευ 51 (Άνοιξη 2014) 113· Γιάννης Στρούμπας, «Του καρπού και της λαλιάς», Τα ποιητικά 14 (Ιούνιος 2014)·  Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, «Τα παλαμάρια», Φρέαρ 8 (Ιούλιος-Αύγουστος 2014)· Γιάννης Στρούμπας, «Το γλυκό γκρίζο της ποίησης», Θευθ 8  (Δεκέμβριος 2018) 156-160· Γιώργος Φράγκος, «Ποίηση με διαυγείς στοχεύσεις», Ο Φιλελεύθερος, 10 Οκτ. 2016, σ. 25· Γιάννης Δάλλας, «Μια νεότροπη ποιητική στα γράμματά μας (Το ποίημα συμβάν)», [αναφορά σε 5 νέους ποιητές: Θοδωρή Ρακόπουλο, Νίκη Χαλκιαδάκη, Πέτρο Γκολίτση, Γιάννη Στίγκα, Παναγιώτη Νικολαΐδη), Σημειώσεις 82 (Ιούνιος 2016) 3-29· Αφροδίτη Αθανασοπούλου, «Βιβλιοκρισία για την ποιητική συλλογή Μια στο λευκό και δυο στο μαύρο, του Μιχάλη Παπαδόπουλου και Παναγιώτη Νικολαΐδη», Διόραμα 17 (Μάρτιος-Απρίλιος 2018) 38-43.

[3] Βλ. Παναγιώτης Νικολαΐδης, Η Γενιά της κατοχής και της αφθονίας, Λευκωσία, Διόραμα, 2018, passim. Για το βιβλίο αυτό, βλ. Λ. Γαλάζης, «Ο κριτικός λόγος του Παναγιώτη Νικολαΐδη», Ο Φιλελεύθερος, 23/11/2018· Κ. Ρεούσης, «Βιβλιοστάσεις», Το Πεζοδρόμιο 30 (Οκτ. 2018) 30.

[4] Βλ. Παναγιώτης Νικολαΐδης, Παραλογή, Αθήνα, Gutenberg, 2015, σσ. 17-18.

[5] Για τον όρο «μυητική διαδρομή», βλ. Γιώργος Κεχαγιόγλου, «Εις την οδόν των Φιλελλήνων» του Ανδρέα Εμπειρίκου, Αθήνα, Πολύτυπο, 1984, σ. 77.

[6] Αριστοτέλης, Ποιητική 1452b.

[7] Βλ. Η κυπριακή συλλογή πετραρχικών και άλλων αναγεννησιακών ποιημάτων (πρόλ. – γεν. επιμ. Πασχάλης Κιτρομηλίδης, εισαγ. Έλση Τορναρίτου-Μαθιοπούλου, συνοδ. κείμενα Giovanna Carbobaro, Ειρήνη Παπαδάκη), Αθήνα, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών – Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, 2018, σ. 61.

[8] Βλ. Γιώργος Σεφέρης, «Μονόλογος πάνω στην ποίηση»: Δοκιμές. Πρώτος τόμος (1936-1947), Αθήνα, Ίκαρος, 4 1981 (1944), σ. 146.

[9] Γιώργος Σεφέρης, «Μυκήνες»: Ποιήματα, Αθήνα, Ίκαρος, 131981 (1940), σσ. 77-78.