Το ποιητικό έργο του Τάκη Κουφόπουλου. Μια εξ όνυχος αναδίφηση

του ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Πάντοτε, σὲ ὅλες τὶς ἐθνικὲς γραμματολογίες, θὰ ἐντοπίζονται ἐκεῖνες οἱ sui generis φυσιογνωμίες, ποὺ εἴτε ἕνεκα ἱστορικῆς ἀναγκαιότητας εἴτε ἕνεκα προσωπικῆς ἀνάγκης γιὰ δήλωση τῆς διαφορᾶς τους (καμία σχέση μὲ τὴ χαμερπῆ ἐκδοχὴ τῆς ἐναγώνιας ἀναζήτησης προσοχῆς μὲ κάθε μέσο ἢ τρόπο) θὰ ξεχωρίζουν ἄλλοτε κερδίζοντας εὐρεία ἀποδοχὴ καὶ ἀναγνώριση, κι ἄλλοτε ὄχι. Μία τέτοια περίπτωση ὑπῆρξε καὶ ὁ Τάκης Κουφόπουλος.

Πλάι στὸ πεζογραφικό του ἔργο βρίσκεται –καταλαμβάνοντας σημαντικὰ μικρότερη ἔκταση– καὶ ἕνα μικρότερο ποιητικό, τὸ ὁποῖο ἀξίζει κανεὶς νὰ τὸ ἐξετάσει ξεχωριστά, μιᾶς καὶ μιὰ περιδιάβαση σ’ αὐτὸ ἀποζημιώνει τὸν ἐπίδοξο ἀναγνώστη, ἀποδεικνύοντάς του ὅτι ὁ Κουφόπουλος ἐπιδόθηκε στὸν ποιητικὸ λόγο μὲ λιγότερο ζῆλο ἀπ’ ὅ,τι στὴν πρόζα, ἐπενδύοντας ὡστόσο ἐξίσου ἀπὸ τὸ ψυχικό του ἀπόθεμα.

~.~

Ὅπως πολλοὶ ἄλλοι πεζογράφοι τῆς γενιᾶς του, ὁ Κουφόπουλος ἔκανε τὶς πρῶτες του συγγραφικὲς ἀπόπειρες γράφοντας ποίηση, γιὰ νὰ τὶς ἐγκαταλείψει πολὺ σύντομα στρεφόμενος στὴν πεζογραφία, τὸ δοκίμιο καὶ τὴ μετάφραση. Ὅπως κι ὁ ἴδιος μαρτυρᾶ στὸ εἰσαγωγικό «Σημείωμα» τῆς συλλογῆς Ποιήματα 1942-1946:

Τὰ ποιήματα δὲν γράφτηκαν γιὰ νὰ δημοσιευτοῦν. Ἀποτελοῦσαν τὸ ἔμμετρο ἡμερολόγιό μου, γιὰ ὅσα διάβαζα, σκεφτόμουν, ἢ ὑπέφερα. Σὰν λογοτεχνήματα δὲν τὰ ἐκτιμοῦσα πολύ, γι’ αὐτὸ καὶ τὰ παραπέταγα. Τὰ θεωροῦσα ἄσκηση γιὰ ὅσα σκόπευα τότε νὰ γράψω στὸ μέλλον. Καὶ ἔτσι πράγματι ἦταν. (11)[1]

Παρ’ ὅλα αὐτά, βέβαια, δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ κάνουμε λόγο γιὰ ὁλοκληρωτικὴ ἢ ὁριστικὴ ἐγκατάλειψη τῆς ποίησης ἀπὸ μέρους του, ἐφόσον λάβουμε ὑπόψιν μας τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ σύνολο τοῦ μεταφραστικοῦ του ἔργου ἀφορᾶ σὲ ποιητικὰ κείμενα, τὰ ὁποῖα μάλιστα λογίζονται ἀπὸ πολὺ ἕως πάρα πολὺ ἀπαιτητικά: ὕμνοι τοῦ Ρωμανοῦ τοῦ Μελωδοῦ, Ψαλμοὶ τοῦ Δαυΐδ, Παρμενίδης, Ὅμηρος, Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεῦς καὶ T. S. Eliot,[2] ὅλα τους μεταφρασμένα μὲ προσοχή, μὲ ὑπομνηματισμὸ ὅπου αὐτὸς ἀπαιτεῖται καὶ μὲ στόχο τὴ μεγαλύτερη δυνατὴ διάσωση τόσο τοῦ πνεύματος τοῦ πρωτοτύπου ὅσο καὶ τῆς αἰσθητικῆς ἀπόλαυσης – καίτοι σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις αὐτὸ μπορεῖ νὰ ὁδηγεῖ σὲ μιὰν ἐκζήτηση.

Ἐπιπλέον, πέραν τῶν νεανικῶν αὐτῶν ποιημάτων, στὰ ὁποῖα πιστώνεται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν συγγραφέα ἀνωριμότητα καὶ προχειρότητα θὰ μπορούσαμε νὰ συμπεριλάβουμε στὸ ποιητικὸ corpus τοῦ Κουφόπουλου καὶ τὴν ὑβριδικὴ εἰδολογικὰ ἀπόπειρα ὑπὸ τὸν τίτλο Διχθά (1996). Φυσικά, δὲν θὰ ὑποστηρίζαμε ὅτι γενικότερα στὴν πρόζα τοῦ Κουφόπουλου ὑφέρπουν λυρικὰ ψήγματα – μᾶλλον τ’ ἀνάποδο. Αὐτὸ ὅμως ποὺ ὁπωσδήποτε μπορεῖ κανεὶς νὰ ἐντοπίσει ὡς κοινὸ στοιχεῖο μεταξὺ τῆς ποίησης καὶ τῆς πρόζας του εἶναι ἡ τερπνότητα, ἡ ὁποία κατακτᾶται διὰ τῆς ὁδοῦ τοῦ παραδόξου, τοῦ ἀπροσδόκητου, τοῦ θαυμαστοῦ, μὲ τρόπο τέτοιο ποὺ τὰ ὀνειρώδη ἐκεῖνα χαρακτηριστικὰ τοῦ Διχθὰ ἀμφιρρέπουν –μὲ ὄχημα τὴν εἰκονοποιία ποὺ τὰ συνοδεύει– στὸ διαλεκτικὸ δίπολο ἑνὸς στέρεου ὑλισμοῦ καὶ μιᾶς ἀπαρέγκλιτης μεταφυσικῆς.

image126

Ἡ καλῶς ἐννοούμενη λεξιθηρία τοῦ Κουφόπουλου ἐκδηλώνεται μέσω τῆς ἄντλησης ἐκφραστικοῦ ὑλικοῦ ἀπ’ ὅλα τὰ στρώματα καὶ τὰ ἐπίπεδα τῆς νεοελληνικῆς γλώσσας, ἐπιδιώκοντας ἔτσι τὸ ξάφνιασμα τοῦ ἀναγνώστη – μιὰ τακτικὴ ποὺ ἀκολουθᾶ καί στὰ διηγήματά του, τόσο σὲ ἐπίπεδο πλοκῆς ὅσο καὶ μορφῆς: «Ποῦ νωρὶς τὰ πρόσωπα γυψώνονται, καὶ τὰ σώματα γέρμουν ἀπὸ τὸ βάρος» (6), θὰ γράψει κάπου στὸ Διχθά, ἐπιστρατεύοντας μιὰν ἀσυνταξία, ἡ ὁποία ὅμως φαίνεται νὰ λειτουργεῖ ὑποβλητικὰ πρὸς τὸν ἀναγνώστη.

Ὅπως καὶ στὰ Ποιήματα 1942-1946, ἔτσι καί στὸ ὑβριδικὸ αὐτὸ ἔργο, ὁ Κουφόπουλος παραθέτει ὀνειρώδεις ἀλλὰ ἐπουδενὶ ἀσύνδετες εἰκόνες. Μιὰ τάξη μυστική, ἕνας ὑποδόριος σύνδεσμος, μιὰ νοηματικὴ ἅλυσος ποὺ δρᾶ παρασκηνιακά, συνιστᾶ ἕναν κόσμο ἄλλως ἄλλον, μὲ ἕναν τρόπο ποὺ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ μᾶς φέρνει στὸν νοῦ κάπου-κάπου τὸν Ἐ. Χ. Γονατᾶ καὶ τὰ δικά του παραδοξογραφήματα, τῶν ὁποίων οἱ εἰκαστικοί –συχνὰ ἐξπρεσιονιστικοί– ἀπόηχοι συμβάλλουν, ὅπως ἀκριβῶς καὶ στὸν Κουφόπουλο, στὴ διατήρηση τῆς τάξης ἀποτρέποντας τὸ χάος τοῦ ἀσύνδετου λόγου, τῆς ἀχώνευτης καὶ παρατακτικῆς συμπαράθεσης εἰκόνων:

Τὸ νυφικό της μπερδευόταν στὰ πόδια της. Στὸ ἕνα χέρι κρατοῦσε τὴν ἀνθοδέσμη, μὲ τ’ ἄλλο χαιρετοῦσε. Ἐκεῖνοι τὴν ἔραιναν μὲ ρύζι. Στὴ σκάλα τῆς ἐκκλησίας ἔτρεξα καὶ τὴν ἔπιασα ἀπὸ τὸ χέρι νὰ τὴν βοηθήσω. Κατέβαινε ἀργά, ἡ παλάμη της ἔτρεμε μέσα στὴ δική μου. Στὸ τελευταῖο σκαλοπάτι ἦταν πιὰ μιὰ μαυροφορεμένη γριά. Ἡ παλάμη της ἐξακολουθούσε νὰ τρέμει. Στὸ ἄλλο χέρι κρατοῦσε τὸ πιάτο μὲ τὰ κόλλυβα. (10)

Οἱ ἄνθρωποι στὸ ποιητικὸ ἔργο τοῦ Κουφόπουλου, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι τίθενται νὰ διαβιοῦν ἐντὸς ἑνὸς σκηνικοῦ ποὺ ξεπερνᾶ τὴν καθιερωμένη λογική, μοιάζουν νὰ εἶναι ἐντάξει μὲ τὴν παρουσία τους μὲς στοὺς στίχους τῶν Ποιημάτων ἢ τὶς στροφικὲς ἑνότητες τοῦ Διχθά: «Ἡ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ μας ἔβλεπε μπροστά, τὰ παράθυρα πίσω. Ἐμεῖς στὴ μέση, σὲ ἀσφαλῆ ἀπόσταση κι ἀπὸ τὰ δυό». (27) Δὲν εἶναι ἀπορρυθμισμένοι, δὲν δροῦν ὡς πλανεμένοι ἀπὸ τὸν μαγικό τους περίγυρο ἢ τὸ ἀνοίκειο περιβάλλον – κοινῶς, δὲν εἶναι “ἄλλοι”, ἀλλὰ διατηροῦν τὴν ἀνθρωπινότητά τους μὲ ὅ,τι αὐτὸ συνεπάγεται: «Ὅσοι εἶχαν φάει τὴ μερίδα τους καὶ δὲν εἶχαν χορτάσει, ξαναγύριζαν. Ἦταν θυμωμένοι, τοὺς εἶχαν κοροϊδέψει, τοὺς εἶχαν πεῖ πὼς μιὰ μπουκιὰ ἀρκεῖ. Τώρα κρατοῦν στὰ χέρια τους χατζάρια. Θέλουν νὰ κόψουν μόνοι τους» (14)

Ἡ ἀπόπειρα τοῦ Διχθά, ἤγουν μιὰ συγγραφικὴ προσπάθεια ἀνάμεσα στὴν ποίηση καὶ στὴν πρόζα, φανερώνει ὣς ἕναν βαθμό –ἀσφαλῶς πλάι στὴ διαρκῆ καὶ ἀκάματη, μέχρι θανάτου μεταφραστική του ἐργασία– τὴν πρόθεση τοῦ Κουφόπουλου νὰ μὴ διακόψει ἐξολοκλήρου τὶς ἐπαφές του μὲ τὸν ποιητικὸ λόγο. Δὲν εἶναι, θεωροῦμε, τυχαῖο τὸ γεγονός, ὅτι δεκατρία ὁλόκληρα χρόνια μετὰ τὸ ὑβριδικὸ αὐτὸ ἔργο, ὁ συγγραφέας ἀποφασίζει νὰ παρουσιάσει στὸ κοινὸ μιὰ γενναία δόση ποιητικῆς παραγωγῆς, ἡ ὁποία προέκυψε κατὰ τὰ χρόνια τῆς Κατοχῆς καὶ τὰ πρῶτα χρόνια τοῦ Ἐμφυλίου.

Παρὰ τὶς δηλώσεις τοῦ ἰδίου περὶ μιᾶς εὐκαιριακῆς καταγραφῆς τῶν σκέψεών του σὲ ποιητικὴ μορφή (ἔχοντας, ἑπομένως, νὰ κάνουμε μὲ μιὰν ἄτυπη ἀποκήρυξη – ἀλήθεια, ὅμως, ἀποκήρυξη καὶ δημοσίευση πᾶνε μαζί;), δὲν θὰ χαρακτηρίζαμε τοὺς παρουσιαζόμενους στίχους ὡς ἐντελῶς ἀνώριμους. Σὺν τοῖς ἄλλοις, ἡ ἴδια ἡ ἐπιλογὴ τοῦ συγγραφέα νὰ τοὺς δημοσιεύσει συντείνουν πρὸς μιὰ κατεύθυνση ἄλλη ἀπὸ τὴν προφασιζόμενη στὸ εἰσαγωγικὸ «Σημείωμα» – ἕνα κλείσιμο τοῦ ματιοῦ τοῦ πολυμήχανου Κουφόπουλου πρὸς τὸν προσεκτικὸ ἀναγνώστη του.

Δεδομένης τῆς ἡλικίας τοῦ συγγραφέα, στίχοι ὅπως οἱ παρακάτω δὲν μαρτυροῦν οὔτε ἀνωριμότητα οὔτε ἐλλιπῆ παιδεία· ἀντιθέτως, τόσο ἡ σπουδὴ στὸν ἔμμετρο στίχο ὅσο καὶ ἡ ἔμφυτη καθὼς φαίνεται ροπὴ πρὸς μιὰν ἔκφραση ποὺ τείνει τὸ βλέμμα της πρὸς τὰ πάνω φανερώνουν μιὰ συγγραφικὴ φυσιογνωμία ποὺ κατὰ τὰ πρῶτα της βήματα ἔχει σαφῶς περιγεγραμμένο ἐντός της τὸ πλάνο τῶν ἑπόμενων βημάτων της:

Κυλᾶ ὁ χρόνος στῆς ζωῆς τὸ µονοπάτι.
Ἄπειρες γιὰ τὸ ἄπειρο ζωὲς καὶ µία
γιὰ µέ. Σκληρὸ εἶναι τὸ κεντρὶ τοῦ ζευγολάτη.
Κάποια µορφὴ θὰ γεννηθεῖ ἀπὸ ἱστορία.
(«Παραμύθι», 18)

ἢ λίγο παρακάτω:

Καὶ λεύτερος θὰ τιναχτεῖ μπροστὰ γιὰ κεῖνο
ποὺ ἡ φύση του τόσον καιρὸ κοιλοπονοῦσε.
Πάνω ἀπ’ τὸ σύνολο, πιασμένος ἀπ’ τὸ κρίνο
τῆς ζωντανῆς ζωῆς. Εἴδωλο, πές μου, ποὖσαι;

Κυλᾶ ὁ χρόνος στῆς ζωῆς τὸ μονοπάτι.
Σβήνουν βουνά, ξεσκίζονται μυαλὰ καὶ στήθη.
Μ’ ἀθάνατος βρυκόλακας, αὐτὸ τὸ κάτι
σὰν πάντα μοῦ φωνάζει: – Παραμύθι. (19)

Ἡ συλλογὴ διαρθρώνεται σὲ ἑνότητες ποὺ ἀλληλοδιαδέχονται ἡ μία τὴν ἄλλη ὡς ἀναβαθμοί. Ἀπὸ τὴν ἔμμετρη ποίηση σιγά-σιγὰ περνᾶμε σὲ πιὸ ἐλευθερωμένες φόρμες γιὰ νὰ φτάσουμε τελικὰ στὸν ἐλεύθερο στίχο, ἐνῶ παράλληλα ἡ μεταφυσική, ὀνειρώδης πλὴν ὅμως ἀνταποκρινόμενη σὲ μιὰ στέρεη θεματικὴ βάση εἰκονοποιία ἔρχεται νὰ παραχωρήσει τὴ θέση της σὲ μιὰ περισσότερο ἀφαιρετικὴ καὶ λοξὴ ἀναπαράσταση τῶν πραγμάτων, δίχως ὅμως αὐτὸ νὰ λειτουργεῖ ὡς τροχοπέδη στὴν αἰσθητικὴ ἀπόλαυση ἢ στὴν παρακολούθηση τῆς ἐπιδιωκόμενης αἴσθησης καὶ νοηματικῆς ἀλληλουχίας ἀπὸ τὸν ἀναγνώστη:

ΔΙΑΨΕΥΣΗ

Σὰν ἀπομείνει ὁ πυρσὸς
στὸ χέρι σου χλωμὴ πυγολαμπίδα
καὶ σκοτεινιάσει ἡ ἐκκλησιὰ ποὺ φώτιζες
γύρισε πίσω.
Ἡ ὀμορφιὰ ποὺ πλάστηκε ἀπ’ τὰ χέρια της
ποὺ πῆρε τὴν πνοή της
ποὺ μύρισε ἀπ’ τὸ σῶμα της
ἦταν πολύ.
[…]
Νά τὸ σημάδι τοῦ κορμιοῦ ἀπ’ τ’ ἀνακούρκουδα
καὶ τὸ ροκάνισμα τοῦ κομματιοῦ τοῦ ξεραμένου
σουράβλι ποὺ τεντώνει
καὶ σπάζει τὶς χορδές.
Τώρα
εἶναι ἡ σειρὰ τῶν κίβδηλων στιγμῶν
τῶν νόθων ὁραμάτων.
Εἶναι ἡ σειρὰ τοῦ τίποτα. (26-27)

dekaokto_keimena.jpg.thumb_600x873_4815f6ba89fb6f39b1530a814c426f5dΤὸ μυστικὸ στοιχεῖο, τὸ μυστήριο τοῦ Κουφόπουλου, ποὺ τόσο συχνὰ φαίνεται νὰ κάνει αἰσθητὴ τὴν παρουσία του σὲ ὁποιαδήποτε ἔκφανση τῆς γραφῆς του ἔρχεται κι ἐδῶ νὰ δώσει τὸ «παρόν» μέσω ἑνὸς λευκοῦ καὶ ἀκίνδυνου συγκρητισμοῦ, ἄλλο ἕνα ἀποδεικτικὸ μιᾶς ἀρχόμενης ὡριμότητας, ἡ ὁποία ξεπερνώντας τὴν παιδικὴ ἀσθένεια τοῦ πάθους καὶ τῆς πόλωσης (πολλῷ δὲ μᾶλλον μεσούσης μιᾶς ἱστορικῆς συγκυρίας ποὺ ἂν μὴ τί ἄλλο εὐνοοῦσε πάσης φύσεως πολώσεις…) καταφέρνει νὰ βγεῖ ἀλώβητη αἰσθητικὰ καὶ ἰδεολογικά, λειτουργώντας ὡς ἕνας τρόπον τινὰ προϊδεασμὸς καὶ γιὰ τὴ μετέπειτα σύνολη στάση τοῦ συγγραφέα – μιὰ στάση ποὺ διαπιστώνει κανεὶς καὶ ἀπὸ τὴ συμμετοχή του στὰ Δεκαοχτὼ κείμενα:

Ἐφέτος
κρέμασα στὸ δέντρο μου
μιὰ τερρακότα αἰγυπτιακή
μιὰ ἀχιβάδα καφεάσπρη
καὶ ἕνα κομποσκοίνι ἁγιορείτικο.
(«Πρωτοχρονιά», 46)

Δεδομένων, λοιπόν, ὅλων τῶν παραπάνω θέλουμε νὰ πιστεύουμε ὅτι ἔστω κι αὐτὴ ἡ σύντομη παρουσίαση τῶν βασικῶν συνιστωσῶν τοῦ ποιητικοῦ κόσμου τοῦ Κουφόπουλου ἀποκαλύπτει μιὰν ἀκόμα ὄψη τοῦ ἔργου τοῦ πολυμήχανου αὐτοῦ συγγραφέα, ὁ ὁποῖος ὡς γνήσιος ἀναχωρητὴς τῶν γραμμάτων κινήθηκε στὴ μεθόριο τῆς ἀρνησικοσμίας καὶ κληροδότησε στὸ μέλλον ἕνα ἔργο, τὸ ὁποῖο κεῖται ἀνοικτὸ πρὸς ἅπαντες, ἀναμένοντας τοὺς ἀναγνῶστες καὶ τοὺς μελετητές ποὺ τοῦ ἀξίζουν. Ἐπιδεικνύοντας σπάνια πίστη στὴ δύναμη τοῦ λόγου per se, ἀλλὰ καὶ στὴ δυναμικὴ τῶν ἴδιων τῶν γραπτῶν του, ὁ συγγραφέας ἀποφάσισε μὲ γενναιότητα καὶ συνέπεια πρὸς τὴ στάση του ν’ ἀφήσει τὴν ἐπικαρπία τῆς μνήμης του στὸ ἀπόθεμα τῆς λέξης;

Κάποτε
τὰ λόγια μας
θὰ μᾶς σώσουν.
(«Ἄμποτε», 95)

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ


[1] Τ. Κουφόπουλος, Διχθά, ἐκτὸς ἐμπορίου, 1996· Ποιήματα 1942-1946, ἐκτὸς ἐμπορίου, 2009

[2] Παρατίθενται κατὰ χρονολογικὴ σειρὰ μετάφρασης: (T. S. Eliot, Τετάρτη τῶν τεφρῶν καὶ ἄλλα ποιήματα, 1964· Κλήμης Ἀλεξανδρεῦς, Στρωματεῖς. Βιβλίο Ε΄, 1999· Παρμενίδης, Τὸ ποίημα, 2001· Εἴκοσι ψαλμοί, 2003· Ἀπὸ τὸ Α΄ τῆς Λογοτεχνίας, 2007· Ρωμανὸς Μελωδός, Δύο ὕμνοι, 2014· T. S. Eliot, Τέσσερα κουαρτέτα, 2018)