Η οδοιπορία του Παναγιώτη Νικολαΐδη

Ανδρέας Πετρίδης

Η οδοιπορία του Παναγιώτη Νικολαΐδη

Παναγιώτης Νικολαΐδης, Η Νύφη του Ιούλη, Σμίλη 2019

nyfi_iouli_cover_17_5_19-1

Η πρώτη μου εντύπωση από την ποιητική πορεία του Παναγιώτη Νικολαΐδη ήταν ανεπιφύλακτα θετική, τουλάχιστον όσον αφορούσε την τεχνική αρτιότητα και τον έλεγχο των εκφραστικών του μέσων. Η λεγόμενη οικονομία της γλώσσας εύρισκε εδώ επιτυχή πραγμάτωση, στα ολιγόστιχα μεν, αλλά εντυπωσιακά στη λιτότητα και πυκνότητα ποιητικά του ολοκληρώματα. Επρόκειτο –έτσι το εισέπραττα– για έναν δημιουργό εν πλήρει επιγνώσει των αισθητικών κανόνων της τέχνης του λόγου – και συγκεκριμένα της ποίησης. Από την πρώτη του κιόλας εκδοτική εμφάνιση, με το βιβλίο Σαν Ίαμβος Καθρέφτης, ξεχωρίζει με τις προαναφερθείσες αρετές και παίρνει το Κρατικό Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου Λογοτέχνη. Από εκεί και πέρα η ανέλιξή του είναι κλιμακωτά ανοδική, όπως ανοδική διαγράφηκε κι η ανέλιξή του στον κριτικό-δοκιμιακό λόγο.

Απέναντι στη συνεχή και πολύμορφη αυτή κατάθεση, η αξιολογική στάση μου ήταν ανεπιφύλακτα υπερ-θετική… Διάβαζα κι απολάμβανα στίχους και ποιήματά του εξαιρετικής πυκνότητας και συνειρμικής δυναμικής. Χαιρόμουν τη λεπτότητα και τρυφερότητά τους, ιδιαίτερα όπου παρεισέφρεε με επιτυχία το διαλεκτικό στοιχείο.

Το νέο του βιβλίο, Η Νύφη του Ιούλη, είναι μια δυνατή κι ολοκληρωμένη στην παν-οπτική της θέαση ποίηση, ικανή να τοποθετήσει τον ποιητή στους πιο λεπταίσθητους και ποιοτικότερους καταγραφείς της πρόσφατης –χαίνουσας ακόμα– εθνικής περιπέτειας.

Όσο κι αν πρόκειται για σχετικά ολιγόστιχα ποιήματα, υποβαστάζονται δομικά και ανελίσσονται με αρμονικές διακυμάνσεις ρυθμού και συνειρμικής δυναμικής – εκλύοντας μ’ αυτό τον τρόπο αισθητικό κραδασμό, ικανό να συγκινήσει βαθιά τον αναγνώστη. Ο ποιητής τής Νύφης του Ιούλη, με ιερατικό βάδισμα κι εκτεταμένο στον ιστορικό χρόνο βλέμμα, κινείται σ’ έναν παλίμψηστο και μυθοποιημένο σχεδόν χώρο. «Μ’ ανοιχτά και ξάγρυπνα» τα μάτια της ψυχής του, προσφέρει στον επαρκή αναγνώστη έναν πυκνό κι εναλλασσόμενης έντασης ποιητικό λόγο. Τα εξαίρετα δημιουργήματά του ποτέ δεν είναι μια εύηχη περιγραφή, ποτέ δεν είναι εξεζητημένες λεκτικές συμπύκνωσεις – και κατ’ ουδένα λόγο αυτάρεσκα στεγνός στοχαστικός λόγος.

Με τους εναρκτήριους ήδη στίχους ανοίγεται κι ο προθάλαμος, θα έλεγα, ενός λυρικού Οδοιπορικού, με το πρώτο μιας σειράς ποιημάτων, που έχουν το εξής κοινό γνώρισμα: την ποιητική κατάθεση τραυματικών αποτυπωμάτων της αδιαμόρφωτης εν πολλοίς παιδικής ψυχής του ποιητή, κάτι που εκφράζεται επανειλημμένα με λιτούς, επικής χροιάς στίχους στην κυπριακή διάλεκτο:

Μες στον πόλεμον
η μάνα μου εβάσταν με σφιχτά
μες στ’ αγκάλια της τζι εβούραν.

Με λιτό βηματισμό περιγράφει στη συνέχεια την επιστροφή τού πατέρα από τον πόλεμο, σε μια φροϋδικού κλίματος υποδοχή από το ίδιο το παιδί του, καθώς περίεργα διαβάζουμε:

Εθώρουν, λαλεί η μάνα μου,
μες στα μμάθκια του
τον φονιάν,
τζι έκλαια.

Η κυπριακή ιδιωματική γλώσσα ευτυχεί ποιητικά κάτω απ’ τη λεπταίσθητη πένα του, που της δίνει έτσι τη δυνατότητα να εκφράσει με δύναμη και ευαισθησία καταστάσεις και βιώματα πέραν του λαϊκού, ηθογραφικού χώρου. Συνεχίζει έτσι να προσθέτει επάξια στην καταξιωμένη κληρονομιά των σπουδαίων προπατόρων του είδους, από τον λυρικο-επικό Βασίλη Μιχαηλίδη, μέχρι τον καθαρά λυρικό Δημήτρη Λιπέρτη – και άλλους νεότερους… Ο ποιητής καταφεύγει συχνά στη λαϊκή γλώσσα, θέλοντας να προσδώσει στον λόγο του ξεχωριστή αμεσότητα και παραστατική δύναμη.

Τον παρακολουθούμε στη συνέχεια να περιφέρεται στην κατεχόμενη πατρίδα του ως συνεπαρμένος κι αλαφροΐσκιωτος περιπατητής, πατώντας όχι «την ολόμαυρη ράχη» της, αλλά έναν τόπο ακόμα χλωρό, άσβεστης μνήμης… Δομεί έτσι με μαεστρία το ψυχογραφικό και ιστορικό φόντο, μέσα από το οποίο θα προβάλουν ως μορφές σε εικονοστάσι, οι σημερινές θρυμματισμένες εικόνες της ακόμα καλά αναγνωρίσιμης πάτριας γης του.

Σύννεφο παρατεταμένης σκόνης
σαν γάζα
σκέπασε την πληγή στο βουνό –
κι ύστερα περιτύλιξε τρυφερά
τη μοιρασμένη πόλη.

 Ο ποιητής, όπως προανέφερα, είναι στη στιχουργική δομή συνθετικός, υπό την έννοια της αρμονικής ενορχήστρωσης του αφηγηματικού με το λυρικό, του περιγραφικού με το δραματικό, με κορωνίδα τον καταληκτικά πυκνό και πολύσημο λόγο.

Από την τρύπα βλέπω ένα παιδί,
κάθεται μόνο σ’ ένα κλαδί
κουνώντας ρυθμικά τα πόδια του
πέρα δώθε
στο χάος.

 Σε τέτοιες ευτυχείς στιγμές, οι αισθητικοί κραδασμοί επισυμβαίνουν με μοναδική ευστοχία και χωρίς αναφομοίωτο λεκτικό υπόλοιπο, ώστε ο αναγνώστης να μη σταματά πια σε κανένα λογικό νόημα, αλλά ν’ αφήνεται απερίσπαστος να κολυμπά ευδαιμονικά στα νερά ενός απέριττα μορφοποιημένου ποιητικού λόγου… Γιατί ακριβώς σ’ αυτό πρέπει πάντοτε να κατατείνει, στις κορυφαίες της πραγματώσεις, η καλή ποίηση: Να υποβάλλει –και όχι να ονομάζει– τα μεγάλα και υψηλά. Να προκαλεί – και όχι να περιγράφει– την ψυχική ανάταση. Κι αυτό επιτυγχάνεται ρίχνοντας την κατάλληλη εικόνα, μεταφορά ή ρυθμική νότα, που ενεργοποιεί το λανθάνον εμπειρικό απόθεμα μέσα μας… Κι ας είναι τούτο το απόθεμα στον κάθε αναγνώστη τόσο διαφορετικό, κι ας κατευθύνει την κάθε ψυχή στον δικό της συναισθηματικό δρόμο… Δεν παραβλέπει κανείς εύκολα στίχους σαν τους ακόλουθους:

Από τη λέξη στο χέρι λοιπόν
κι από το χέρι στο μυαλό.
Λες και γυρίζει ανάστροφα
κάποιος το κλειδί
στον αυχένα του χρόνου.

Σχολίασα μέχρι τώρα περισσότερο την αισθητική ιδιομορφία και τους ποιητικούς τρόπους του Παναγιώτη Νικολαΐδη, αφήνοντας σκόπιμα σε δεύτερο πλάνο το υλικό φόντο, που αιμοδοτεί καταλυτικά τη συνθετική αυτή δημιουργία. Και είναι τούτο το φόντο ένα εξαγιασμένο στη συνείδηση εικονοστάσι γνώριμων τόπων, θεμελιωμένων σε στέρεα επιστρώματα μνήμης. Μέσα από στίχους γεμάτους ευαισθησία, δίνεται σε αρκετά ποιήματα μια εν αγωνία συντελούμενη Οδοιπορία, μετά από πολύχρονο βίαιο χωρισμό:

Έτσι συμβαίνει.
Η ζωή συνεχίζει να μας σπρώχνει μπροστά.
Ένα πουλί ωστόσο
μας κοιτά καθώς φεύγουμε,
περίεργα.

Οι συνειρμοί που αναπτύσσονται κατακλύζουν ανεπαίσθητα τον αναγνώστη, αφού ο ποιητής με την τέχνη του επιτυγχάνει να μας ξαφνιάσει, υποβάλλοντας αλυσιδωτά ερωτήματα: Τι κατάλαβε το πουλί που κοιτάζει το φευγιό από το ιστορικό Μπέλλα-Πάις τόσο περίεργα; Ως να ένιωσε από ένστικτο την ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης παρουσίας, αναγνωρίζοντας στο βλέμμα των επισκεπτών όχι συνηθισμένους περιηγητές, αλλά συγκινημένους προσκυνητές της εσταυρωμένης πατρίδας! Ο,τι και να συμβαίνει, ο ποιητής πέτυχε και με το παραπάνω τον στόχο του, να υπερβαίνει το κυριολεκτικά λεγόμενο, ανοίγοντας εκφραστικά χώρους στοχαστικού και συναισθηματικού βάθους.

Στο ποίημα με τον ελληνικό αριθμό η’, ανοίγεται –σαρκαστικά και με θεατρική παραστατικότητα– το σκηνικό μιας μεταλλαγμένης πόλης της Κερύνειας, όπου ο ποιητής –δίκην ψυχρού αγγελιαφόρου– επαναδιατυπώνει με τραγικούς στίχους το γεγονός της συμφοράς:

Κυρίες και κύριοι
την παρούσα επιστολή
την υπαγορεύω εν μέσω βροχής.
Οι στάχτες που αιωρούνται
θυμίζουν άλλη εποχή
αλλά θα το ξεχάσουμε.
Κι αυτό γιατί
η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας
χτυπά με δύναμη τον κερατοειδή
ζαρώνοντας όλες τις γωνιές των σελίδων.

 Ζαρώνει φυσικά, με τέτοιους αφυπνιστικούς στίχους, την επανάπαυση κι αδιαφορία κάθε εν εγρηγόρσει συνείδησης, που δεν αποδέχεται να βλέπει γκρεμισμένα τα πρότυπα του δικαίου και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Οδυνηρή η βίωση μιας τέτοιας αβάσταχτης πραγματικότητας, όπως ασήκωτο και το βάρος των λέξεων, όπου παρηγορητικά καταφεύγει για ν’ απαλύνει την οδύνη με εμπνευσμένο ποιητικό λόγο.

Για να τεμαχίσω τον πόνο σε δόσεις
μασώ ένα μήλο
και κρύβομαι σ’ αυτό το μπλε.
Γίνομαι πάλι ένα μικρό ψάρι
μέσα στον ωκεανό
των λέξεων.

Το Οδοιπορικό του Παναγιώτη Νικολαΐδη είναι προσωπικά επώδυνο, αλλά και καλλιτεχνικά δυσχερές κι ανηφορικό: Κι αυτό, γιατί η μετάπλαση των αισθημάτων σε λόγο ποιητικό απαιτεί τρομερή συσπείρωση δυνάμεων ψυχο-πνευματικών, που κυριολεκτικά ματώνουν κάθε επαρκή κι ευσυνείδητο δημιουργό. Ως πνευματικός Οιδίπους επί Κολωνώ, οδεύει ο ποιητής στους δρόμους και χώρους του ιστορικού μαρτυρίου, εκστομίζοντας τραγικούς στίχους, που καρφώνουνται επάνω στον αναγνώστη και τον δυσκολεύουν να προχωρήσει ανεμπόδιστα παρακάτω.

Διάστικτοι από ξένη σήμανση
προχωράμε όπως αισθάνεται κανείς
όταν πιαστεί σε ιστό αράχνης.
Γι’ αυτό στηρίζουμε το τοπίο
με ασπίδες ηχηρές:
Γαλάτεια
Γιαλούσα
Κώμα του Γιαλού…


Αυτές οι ηχηρές ασπίδες –τόποι και τοπωνύμια αρχέγονα και διαχρονικά– είναι η μικρή πικρή πατρίδα, χωρίς αρχή και τέλος, στη συλλογική μνήμη ριζωμένη βαθιά. Γι’ αυτό κι ο Οδοιπόρος ποιητής τα καταγράφει με ψυχική και καλλιτεχνική ένταση, καθώς το δηλώνει αφοπλιστικά με δυο απλούς στίχους:

Σαν δέμα ματωμένο
φτάσαμε τελικά στο Ριζοκάρπασο.

Στη χερσόνησο της Καρπασίας, παρότι το λυρικο-δραματικό στοιχείο εξακολουθεί να κτυπά κόκκινο, η αισθητηριακές κεραίες υπόκεινται στον λεπταίσθητο κραδασμό της καθαυτό φυσικής ομορφιάς, αφήνοντας αβίαστα ν’ αναβρύσουν δροσεροί στην αυθεντικότητά τους στίχοι, όπως οι ακόλουθοι:

Μακριά το φίδι
στην εξορία του πλίνθου ζεσταίνεται
κι αυτό το μπλε που ανακηρύσσεται κάθετα
λυγίζει την όραση τρεις φορές.

 Η περιοδεία τού ποιητή στο κατεχόμενο κομμάτι της πατρίδας του, αφήνει όπως είναι φυσικό και σύντομα ανοίγματα σε κάποια χαλάρωση, με «το στήθος που γέμισε πέτρες», κατά την έκφρασή του, να γεμίζει ευχάριστα με ζωογόνο αέρα… Κάτι τέτοιο προσέχουμε σε σταθμό που κάνει στο γραφικό Μπογάζι – όπου «στην αναμνηστική φωτογραφία, τα μακριά μαλλιά της Σταυρούλας», καθώς γράφει, του φαίνονται «ως να μπλέκονται στο φως».

Ραψωδεί όμως αδιάκοπα, από τόπο σε τόπο, ο στοχαστικά συγκινημένος Παναγιώτης Νικολαΐδης, ιδιαίτερη κάνοντας μνεία στην κατεχόμενη Αμμόχωστο, της οποίας οι ιστορικές περιπέτειες δεν έχουν τελειωμό. Μ’ εξαίρετους καταληκτικούς στίχους απευθύνεται στην αξιολάτρευτη πόλη, εκφράζοντας με πρωτοτυπία και ένταση την αδυναμία του να της προσφέρει τη φυσική, ζεστή αγκαλιά του:

Μα πώς μπορώ μ’ ένα βλέμμα κόρη
να σ’ αγκαλιάσω;
Αγαπημένη
αυτό το ποίημα είναι νάρθηκας
για τα σπασμένα μου
δάχτυλα.

Το βιβλίο Η Νύφη του Ιούλη, του Παναγιώτη Νικολαΐδη, είναι μια άρτια ποιητική κατάθεση. Σ’ αυτή την αξιοπρόσεκτη επίδοση, τον οδήγησε σίγουρα η επαρκής καλλιτεχνική αρματωσιά, αλλά και το αποθησαύρισμα σοφίας στη διαχρονικότερη και βαθύτερη θέαση των συμβάντων. Αυτό φανερώνουν εξάλλου και τα τελευταία λυρικά κομμάτια, με τα οποία αποσταγματικά κλείνει τούτη την πολύ ενδιαφέρουσα ποιητική δημιουργία. Παραθέτω μερικούς, αισθητικά υπερ-άξιους στίχους:

Θεέ μου,
δίδαξέ με ν’ αποβάλω το δέρμα.
Είμαι μονάχα ένα σώμα
που γράφει με το χέρι το ανεπίδοτο
σαν στρεβλωμένος
παφλασμός
από φως.

Όπως εύκολα συνάγεται από τέτοιες ποιητικές πραγματώσεις, ο ποιητής υπερβαίνει πλέον τα κατά κόσμον συντελούμενα, εκφέροντας επιφωνηματικά έναν λόγο ουσιαστικά οικουμενικότερο.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ


* Το κείμενο εκφωνήθηκε κατα την παρουσίαση του βιβλίου στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Πάφου την Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2019.