Φατός Λιουμπόνια, Επουλώνοντας το ανεπούλωτο (2/2)

(Συνέχεια ἀπὸ τὸ πρῶτο μέρος)

Το παρόν κείμενο του Φατός Λιουμπόνια (Fatos Lubonja) αποτελεί πρόλογο στην έκδοση των μεταφρασμένων τραγωδιών του Σοφοκλή στην αλβανική γλώσσα από τον Κουγιτίμ Αλία (Kujtim Aliaj) με τον οποίο υπήρξαν συγκρατούμενοι για περίπου μια δεκαετία στο στρατόπεδο-ορυχείο του Σπατς και τη φυλακή του Μπουρρέλι. Ο μεταφραστής, Κουγιτίμ Αλία, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στα γκουλάγκ του κομμουνιστικού καθεστώτος του Ενβέρ Χότζα. Εκεί μέσα μετέφρασε παράνομα τις αρχαιοελληνικές τραγωδίες προσπαθώντας να μείνει πιστός στα ιδεώδη του ανθρωπισμού και στην υπεράσπιση του ευρωπαϊκού πνεύματος. Στο προλογικό κείμενο-μανιφέστο ο Λιουμπόνια επιχειρεί να ιχνηλατήσει τις πηγές αυτού του ανθρωπισμού και τα βαθύτερα αίτια που οδήγησαν έναν «απόκληρο» ισοβίτη να επιδοθεί στη μετάφραση του σοφόκλειου έργου, απευθύνοντας, ταυτόχρονα, πρόσκληση στη νέα γενιά να τον ακολουθήσει έντιμα σε αυτή την επίπονη ιχνηλασία της μνήμης της ανθρώπινης παρουσίας στην άβυσσο του πιο αμείλικτου ολοκληρωτισμού (Fatos Lubonja, “ Të riparosh të pariparueshmen” [Sophocles, Dramat e Sofokliut, përkth. Kujtim Aliaj, Tiranë: Përpjekja, 2014]).

Μετάφραση: Αχιλλέας Σύρμος

Το ανεπούλωτο

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ίσως επειδή ένιωθε το τέλος να πλησιάζει, έγραψε ένα ποίημα με το οποίο απευθύνεται στους συγχρόνους του που θα ζήσουν μετά από αυτόν: «Την ηλικία της αγάπης την άφησα στα πειθαρχικά κελιά/ Οι αρυτίδωτοι πόθοι της/ Τα φλογερά μάτια, τα καστανά μαλλιά/ Όλα μου τα έσβησε και τα ξερίζωσε η φυλακή/ Εκεί αναζητήστε τη χαμένη μου νιότη/ Τα όνειρά μου στάχτες και σκόνη». Σε αυτούς τους στίχους ανακαλύπτουμε μια συγκλονιστική αλήθεια που υπερκερνά τις παραπάνω εμβαθύνσεις σχετικά με τις στιγμές της απογοήτευσης και της εναντίωσής του στις επιβουλές του κακού που εντοπίζουμε σε μερικά ποιήματα ή της διαυγούς ταύτισης της τύχης με την επιλογή που εντοπίζουμε σε μερικά άλλα. Όταν έγραφε αυτούς τους στίχους, τα χρόνια που έζησε στη φυλακή -πάνω από τη μισή του ζωή- θα πρέπει να πέρασαν από μπροστά του σαν ένα βαθύ ρήγμα εντός του οποίου κατρακύλησαν σα σκόνη και στάχτες τα όνειρά του. Με αυτούς τους στίχους μοιάζει να μας απευθύνει έκκληση να στρέψουμε το βλέμμα μας στα βάθη αυτού του ρήγματος που είναι ακόμη εκεί. Αυτοί οι στίχοι μας προτείνουν να σκεφτούμε πως η ζωή δεν είναι απλώς ό,τι έκανε μέσα στα χρόνια ο άνθρωπος, ούτε ακόμη, όπως συνηθίζεται να λέγεται, οι αναμνήσεις που αποκομίζουμε στο διάβα της. Η ζωή είναι επίσης όλα όσα ο κάθε άνθρωπος δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει, η ζωή είναι και τα όνειρα που κουβαλά τόσο καιρό και έχουν συνθλιβεί χρόνο με το χρόνο στη μυλόπετρα της «πορείας προς το θάνατο» και έχουν καταβυθιστεί σε αυτό το ρήγμα.

[…]

8014Είναι δραματικά δύσκολη η αναζήτηση της στάχτης και της σκόνης της νιότης και των ονείρων ενός ανθρώπου που πέρασε το κατώφλι της φυλακής στην ηλικία των δεκαπέντε ετών και βγαίνει από εκεί μέσα άρρωστος στα σαράντα εφτά του, για να πεθάνει πρόωρα λίγο καιρό μετά την αποφυλάκισή του. Είναι σα να αναζητάς, και να προσπαθείς έπειτα να επουλώσεις, το ανεπούλωτο. […] Όμως όλοι οι ζωντανοί, νομίζω, πρέπει να βρουν το κουράγιο και να σταθούν βουβά αλλά και επαναστατικά συνάμα μπροστά στο συντελεσμένο ανεπούλωτο. Πρέπει να βρούμε το θάρρος να αισθανθούμε ένοχοι κάθε φορά που διαπιστώνουμε πως, από το φόβο της άμεσης επαφής, δεν κάνουμε το παραμικρό βήμα για να ιχνηλατήσουμε και να βρούμε τα όνειρα εκείνων των ανθρώπων που μετατράπηκαν σε μια στάχτη και σκόνη ξεχωριστή και που εξακολουθούν να περιφέρονται στο χώμα και τον αέρα εκείνων των καταραμένων τόπων. Κρατητήρια των Τιράνων, έλος Καραβαστά, Στρατόπεδο εργοστασίου τσιμέντου Ελμπασάν, Στρατόπεδο Λιατς, Στρατόπεδο εμπλουτισμού του χαλκού Ρουμπίκ, Στρατόπεδο-ορυχείο Σπατς, Φυλακή του Μπουρρέλι είναι κάποιοι από τους τόπους όπου ξοδεύτηκε άδικα η ζωή του Κουγιτίμ Αλία και πολλών άλλων συγκρατουμένων του. Πώς είναι δυνατόν σε όλα αυτά τα μέρη να μην υπάρχει ούτε ένα επίγραμμα μνήμης που να εξηγεί πως εκεί βρίσκονται οι στάχτες και οι σκόνες χιλιάδων συντετριμμένων ονείρων και ανθρωπίνων επιθυμιών; Κρίνω πως αυτό συμβαίνει, ως επί το πλείστον, διότι το ανεπούλωτο, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, άγγιξε ολόκληρη την κοινωνία… Γιατί να αναζητήσουμε το ανεπούλωτο όταν δεν μπορούμε να το επουλώσουμε; Γιατί να μην αλλάξουμε σελίδα και να κοιτάξουμε μπροστά; Γιατί θέλετε να μας καθηλώσετε στο δικό σας δράμα; -μπορεί να μας ρωτήσουνε πολλοί νέοι οι οποίοι θεωρούν ότι δεν σχετίζονται επ’ ουδενί με εκείνη την περίοδο, πως δεν τους αγγίζει αυτή η ανεπούλωτη πληγή. Σε όλους αυτούς τους νέους θα απαντούσα πως το κακό που εμείς αρνούμαστε να θυμηθούμε δεν μας ξεχνά και θα τους παρότρυνα να κατανοήσουν ότι το κακό που οι ίδιοι σήμερα βιώνουν είναι απλώς η απόδειξη ότι το κακό που μας έρχεται από το παρελθόν, αυτό που ο Κουγιτίμ Αλία αναθεματίζει, δεν μας έχει ξεχάσει.

[…]

Είμαστε μια άρρωστη κοινωνία, με μια άρρωστη κουλτούρα, καθότι είμαστε απότοκα μιας κοινωνίας και μιας κουλτούρας που, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, μετέτρεψε σε στάχτη και σκόνη τα όνειρα όλων και ίσως περισσότερο από τον οποιοδήποτε τα όνειρα εκείνων που νομίζουν ότι βγήκαν άθικτοι ή ακόμη και νικητές από εκείνη την περίοδο. Η σύγχρονη κυρίαρχη κουλτούρα μας είναι αυτή του ανθρώπου που δεν αναγνωρίζει την παντοδυναμία των ονείρων και των ιδανικών για αυτό και μένει απαθής στην εξάλειψή τους, κάτι που συνιστά επί της ουσίας εξάλειψη του ίδιου του ανθρώπου. Και όταν επιχειρείς να επουλώσεις το ανεπούλωτο δεν σημαίνει ότι επιχειρείς να αναστήσεις τους νεκρούς του παρελθόντος αλλά να επαναφέρεις από τη λήθη την επώδυνη ανάμνηση της παράφορης αδικίας που εκείνοι έχουν υποστεί, την ανάμνηση των ονείρων και των ιδανικών τους, της ελευθερίας τους, στο όνομα της διαφύλαξης και της υπεράσπισης των δικών σου ονείρων, της δικής σου δικαιοσύνης και της δικής σου ελευθερίας. Γιατί μόνο όταν γίνει ικανός να συναισθανθεί έναν τέτοιο πόνο, τότε ο άνθρωπος θα έχει κατακτήσει την ικανότητα να ονειρεύεται και να αποκτήσει ιδανικά. Να επουλώσεις το ανεπούλωτο σημαίνει να αποκαταστήσεις το αίσθημα του δικαίου που εξακολουθεί να παραμένει καθημαγμένο στη συνείδηση της κοινωνίας, με τη μορφή της νοσηρής συνείδησης των ενόχων και των θυτών του παρελθόντος οι οποίοι αδυνατούν να συλλάβουν ότι στην ουσία είναι εξίσου θύματα και οι ίδιοι, ίσως και σε μεγαλύτερο βαθμό, εκείνης της δικτατορίας την οποία έχουν υπηρετήσει. Να επουλώσεις το ανεπούλωτο σημαίνει να επιστρέψεις στην κοινωνία την ικανότητα να έρθει ενώπιος ενωπίω με τα εγκλήματά της και να συμβάλλεις στην ανάδυση της κουλτούρας της συγχώρησης. Αν σήμερα έχουμε μια κοινωνία που επιβιώνει χάριν του εγκλήματος και δια του εγκλήματος, αυτό συμβαίνει διότι της λείπει μια τέτοια κουλτούρα που να καθιστά εφικτή την ύπαρξη ενός ατόμου που ξέρει να λέει «mea culpa» και να έρχεται αντιμέτωπος με το ανεπούλωτο που έχει προκαλέσει. Άνθρωποι που μεγάλωσαν χωρίς τη συγκεκριμένη ικανότητα, δηλαδή χωρίς την εν λόγω κουλτούρα, θα εξακολουθούν να συνθλίβουν τα όνειρα και τα ιδανικά με την ίδια ευκολία που τα συνέθλιψαν οι βάρβαροι του παρελθόντος οι οποίοι φυλάκισαν του Κουγιτίμ Αλία από την ηλικία των δεκαπέντε ετών μέχρι τα σαράντα οχτώ του.

Οι τραγωδίες του Σοφοκλή

Από μια ανάγκη συμβολής στην αναζήτηση και την επούλωση του ανεπούλωτου, προήρθε και η έκδοση του συγκεκριμένου βιβλίου. Οι τραγωδίες του Σοφοκλή ήταν ένα από τα βιβλία που παρέμειναν στη φυλακή του Μπουρρέλι για πολλά χρόνια, άγνωστο πότε μπήκε για πρώτη φορά, ίσως από το 1946 όταν η φυλακή άρχισε να χρησιμοποιείται για τον εγκλεισμό των πολιτικών κατάδικων και έκτοτε εκεί μέσα μαράζωναν για δεκαετίες πολλοί διανοούμενοι που δεν ταυτίστηκαν με τη δικτατορία. Δύσκολο να βρεθεί ποιος ήταν εκείνος που έφερε μαζί του για πρώτη φορά αυτό το βιβλίο στη φυλακή. […] Ο Κουγιτίμ Αλία βρήκε αυτό το βιβλίο στη φυλακή του Μπουρρέλι το 1978, όταν μεταφέρθηκε εκεί από το Σπατς, έχοντας εκτίσει μέχρι εκείνη τη στιγμή είκοσι τρία χρόνια, στην ηλικία επομένως των τριάντα οχτώ ετών. Γιατί αποφάσισε έτσι ξαφνικά να μεταφράσει; Γιατί επέλεξε το συγκεκριμένο βιβλίο; Ίσως η απάντηση να βρίσκεται σε κάποιο από τα ποιήματά του που λέει: «Ποίηση… η επιθυμία του ταξιδιού στον πολιτισμό» και από την άλλη «η επιθυμία για τους παράξενους ήρωες». […] Κατά τη γνώμη μου, στο βάθος βάθος, αυτό που τον οδήγησε στο μεταφραστικό του πόνημα ήταν τα δράματα της τύχης των «παράξενων ηρώων» του Σοφοκλή καθώς αυτά τα δράματα αντανακλούσαν και τη σχέση της δικής του ζωής με το πεπρωμένο. Πρώτα με τη φαντασία του και γράφοντας στη συνέχεια επιμελώς με το χέρι του τους τίτλους στις πρώτες σελίδες της κάθε τραγωδίας, έχω την εντύπωση πως όλο αυτό το μεταφραστικό του εγχείρημα δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια απόπειρα εναρμόνισης των δύο πτυχών της ζωής του στη φυλακή: της αγάπης για την ποίηση και τη γνώση και της αγάπης για τους παράξενους ήρωες. Ωστόσο, το παρόν βιβλίο όπως και τα ποιήματά του μιλούν ταυτόχρονα και για το ανεπούλωτο. Υπό την έννοια ότι πόσα βιβλία ποίησης και πόσες μεταφράσεις θα είχαμε από τον Κουγιτίμ Αλία εάν δεν ήταν εξαναγκασμένος να εξαντλούσε τις δυνάμεις του και τη ζωτικότητά του στα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας αλλά ήταν ελεύθερος να καλλιεργήσει την έφεσή του προς τα γράμματα. Σε ένα από τα ποιήματά του γράφει: «Έχω μεταφράσει το σπουδαίο Σοφοκλή/ όμως στα τσιμέντα δουλεύω κάθε μέρα/ με πρησμένα πόδια/ και με μια καρδιά που τους χτύπους της καλά δεν υπολογίζει».

[…]fatos_lubonja

Θυμάμαι ότι, όταν έγινε η αντίστροφη μεταγωγή του Κουγιτίμ Αλία από τη φυλακή του Μπουρρέλι στο Σπατς, κάπου στις αρχές του 1980, είχε φέρει μαζί του και το συγκεκριμένο χειρόγραφο με τις μεταφράσεις και μου το έδωσε να το διαβάσω. Δεν είμαι σίγουρος αν οι μεταφράσεις του βασίστηκαν σε κάποιο βιβλιοδετημένο έντυπο ή σε κάποιο δικό του χειρόγραφο αντίτυπο «βιβλιοδετημένο» στα κελιά της φυλακής του Μπουρρέλι. Όταν το 1987 -έτος κατά το οποίο αποφυλακίστηκε ο Κουγιτίμ Αλία- μεταφέρθηκα από το Σπάτς στο Μπουρρέλι, θυμάμαι ότι βρήκα εκεί τις Τραγωδίες του Σοφοκλή. Από το διάβασμα και το ξαναδιάβασμα των τραγωδιών εμπνεύστηκα και ο ίδιος ένα θεατρικό έργο, την Τελική σφαγή, μια διασκευασμένη επανερμηνεία του Οιδίποδα Τύραννου. Στην ουσία, μέσα από τη δύναμη της σοφίας του αρχαίου τραγωδού, το βιβλίο με τις τραγωδίες του σε υφάρπαζε για λίγο από την κοινοτοπία της καθημερινής φθοράς και σε κατέκλυζε με έμπνευση και παρηγοριά. Εμφυσώντας σου την αίσθηση ότι είσαι ένας πολίτης του κόσμου, αυτός ο αρχαίος τραγικός επανακαθόριζε τις διαστάσεις της ζωής και της βασάνου μέσα στα κάτεργα. Ήταν, επομένως, μια φορτισμένη και ιδιαίτερη στιγμή η επαφή μου με αυτό το χειρόγραφο των μεταφράσεων των τραγωδιών του Σοφοκλή. Αυτό συνέβη χάριν των οικείων της οικογένειας του Κουγιτίμ Αλία οι οποίοι έχουν διασώσει αυτό το υλικό μαζί με την ανάμνηση και, αφού πρώτα εξέδωσαν το ποιητικό του έργο, έχουν αποφασίσει να προχωρήσουν και στην έκδοση των τραγωδιών.

[…]

Κλείνοντας, μπορώ να πω ότι αυτό το βιβλίο δεν είναι απλώς μια πολύτιμη μετάφραση του Σοφοκλή, αλλά, με την περιρρέουσα ιστορία της, είναι ένα σημείο, ένα ίχνος περισσότερο, που μπορεί να συνδράμει τη δική μου γενιά αλλά και τη νεότερη σε αυτό το κοπιαστικό ταξίδι που οφείλουμε να κάνουμε στο όνομα της επούλωσης του ανεπούλωτου.

ΦΑΤΟΣ ΛΙΟΥΜΠΟΝΙΑ