Τάκης Κουφόπουλος, Ποιήματα (Μια επιλογή)

sun-dried-tomatoes-beata-czyzowska-young

ΤΑΚΗΣ ΚΟΥΦΟΠΟΥΛΟΣ

(Ἐπιλογὴ ποιημάτων: Θανάσης Γαλανἀκης)

(Διχθά, ἐκτὸς ἐμπορίου, 1996)

Τὸ νυφικό της μπερδευόταν στὰ πόδια της. Στὸ ἕνα χέρι κρατοῦσε τὴν ἀνθοδέσμη, μὲ τ’ ἄλλο χαιρετοῦσε. Ἐκεῖνοι τὴν ἔραιναν μὲ ρύζι. Στὴ σκάλα τῆς ἐκκλησίας ἔτρεξα καὶ τὴν ἔπιασα ἀπὸ τὸ χέρι νὰ τὴν βοηθήσω. Κατέβαινε ἀργά, ἡ παλάμη της ἔτρεμε μέσα στὴ δική μου. Στὸ τελευταῖο σκαλοπάτι ἦταν πιὰ μιὰ μαυροφορεμένη γριά. Ἡ παλάμη της ἐξακολουθοῦσε νὰ τρέμει. Στὸ ἄλλο χέρι κρατοῦσε τὸ πιάτο μὲ τὰ κόλλυβα.

~.~

Ὅσοι εἶχαν φάει τὴ μερίδα τους καὶ δὲν εἶχαν χορτάσει, ξαναγύριζαν. Ἦταν θυμωμένοι, τοὺς εἶχαν κοροϊδέψει, τοὺς εἶχαν πεῖ πὼς μιὰ μπουκιὰ ἀρκεῖ. Τώρα κρατοῦν στὰ χέρια τους χατζάρια. Θέλουν νὰ κόψουν μόνοι τους.

~.~

Στὸ τέλος κάθε μέρας κλείνω ἰσολογισμό: θάνατοι εἰς ἐξόφλησιν, θάνατοι εἰς πίστωσιν, θάνατοι ἐκκρεμεῖς.Κρατῶ πάντα τὸ νόμιμο ποσοστό μου.

~.~

Γιὰ χρόνια χώριζα τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων σὲ ὀμάδες. Ὀμάδες πρωινές, ὀμάδες τοῦ μεσημεριοῦ, ὀμάδες τοῦ ἀπογεύματος (ὀμάδες γιὰ τὴν νύχτα δὲν ὑπῆρχαν).Ἔτσι γέρασα.
Ὅταν ἀνακάτεψα πάλι τὰ μάτια ὁ κόσμος γέμισε χάντρες.


(Ποιήματα 1942-1946, ἐκτὸς ἐμπορίου, 2009)

ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Κυλᾶ ὁ χρόνος στῆς ζωῆς τὸ μονοπάτι.
Ἄπειρες γιὰ τὸ ἄπειρο ζωὲς καὶ μία
γιὰ μέ. Σκληρὸ εἶναι τὸ κεντρί του ζευγολάτη.
Κάποια μορφὴ θὰ γεννηθεῖ ἀπὸ ἱστορία.

Κάποια φωνὴ θὰ ἀντηχήσει στὸ σκοτάδι
κάποια φωνὴ μὲς στὸν ἀνύπαρχτον ἀγέρα
θὰ ὑψωθεῖ. Μπορεῖ νὰ βγεῖ κι ἀπὸ τὸν Ἅδη
μὰ τί σημαίνει; Ἀρκεῖ ποὺ θ’ ἀκουστεῖ μιὰ μέρα.

Ὅμοιο τῆς Κίρκης τὸ ραβδὶ τὸ μαγεμένο
εὐλογημένη προσταγὴ σωτήρια αὔρα
ποὺ θὰ φουσκώνει τὸ πανὶ τὸ ζαρωμένο
καὶ τὴν καρένα θὰ εὐλογεῖ. Καινούργια Λαύρα!

Καί τότε, τότε θ’ ἀκουστεῖ, ὄχι ἀπ’ τὸ δῶμα
ἀγέρωχο περπάτημα, περήφανο, γεμάτο
πάνω στὸ μάρμαρο τὴ σάρκα ἢ τὸ χῶμα
τὸ κόκκινο. Ποιός νοιάζεται τί θἆναι ἀπὸ κάτω.

Τότε θὰ λείψει ἡ ἀγκύλωση ἀπ’ τὸ χέρι.
Xωρὶς τρεμούλιασμα ὁ δείχτης πιὰ θὰ κλείνει
πέρα ἀπὸ τὸ σκούριασμα τὸ μεσημέρι
στὸ γέλιο τῆς αὐγῆς ἢ στοῦ βραδιοῦ τὴ δίνη.

Ὁ ἄρχοντας θὰ σταματήσει νὰ δειλιάζει.
Κάτι στὰ μάτια του πετιέται καὶ τὰ κλείνει.
Σὲ κάθε βῆμα του δὲ στέκει νὰ σκεπάζει
τ’ ἀχνάρι ποὺ καλὰ καλὰ δὲν εἶχε μείνει.

Καὶ λεύτερος θὰ τιναχτεῖ μπροστὰ γιὰ κεῖνο
ποὺ ἡ φύση τοῦ τόσον καιρὸ κοιλοπονοῦσε.
Πάνω ἀπ’ τὸ σύνολο, πιασμένος ἀπ’ τὸ κρίνο
τῆς ζωντανῆς ζωῆς. Εἴδωλο, πές μου, ποὖσαι;

Κυλᾶ ὁ χρόνος στῆς ζωῆς τὸ μονοπάτι.
Σβήνουν βουνά, ξεσκίζονται μυαλὰ καὶ στήθη.
Μ’ ἀθάνατος βρυκόλακας, αὐτὸ τὸ κάτι
σὰν πάντα μοῦ φωνάζει: – Παραμύθι.

~.~

ΔΙΑΨΕΥΣΗ

Σὰν ἀπομείνει ὁ πυρσὸς
στὸ χέρι σου χλωμὴ πυγολαμπίδα
καὶ σκοτεινιάσει ἡ ἐκκλησιὰ ποὺ φώτιζες
γύρισε πίσω.
Ἡ ὀμορφιὰ ποὺ πλάστηκε ἀπ’ τὰ χέρια της
ποὺ πῆρε τὴν πνοή της
ποὺ μύρισε ἀπ’ τὸ σῶμα της
ἦταν πολύ.
Καὶ τῶν κορμιῶν τὸ ξέφρενο τὸ σπάραγμα
–κορμιῶν ποὺ πρέπει νἆταν δυό–
καὶ τῆς καυτῆς ἀνάσας τὸ τρεμούλιασμα
–ἀνάσας μιᾶς ἀπὸ δυὸ στόματα βγαλμένης–
καὶ τῶν ματιῶν τὸ σβήσιμο
στὸ θάμπος τῆς ἀλήθειας ποὺ ἀγγίχτηκε
πέσαν βαριὰ
στὰ χέρια σου τ’ ἀμύρωτα.
Νά ἡ γωνιά.
Πῶς ξέφυγες;
Νά τὸ σημάδι τοῦ κορμιοῦ ἀπ’ τ’ ἀνακούρκουδα
καὶ τὸ ροκάνισμα τοῦ κομματιοῦ τοῦ ξεραμένου
σουράβλι ποὺ τεντώνει
καὶ σπάζει τὶς χορδές.
Τώρα
εἶναι ἡ σειρὰ τῶν κίβδηλων στιγμῶν
τῶν νόθων ὁραμάτων.
Εἶναι ἡ σειρὰ τοῦ τίποτα.

~.~

ΕΙΚΟΝΑ

Στέκει μπροστὰ μπροστὰ μιὰ εἰκόνα.
Καὶ πίσω της χοντρόφτιαχτο τραπέζι
καὶ πίσω της ἀτσάλινος διαβήτης
καὶ πίσω της σοφὰ χαρτιά.

Στέκει μπροστὰ μπροστὰ μιὰ εἰκόνα.
Καὶ πίσω της τὸ ξύλινο μαγκάνι
καὶ πίσω της τὸ χέρι τοῦ ζητιάνου
καὶ πίσω της λύκου ματιά.

Στέκει μπροστὰ μπροστὰ μιὰ εἰκόνα.
Εἶναι μικρὴ μὰ τί σωστὴ εἰκόνα!
Καὶ πίσω της ξεκούρντιστο ρολόϊ
καὶ πίσω της σβηστὴ φωτιά.

Στέκει μπροστὰ μπροστὰ μιὰ εἰκόνα.
Ἀπὸ τὴν ἴδια ἀπ’ τὸ χέρι της φτιαγμένη
καὶ πίσω της –εἶναι δική μου εἰκόνα–
καὶ πίσω της πικρὴ νυχτιά.

Στέκει μπροστὰ μπροστὰ μιὰ εἰκόνα.
Σηκώνει τὸ σκυμμένο της κεφάλι
κι εἶν’ τόσο φωτεινὴ τόσο μεγάλη
ποὺ πίσω της δὲν βλέπω πιά.

~.~

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Οἱ ἐγκαταλειμμένοι δρόμοι ἀντηχοῦν
τὸ χτύπημα τῆς καμπάνας.
Ἄδειοι οἱ δρόμοι
ἄδειος ὁ κόσμος
ὁ ἀέρας ἀκίνητος
κι ὁ ἀντίλαλος τῆς ψαλμωδίας
κατακαθίζει
βαρὺς
στὰ πεζοδρόμια.
Πίσω ἀπ’ τὴν μισοκλεισμένη γρίλια
τρέμει ἕνα καντήλι
κι ἡ γάτα
περιμένει καθιστὴ
στὸ κεφαλόσκαλο.
Κάπου μακριὰ
οἱ ἄνθρωποι πηγαίνουν
πίσω ἀπὅνα φέρετρο
τὸ ἀκάνθινο κεφάλι τους
τὰ λογχισμένα σώματά τους.
Δυὸ σκοῦροι μενεξέδες τὰ πελώρια μάτια τους
Πίσω ἀπὅνα φέρετρο
φλόγες ἰσχνὲς
στὶς τρύπες τῆς παλάμης τους
κύματα λιβανιοῦ
ἀπ’ τ’ ἀνοιγμένα στόματά τους.
Κάπου μακριὰ
πίσω ἀπὅνα φέρετρο οἱ ἄνθρωποι ταξιδεύουν
τὸ ἔργο τους.
Ἀφήσανε τὴν πόλη
ἀφήσανε τὴν χώρα.
Δὲν ξαναγύρισαν.
Κι ἔμεινε ἀσήκωτος ἀπὸ τὸ χάος ὁ ἥλιος
ἀγύριστο τὸ μάγγανο τῆς γῆς.
Ἡ νύχτα
ξαπλωμένη στὶς ταράτσες
ἀνακλαδίζεται.
Κι οἱ μέρες κυλοῦν
καὶ τὰ χρόνια κυλοῦν
καὶ τὸ καντήλι σιγὰ σιγὰ σβήνει
κι ἡ γάτα κουρασμένη ἀποκοιμήθηκε.
Ποιός θὰ μετακινήσει τὴ νύχτα
τὴ μοναξιά.
Οἱ δρόμοι τῆς πολιτείας χάσκουνε
κενοί.
Μόνο ἡ ἀνάμνηση τῆς καμπάνας
καὶ τὰ σκληρά μου βήματα στὴν ἄσφαλτο.

ΤΑΚΗΣ ΚΟΥΦΟΠΟΥΛΟΣ


*Στὴν προμετωπίδα βρίσκεται τὸ ἔργο Sun dried tomatoes τῆς Beata Czyzowska.