Δημήτρης Καρακίτσος, Οιδίπους θηρευτής

του ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΥ

Επιβλητικός και παχουλός, ο Οιδίποδας Μαχραμής βγήκε από το αυτοκίνητό του και πλησίασε τον άνθρωπο που σφάδαζε πεσμένος ανάσκελα στους θάμνους. Λίγα μέτρα δίπλα του, μια αναποδογυρισμένη μοτοσυκλέτα είχε πάρει φωτιά. Ο τραυματισμένος, ένας ηλικιωμένος άντρας με χρυσαφί παλτό, κρατούσε το σπασμένο του πόδι.

«Θα με σκότωνες ρε παλικάρι, βοήθα με, τι κοιτάς».

«Έχει ιατρείο εδώ κοντά;» ρώτησε ο Οιδίποδας.

«Στον Ορχομενό».

«Νόμιζα ότι δεν ζει κανείς εκεί».

Ο τραυματισμένος προσπάθησε να σκίσει ένα κομμάτι από το πουκάμισό του. «Καμιά τριανταριά, όλοι κι όλοι. Βιάσου όμως, έχω χάσει αίμα».

«Μην αγχώνεσαι, δεν θα πεθάνεις από αυτό».

Ο ηλικιωμένος κοίταξε τον άνδρα. «Πονάω, φίλε».

Ο Οιδίποδας πέταξε το τσιγάρο του στο χώμα.  Μπήκε στο αυτοκίνητο και άνοιξε το ράδιο στη διαπασών. Καλύτερα να μην ακούς τα ουρλιαχτά, σκέφτηκε. Ύστερα πάτησε με δύναμη το γκάζι, πέρασε με τους δεξιούς τροχούς πάνω από το κορμί του γέρου και έκανε όπισθεν για να τον ξαναπατήσει.

Να βεβαιωθεί ότι η δουλειά έγινε σωστά.

«Του έλιωσα τον μηρό, μαλακία μου! Το πιο κρεατωμένο σημείο».

Τα μάτια του ηλικιωμένου κοίταζαν το κενό.

Ο Οιδίποδας τύλιξε το πτώμα στη ζελατίνη αυτόματης ψύξης θηράματος και το στρίμωξε στο πορτ μπαγκάζ. Τρεις ποιήτριες, ένας πεζογράφος και μια γριά μυθιστοριογράφος. Διακόσιες κορώνες, μέχρι στιγμής καλά. Ψαχούλεψε τα χαρτιά του νεκρού. Λάιος λεγόταν, εβδομήντα τριών ετών. Ιδού και το τελευταίο του βιβλίο. Ένα βιογραφικό που κάλυπτε τα δυο αυτιά και το οπισθόφυλλο. Κυρίως διακρίσεις σε ασήμαντους διαγωνισμούς και συμμετοχές σε ηλίθιες ημερίδες.

«Πέσαμε μέσα».

Ο Οιδίποδας στάθηκε στην άκρη του δρόμου. Ερείπια μιας εγκατάστασης logistics και περικοκλάδες. Ο κίτρινος ουρανός.

«Ιδού», μουρμούρισε ο Οιδίποδας, «η ένδοξη χώρα της Θήβας. Ένα απέραντο γιδομαντρί».

Και έβαλε μπρος το αυτοκίνητο.

Στη Θήβα τον περίμενε, για μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη, η δημοσιογράφος Κατερίνα Σφίγγα.

Συναντήθηκαν στο αναψυκτήριο, λίγο πριν την πύλη της πόλης. Ο Οιδίποδας αγόρασε ένα σακουλάκι με ψίχουλα και στήθηκε στην ξύλινη γέφυρα. Οι πάπιες. Τα πράσινα νερά και τα πλατανόφυλλα.

«Έχετε και τα θηράματα μαζί σας;»

Τα ξανθά της μαλλιά ήταν μαζεμένα κότσο. Ένας τρυφερός λαιμός. Ένας σμιλεμένος αυχένας.

«Ναι, στους πελάτες μου θα τα πάω μετά τη συνέντευξη».

«Θέλετε να τα πούμε εδώ;»

«Να καθίσουμε, θα προτιμούσα».

«Μισό λεπτό όμως, μια φωτογραφία στη γέφυρα».

«Να σταθώ εδώ;»

«Ναι, αλλά ισιώστε λίγο το κορμί σας».

Ο Οιδίποδας χαμογέλασε. Σκέφτηκε: είναι μια πολύ όμορφη γυναίκα.

«Έτσι. Σταθείτε εκεί. Θα αρέσετε στις αναγνώστριές μας».

«Σας ευχαριστώ».

«Είμαι έτοιμη. Μπορούμε να καθίσουμε κάπου».

«Ναι περάστε».

Οι δυο νέοι βολεύτηκαν σε ένα από τα τραπεζάκια του αναψυκτηρίου, κάτω από τα κίτρινα πλατάνια. Ο σερβιτόρος ήταν οικονομικός μετανάστης από ένα φτωχό πλανήτη της Ανδρομέδας. Είναι συνεσταλμένοι τους πρώτους τους μήνες εδώ.  Ντρέπονται για τα χέρια τους, για τις πράσινες φολίδες, οι περισσότεροι φορούν πέτσινα γάντια. Όταν τους μιλάς, σταυρώνουν τα χέρια τους πίσω από την πλάτη, προσπαθούν να απομνημονεύσουν την παραγγελία, όταν όμως υπηρετούν πολύ μεγάλες παρέες, αναγκάζονται να γράψουν στο τεφτέρι, και για αυτό τραβιούνται δυο βήματα πίσω. Οι δικοί μας αρχίζουν τα πειράγματα, ακούς καλά από εκεί; κλπ. Κατά τα άλλα είναι όμορφοι. Και τα θηλυκά. Καλλονές. Αν συνηθίσεις τα φολιδωτά τους χέρια, δεν έχεις κανένα πρόβλημα. Είναι λίγο ανατριχιαστικό το άγγιγμα. Σου οργώνει τη σπονδυλική στήλη. Το καλύτερο είναι να πέφτεις πάνω της σε ιεραποστολική στάση και να φοράς φανέλα. Έχουμε γίνει ιεραπόστολοι για την πάρτη τους.

«Είστε ένας από τους γνωστότερους ειδικευμένους κυνηγούς. Κατ’ αρχάς γιατί επιλέξατε αυτό το είδος θηράματος; Δεν είναι δύσκολο να τους ξεχωρίζετε;»

«Ας πούμε ότι γνωρίζω πρόσωπα και καταστάσεις. Εργάστηκα επί σειρά ετών στον χώρο των εκδόσεων.  Ήμουν διορθωτής. Και μεταφραστής. Είχα γνωριμίες. Και τις εκμεταλλεύτηκα. Αν μου λέγατε να κυνηγήσω μέλη προπαρασκευαστικών επιτροπών ή διακινητές γυναικών από την Αφρική, δεν θα είχα από πού να ξεκινήσω. Θέλω να πω, ο χώρος της λογοτεχνίας μού είναι οικείος. Αγαπούσα τη λογοτεχνία. Τώρα όμως την έχω βαρεθεί. Με έκαναν να τη βαρεθώ άνθρωποι σαν κι αυτούς που κυνηγώ, δηλαδή».

«Επομένως το να στραφείτε στο κυνήγι του συγκεκριμένου είδους ήταν κάτι αναμενόμενο».

«Ακριβώς».

«Θα θέλατε να μας το εξηγήσετε λίγο καλύτερα;»

«Ναι, ασφαλώς. Ο χώρος των εκδόσεων είναι συναρπαστικός, από όποια πλευρά κι αν τον δεις.  Εγώ ήμουν επιμελητής κειμένων, όπως σας είπα, είχα γίνει ένας δεινός εξολοθρευτής των ασυνταξιών, των σολοικισμών και των ηλιθιοτήτων των συγγραφέων. Τα λάθη  με έβλεπαν και έτρεμαν, για να κάνουμε και λίγη πλάκα».

«Χαχα».

«Ναι, ο Αττίλας των κακών προτάσεων. Βέβαια, εκτός από συναρπαστικός, ο χώρος είναι και αυστηρός, απαιτητικός. Ιδιαιτέρως όταν έρχεσαι σε επαφή με τους συγγραφείς. Εκεί αρχίζεις να χάνεις πάσα ιδέα, και η επαφή με τους συγγραφείς άρχισε να με κάνει να μην αγαπώ άλλο τη δουλειά μου. Για να το συνδέσω βέβαια αυτό με την πολιτική κατάσταση, η άφιξη των Ανδρομέδιων και η κατάκτηση του πλανήτη δεν θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστο τον κλάδο των επιμελητών».

«Άρα είσαστε υπέρ των εισβολέων από την Ανδρομέδα;»

«Σαφέστατα. Ίσως ακουστεί πολιτικά συντηρητικό, αλλά έτσι είναι τα πράγματα. Με το να σαχλαμαρίζεις δεν έχεις δημοκρατία. Δημοκρατία έχεις όταν οι θεσμοί σου δουλεύουν ρολόι. Όταν η Θέμιδά σου είναι θεότυφλη στ’ αλήθεια, και δεν κλείνει το μάτι δεξιά και αριστερά».

«Αν και φοβάμαι ότι ολισθαίνουμε από την αρχική ερώτηση, δεν φοβάστε τα αυτονομιστικά κινήματα;»

«Θα αποτύχουν. Γραφικοί είναι, ακτιβιστές της οκάς. Κατακτηθήκαμε από έναν ανώτερο πολιτισμό, έχουμε αληθινή δημοκρατία, σωστούς θεσμούς, καλή παιδεία. Όλα αυτά τα οφείλουμε στους Ανδρομέδιους. Και για να απαντήσω στην αρχική ερώτηση, αν δεν είχαμε τους κατακτητές μας, πολύ φοβάμαι ότι θα ασκούσα ακόμη το παλιό μου επάγγελμα. Εκεί, αγκυροβολημένος σε ένα γραφείο, παλεύοντας με τις αθλιότητες των διάφορων ποετάστρων».

«Διακρίνω μια ειρωνεία σε αυτό;»

«Μα η κατάσταση ήταν δραματική. Κάποτε μου έδωσαν για διόρθωση ένα μέτριο κείμενο, γραμμένο από έναν αχαρακτήριστο επίδοξο συγγραφέα. Θα σου πω τι δεν ήθελε στο κείμενό του αυτός ο αχαρακτήριστος. Δεν ήθελε γενικές, δεν ήθελε θαυμαστικά, δεν ήθελε παρενθέσεις, δεν ήθελε εκθλίψεις και συνιζήσεις,  δεν ήθελε κρεμμύδι στη φασουλάδα, δεν ήθελε μαλακτικό στις πετσέτες, δεν, δεν, δεν. Και ξέρεις, σε αυτές τις περιπτώσεις μπορείς να κάνεις δυο πράγματα. Αρχίζεις κάπως έτσι. Ω, πολύ όμορφο το βιβλίο σας, με συγκίνησε, έχει βέβαια δυο τρία μικρά προβληματάκια, θα το σουλουπώσουμε λοιπόν και οι αναγνώστες θα μείνουν με το στόμα ανοιχτό. Όλοι τα χάφτουν τα κομπλιμέντα. Μα, αν θες τη γνώμη μου, δεν είναι καλή μέθοδος το ψέμα. Κοίτα Κατερίνα, και συγχώρησέ μου τον ενικό, αν ασχοληθείς ποτέ με επιμέλειες, καλύτερα να ξεχάσεις τα καλοπιάσματα. Η ειλικρίνεια είναι η σωστή μέθοδος, η δεύτερη και η σωστή. Κοιτάς τον συγγραφέα στα μάτια και μετά, ευγενικά και καθαρά, του λες: Άκου να δεις ρε σκιτζή, τι θα πει δεν θες γενικές, έχεις δεκαπέντε από και άλλα δεκαοκτώ που στην ίδια πρόταση κλπ κλπ. Κάπως έτσι τα περνούσα. Ώσπου, μετά την πρώτη πολιτειακή μεταβολή οι συγγραφείς που έχουν καβαλήσει το καλάμι  ομαδοποιήθηκαν στις Βλαπτικές Ανθρώπινες Παρανοήσεις Τύπου 17 και ησυχάσαμε. Τώρα μπορούμε να τους κυνηγάμε ελεύθερα».

«Είναι κακό όμως να είσαι συγγραφέας; Έχουν γίνει μεγάλες συζητήσεις πάνω στο θέμα».

«Μα είναι λάθος να το βλέπουμε έτσι. Η μεταβολή δεν τα βάζει με τους συγγραφείς εν γένει, αλλά με, όπως λέμε εμείς οι κυνηγοί στην αργκό μας, τις σουπιές».

«Σουπιές;»

«Αυτοί που πετούν μελάνι για να μας ξεγελάσουν – τα ψώνια, οι γλοιώδεις, πώς να το πω, οι γελοίοι. Και ένας τρόπος να τους αναγνωρίζεις είναι με το τεστ αυτεπίγνωσης. Συνοπτικές διαδικασίες. Για να ολοκληρώσω: ο αχαρακτήριστος ήταν τελειομανής, έτσι μου είχε πει στο τηλέφωνο. Τελειομανής σε τι; αναρωτιέμαι. Οι καλοί συγγραφείς δεν νοιάζονται για τις αλλαγές που προτείνουν οι επιμελητές. Εν πάση περιπτώσει, τις λαμβάνουν υπόψη. Ενώ τα ψώνια και οι ατάλαντοι φοβούνται μην τους πάρεις κάνα κόμμα και τους καταστρέψεις το όραμα. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω; Δες τις μεταφράσεις. Η Άννα Καρένινα είναι η Άννα Καρένινα ακόμη και στα χέρια ενός ανίδεου μεταφραστή».

«Ναι, συμφωνώ μάλιστα».

«Είναι φιλοσοφικό δηλαδή το θέμα. Έχω μιλήσει για αυτό σε ένα βαρυσήμαντο άρθρο μου, που σήκωσε αρκετή συζήτηση, “Αν συντάσσεστε με τον Φλομπέρ, κακό σκυλί να σας φάει!”  Αυτή η σιχαμερή μέριμνα για τη γλώσσα, τάχα μου,  δεν μπορείς να φανταστείς πόσο κακό έχει κάνει στη λογοτεχνία. Γέννησε εστετισμό, και ο εστετισμός γέννησε παρέες, και οι παρέες γέννησαν διαφθορά κ.ο.κ. Κι αυτό, φαντάσου, με λέξεις εύκολες όπως αμφιθυμία ή γαλοτύρι. Συζητήσεις επί συζητήσεων για χειλικά και ρινόληκτα, και ωχ μη μου πειράζετε το επίρρημα, και ωχ αφήστε το επιθετάκι μου στη θέση του κλπ κλπ. Σκέψου τι γίνεται με τις πιο δύσκολες, τη λέξη εκδούλευση φερ’ ειπείν ή τη φράση ανάδρομος Ερμής».

«Ας αλλάξουμε θέμα. Ξέρω ότι απαγορεύεται, έχεις όμως μπει στον πειρασμό να δοκιμάσεις ανθρώπινο κρέας;»

«Όχι, ποτέ. Οι Ανδρομέδιοι έχουν καλή κουζίνα, αλλά μην τρελαθούμε, τα φαγητά τους δεν είναι για μας. Ωστόσο θαυμάζω τη τυποποίηση που παρουσιάζει η κουζίνα τους. Εμείς κάποτε παίρναμε ένα μπαγιάτικο κομμάτι κρέας και το καρυκεύαμε με χίλια δυο πράγματα για να το φάνε οι φαντάροι. Αργότερα, οι σεφ άρχισαν να χρησιμοποιούν τα πιο εξωτικά και σπάνια υλικά για να εντυπωσιάζουν τους νεόπλουτους πελάτες τους, φτάσαμε στο σημείο να μη βρίσκεις στα σουβλατζίδικα το κλασικό πιτόγυρο, αλλά ένα κρεατοσκεύασμα από σπάλα αλόγου, γαρνιρισμένο με αγκινάρες Ιερουσαλήμ και αποδομημένο  ραντίτσιο. Οι Ανδρομέδιοι, πιο εξελιγμένοι από εμάς, είδαν ότι δεν γίνεται να σε απωθούν οι γενικές και αυτό να μην έχει αντίκτυπο στις διεργασίες του εγκεφάλου, ή να το πούμε αλλιώς, δεν γίνεται κάποιος που αγαπά τα σχοινοτενή μακροπερίοδα να έχει την ίδια γεύση με τον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο που ψηφίζει τροπολογίες προτού τις διαβάσει. Για αυτό η κουζίνα τους είναι τόσο απλή: ξέρουν ότι ένας ποιητής που αποφεύγει τις τελείες και τα κεφαλαία γράμματα είναι ό,τι πρέπει για σούπα αβγολέμονο, με έναν μελοδραματικό ρεαλιστή έχεις εξαίρετο κιμά για λουκάνικα Φρανκφούρτης, οι συγγραφείς και οι κριτικοί που προτείνουν, στα αφιερώματα βιβλίου πριν τις γιορτές, βιβλία μόνο των φίλων τους είναι ιδανικοί για μπεκρή μεζέ, ενώ ένας ηθογράφος που χρησιμοποιεί, εν έτει 2104 (έλεος!) λέξεις όπως λαγγεμένος δεν αξίζει παρά στη σχάρα με λιαστή ντομάτα. Τυποποίηση, λοιπόν. Ούτε χάσιμο χρόνου ούτε σπατάλη υλικών. Η χρυσή τομή».

«Έχεις φίλους Ανδρομέδιους».

«Είμαι μοναχικός άνθρωπος, κι έτσι είναι, αν δηλαδή θες να είσαι καλός στη δουλειά σου. Μετακινείσαι συνεχώς, αλλάζεις χώρους. Κοιμάσαι εδώ κι εκεί. Πώς να κάνεις φίλους μετά;»

«Και τα όνειρά σου;»

«Κοίτα, κάποια στιγμή θα σταματήσω το κυνήγι και θα αποσυρθώ σε μια ψαροκαλύβα. Έχει γίνει δύσκολο στις μέρες μας το επάγγελμα. Είναι ψυχοφθόρο. Σου τυχαίνουν πολλά σ’ αυτή τη δουλειά. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την πρωτοεμφανιζόμενη διηγηματογράφο που είχα πάρει στο κυνηγητό. Τη στρίμωξα σε ένα αδιέξοδο γεμάτο σκουπίδια. Άφησέ με, μου είπε, με ικέτευσε, έπεσε στα πόδια μου. Μαλάκωσα. Ήταν όμορφη μάλιστα. Κατέβασα το πιστόλι. Έχω αλλάξει, μου είπε, δεν είμαι όπως ήμουν, και μου έδειξε ένα αδημοσίευτο διήγημά της. Ήταν μια φράση εκεί …και τότε άρχισαν να λοιμοκτονούν… Της λέω: λιμοκτονούν, χωρίς όμικρον είναι το σωστό. Α δεν ξέρεις, μου είπε, το όμικρον είναι ένας κύκλος, και θέλω να δείξω ότι η πείνα δεν σταματά ποτέ. Τι να κάνω, τελικά την πυροβόλησα. Κάτι τέτοια όμως σε φθείρουν».

«Χαχα, απίστευτο! Να σου πω κάτι off the record;»

Ο κυνηγός σκέφτηκε: Έχει πολύ όμορφα χείλη.

«Ναι, βεβαίως».

«Δεν το έχω πει σε κανέναν αυτό. Γράφω κι εγώ διηγήματα, αλλά φοβάμαι να τα δείξω στους άλλους. Ειλικρινά, δεν με νοιάζει να κάνω καριέρα ως λογοτέχνιδα, απλώς θα ήθελα μια γνώμη. Σε ποιον θα μπορούσα να τα δείξω χωρίς να φοβάμαι ότι θα στείλουν μετά κάποιον με  πιστόλες σαν τις δικές σου, χαχα! Θα με βοηθήσεις;»

«Μα δεν έχεις ακούσει για τις επιτροπές;»

«Πως, αμέ, αλλά έχω ακούσει ότι αν απορρίψουν έργο σου, μετά σε παρακολουθούν για να δουν αν συνεχίζεις το γράψιμο».

«Έτσι είναι, και κάποιοι στις επιτροπές είναι ανίδεοι, μεγάλο πρόβλημα αυτό, άσε δε που οι Ανδρομέδιοι είναι στην κοσμάρα τους, αλλά αν σταματήσεις το γράψιμο δεν έχεις λόγους να φοβάσαι κανέναν».

«Δεν ξέρω, διστάζω».

«Θες να τα δούμε μαζί;»

«Θα μπορούσες;»

«Γιατί όχι».

Ένα χαμόγελο, γρήγορο όσο το κλείσιμο του ματιού, έστιξε το πρόσωπο της Κατερίνας Σφίγγας.

Ο θηρευτής σήκωσε τους ώμους του. «Άρα τελειώσαμε με τη συνέντευξη;»

Όχι. Η Κατερίνα Σφίγγα τού έκανε άλλες πέντε ερωτήσεις, ο Οιδίποδας πλήρωσε τα ποτά και σηκώθηκαν για να φύγουν. Για να κοιμηθούν σε ένα ξενοδοχείο κάπου στις παρυφές. Όπως και έγινε. Και μετά ο φάκελος με τα διηγήματα. Κατ’ αρχάς, σε χαρτί γράφεις; Ναι, είπε η Κατερίνα, φοβάμαι σε οθόνη. Κάθισαν δίπλα δίπλα, ο Οιδίποδας γυμνόστηθος, η Κατερίνα τυλιγμένη στο σεντόνι. Του διάβασε, όχι δεν ήταν άσχημα, μα ούτε και σπουδαία, ναι, τώρα που το ξανασκέφτομαι, δεν έχουν να πουν πολλά πράγματα. Νατουραλισμός και μια πλαδαρότατη συναισθηματολογία λίγο πριν το τέλος. Αυτά τα έχουμε δει τόσες μα τόσες φορές ρε Κατερίνα, άραγε αναρωτήθηκες τι έχεις να προσφέρεις; Όχι, μου αρέσει να γράφω, αυτό είναι όλο, είναι κακό αυτό; Ναι είναι, γιατί θα αναγκάσεις κάποιους να σε υποστούν. Ας αδιαφορήσουν, χέστηκα. Τι ματαιοδοξίες είναι αυτές ρε Κατερίνα; Ματαιοδοξίες; Ναι, είναι σαν να λες, στα τέτοια μου η κοινωνία. Άσε μας ρε Οιδίποδα, τόσο άσχημα είναι τα διηγήματά μου; Όχι, σου το είπα, απλώς δεν ψοφάς να τα διαβάσεις. Καλά, εντάξει, ό,τι πεις. Όχι, έχω δίκιο, κι ας μη σ’ αρέσει, παραδείγματος χάριν το δεύτερο διήγημα: ε ωραία, ένας παππούς βλέπει στην απέναντι πολυκατοικία έναν άνδρα να δέρνει τα παιδιά του και τη γυναίκα του. Και σκέφτεται αν πρέπει να τον καταγγείλει στις κοινωνικές υπηρεσίες. Αλλά διστάζει, δεν θέλει να μπλέξει, και στο τέλος, αντί να κατασκοπεύει το ξένο παράθυρο, κοιτά τις σκουριές στον τοίχο από τα λούκια και θυμάται που ήταν παιδί – ε και; Κι ύστερα αυτές οι περιγραφές, τόσος νατουραλισμός παιδί μου αναρωτιέμαι τι σου χρειάζεται, ειλικρινά με κούρασαν αυτές οι περιγραφές σου, πολυλογία ρε Κατερίνα, σκέτη πολυλογία.

Κι εκεί άρχισαν οι φωνές: Ε όχι ρε Κατερίνα, πρέπει να αλλάξουν πράγματα εδώ, κόψε αυτές τις προτάσεις, δεν θα είναι καλύτερο;/ Εσύ δεν ξέρεις τι λες, Κατερίνα!/ Χέστηκα τι νομίζεις, επαγγελματίας ήμουν, δεν θα μου πεις εσύ!/ Ε όχι και μαθήματα Κατερινάκι/  Εντάξει, αν νομίζεις ότι θα περάσει αυτό από την επιτροπή…/ Κοίτα, είπα, αλλά… μου φαίνεται…/ Ρε άντε παράτα μας/ Ρε Κατερίνα, πάψε να μου μιλάς έτσι!/  Μαλακία μου που ασχολήθηκα/  Καλά, καλά, πρόσεχε μόνο μην πας για γιουβαρλάκι.

Δεν τη σκότωσε στο τέλος, αν νομίζετε ότι εκεί προσπαθώ να καταλήξω. Όχι. Παρά τον τρικούβερτο καβγά. Ηρέμησαν ύστερα από λίγο, η Κατερίνα έπεσε να κοιμηθεί γυρίζοντάς του την πλάτη. Μια όμορφη γυναικεία πλάτη. Ο Οιδίποδας βγήκε στο μπαλκόνι. Ύστερα από δέκα λεπτά, το σύρσιμο της μπαλκονόπορτας. Ο Οιδίποδας μάζεψε από το πάτωμα τα χαρτιά της Κατερίνας. Βγήκε ξανά στο μπαλκόνι. Τα διάβασε. Ναι, είχαν προβλήματα, ήταν ξεκάθαρο. Όμως να και μια ωραία πρόταση. Ναι, μια ωραία πρόταση, μια όμορφη σύνθετη πρόταση. Θα το βελτιώσουμε. Μπορούμε. Αρκεί να το δεχτεί. Αρκεί να το δεχτεί η βλαμμένη.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΣ


Από την ανέκδοτη συλλογή διηγημάτων 16 Ιουνίου 2104