Φατός Λιουμπόνια, Επουλώνοντας το ανεπούλωτο (1/2)

Το παρόν κείμενο του Φατός Λιουμπόνια (Fatos Lubonja) αποτελεί πρόλογο στην έκδοση των μεταφρασμένων τραγωδιών του Σοφοκλή στην αλβανική γλώσσα από τον Κουγιτίμ Αλία (Kujtim Aliaj) με τον οποίο υπήρξαν συγκρατούμενοι για περίπου μια δεκαετία στο στρατόπεδο-ορυχείο του Σπατς και τη φυλακή του Μπουρρέλι. Ο μεταφραστής, Κουγιτίμ Αλία, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στα γκουλάγκ του κομμουνιστικού καθεστώτος του Ενβέρ Χότζα. Εκεί μέσα μετέφρασε παράνομα τις αρχαιοελληνικές τραγωδίες προσπαθώντας να μείνει πιστός στα ιδεώδη του ανθρωπισμού και στην υπεράσπιση του ευρωπαϊκού πνεύματος. Στο προλογικό κείμενο-μανιφέστο ο Λιουμπόνια επιχειρεί να ιχνηλατήσει τις πηγές αυτού του ανθρωπισμού και τα βαθύτερα αίτια που οδήγησαν έναν «απόκληρο» ισοβίτη να επιδοθεί στη μετάφραση του σοφόκλειου έργου, απευθύνοντας, ταυτόχρονα, πρόσκληση στη νέα γενιά να τον ακολουθήσει έντιμα σε αυτή την επίπονη ιχνηλασία της μνήμης της ανθρώπινης παρουσίας στην άβυσσο του πιο αμείλικτου ολοκληρωτισμού (Fatos Lubonja, “ Të riparosh të pariparueshmen” [Sophocles, Dramat e Sofokliut, përkth. Kujtim Aliaj, Tiranë: Përpjekja, 2014]).

Μετάφραση: Αχιλλέας Σύρμος

Αυτή δεν είναι μια συνηθισμένη επανέκδοση των τραγωδιών του Σοφοκλή. Είναι ένα ιδιαζόντως μοναδικό βιβλίο, τόσο μοναδικό που θα ήταν αρκετά δύσκολο να βρεθεί αντίστοιχό του στο βάθος της παγκόσμιας ιστορίας των εκδόσεων και επανεκδόσεων των έργων του Σοφοκλή. Τη μοναδικότητα αυτή την προσδίδει η ιστορίας της ζωής του μεταφραστή που συνδέεται ακόμα και με το ίδιο το μεταφραστικό του πόνημα. Μάλιστα, ακόμα και η παρούσα εισαγωγή θα μπορούσε να θεωρηθεί μοναδική καθότι, σε αντίθεση με τις συνηθισμένες εισαγωγές των βιβλίων, δεν αφιερώνεται στο συγγραφέα και στο έργο του αλλά στο μεταφραστή, τον Κουγιτίμ Αλία. Και σε αυτό το σημείο απευθύνομαι στον αναγνώστη αυτών των γραμμών με την παράκληση να εντείνει τη διεύρυνση της φαντασίας του, διότι θα χρειαστεί να πω κάτι το ασυνήθιστο, ίσως ανεπανάληπτο: ο μεταφραστής του παρόντος βιβλίου, ο Κουγιτίμ Αλία, κατέληξε στη φυλακή μόλις δεκαπέντε χρονών, καταδικάστηκε αρχικά με ποινή πέντε ετών για απόπειρα αυτομόλησης, αλλά παρέμεινε έγκλειστος, φανταστείτε, τριάντα δύο χρόνια, από το έτος 1955 μέχρι και το 1987, αδιάλειπτα, στη φυλακή.

lubonja2

Μεταξύ τύχης και επιλογής

Όταν αναφερόμαστε στην πορεία της ζωής ενός ανθρώπου, μας συμβαίνει συχνά να εγείρουμε ερωτήματα: πώς θα ήταν άραγε η ζωή του αν δεν είχε γεννηθεί σε τούτο το μέρος, αν δεν του είχε συμβεί αυτό το δυστύχημα, αν δεν είχε συναντήσει κάποιον μέντορα ή φιλάνθρωπο. Σε τέτοιες εικασίες μας ωθεί καμιά φορά η «καλή τύχη» που έχει σταθεί αρωγός, και, σε άλλες περιπτώσεις, η «κακή τύχη» που έχει σταθεί εμπόδιο. Ωστόσο, όσο πιο πολύ εμβαθύνουμε, τόσο ανακαλύπτουμε ότι δεν είναι μια υπόθεση απλή· ότι η σχέση της ζωής μας με την μοίρα είναι ένα ζήτημα το οποίο ο άνθρωπός έγειρε πρώτα πρώτα ενστικτωδώς αλλά και το οποίο απασχόλησε τη σκέψη των φιλοσόφων ανά τους αιώνες, χωρίς να βρουν ποτέ ικανοποιητικές απαντήσεις. Είναι αρκετό να τεθεί υπόψη ότι ο συγκεκριμένος διάλογος που άνοιξε ανάμεσα στους συγχρόνους του Σοφοκλή, ανάμεσα στους στωικούς που διακηρύττουν το προκαθορισμένο πεπρωμένο του ανθρώπου (πως, δηλαδή, αυτός είναι δεμένος όπως ένας σκύλος πίσω από ένα καρότσι που μπορεί να κινηθεί όσο του επιτρέπει η αλυσίδα) και ανάμεσα στους επικούρειους που ισχυρίζονται πως στον άνθρωπο δεν έχει προκαθοριστεί κανένα πεπρωμένο (πως δεν υπάρχει, επομένως, κανένα καρότσι, και πως αυτός είναι ελεύθερος να καθορίσει μόνος του την τύχη του), συνεχίζει μέχρι τις μέρες μας. Αν αναφερθούμε στο μεγάλο τραγικό της αρχαιότητας τον οποίο εκδίδουμε, θα δούμε ότι οι ήρωές του επιδίδονται με ένα αχαλιναγώγητο πάθος σε πράξεις κατά τις οποίες είναι ολωσδιόλου δυσδιάκριτα τα σύνορα που ορίζουν το τέλος της δικής τους βούλησης και την αρχή της βούλησης των ολυμπίων θεών. Τοιουτοτρόπως, ακόμα και αυτοί οι θεοί φέρουν ανθρωπόμορφα γνωρίσματα, παρακινούνται από τους δικά τους ερωτικά πάθη και αντιζηλίες, την σοφία αλλά και τις αδυναμίες τους, τις συμπάθειες και τις αντιπάθειες που τρέφουν αναμεταξύ τους αλλά και για τους επίγειους ήρωες. Στην πιο γνωστή τραγωδία αυτού του βιβλίου, παρατηρούμε τον Οιδίποδα να πασχίζει επίμονα να απαλλαγεί από τη μοίρα που του επιφυλάσσουν οι θεοί. Και ο Σοφοκλής αφήνει να εκτυλιχθεί ενώπιον μας η επιχειρηματολογία εκείνη που τον δικαιώνει έναντι των θεών. Εν τούτοις, προς απογοήτευσή του, το πεπρωμένο επαληθεύεται. Οι στωικοί θα ισχυρίζονταν πως αυτό συμβαίνει εξαιτίας μιας ανώτατης τάξης που πρεσβεύει η βούληση των θεών, οι επικούρειοι πως πρόκειται για μια παράλογη μοιρολατρία που αποδεικνύει ότι οι θεοί δεν υπάρχουν.

[…]

Όταν έχεις υπόψη τις ζωές των κατάδικων της δικτατορίας δεν μπορείς παρά να σκεφτείς για τις ζωές τους με όρους κλασικής τραγωδίας. Διότι η ζωή στη δικτατορία υπήρξε απόλυτα προκαθορισμένη από εκείνους που ταυτίζονταν ψευδώς με τους θεούς, τους εκπροσώπους της εξουσίας. Πολλές φορές, το ψευδώνυμο που χρησιμοποιούσαν οι κατάδικοι για τον δικτάτορα ήταν «ο Δίας». Δίχως αμφιβολία, ετούτοι οι επίγειοι θεοί και οι άθλιοι χειρισμοί τους ήταν πολύ δύσκολο να γίνουν αποδεχτοί σε όλο το βάθος της αγριότητας και της αδικίας τους. Οι κατάδικοι έζησαν με την πεποίθηση πως ετούτοι είναι οι αρνητικοί πρωταγωνιστές μιας τραγωδίας, κατά την οποίοι οι ίδιοι θυσιάζονταν άδικα, και πως μια μέρα οι άθλιοι τύραννοι θα τιμωρούνταν. Όμως, παρόλα αυτά, εξαιτίας ίσως της μακράς χρονικής διάρκειας αυτής της τραγωδίας, μια αίσθηση μοιρολατρίας δεν ήταν ολότελα ανοίκεια στη σκέψη μας. Γιατί να είχαμε μια τέτοια μοίρα μπροστά στην οποία αισθανθήκαμε τόσο αδύναμοι; Ποιος από τους θεούς του ουρανού μας επέβαλε αυτή την επώδυνη συντριβή και για ποιο λόγο; -αναρωτιόμασταν οι περισσότεροι. Υπήρχαν και κάποιοι που έδιναν μια πιο εύκολη απάντηση: την ονόμαζαν θεία δοκιμασία. Υπάρχει κάτι το αληθινό δύο φορές τραγικό στη συνύφανση της ζωής με ένα πεπρωμένο, που δεν έχουμε τη δύναμη να ελέγξουμε, που μας το καθορίζουν οι άλλοι.

220px-Sophocles.jpgΗ πρώτη όψη του τραγικού σχετίζεται με τη ζωή ολόκληρης της κοινωνίας, τα μέλη της οποίας υποχρεώθηκαν να ζήσουν στη δικτατορία, μαζί με ό,τι αυτή έχει παράξει. Είναι τραγικό να φανταστείς αυτό που έχει χαθεί, αλλά που δεν μπορούσε να υπήρχε, όχι μόνο στο επίπεδο της ζωής των ατόμων, αλλά ακόμα και σε αυτό της ζωής της ίδιας της κοινωνίας στο σύνολό της. Καθότι, η πρώτη συνθήκη προκειμένου ο άνθρωπος, συνακόλουθα και η κοινωνία, να αναπτύξει τις δυνατότητές του είναι η ελευθερία – γι αυτό και οι ζωές των ανθρώπων που γεννήθηκαν στη δικτατορία θα ήταν ολότελα διαφορετικές σε συνθήκες ελευθερίας. Γιατί μας έλαχε ο κλήρος του ανήκειν στο Ανατολικό Μπλοκ όπου εγκαθιδρύθηκαν δικτατορίες; Πόσο διαφορετική θα ήταν η ζωή μας εάν η απόβαση λάμβανε χώρα στο Δυρράχιο και όχι στη Σικελια ή εάν οι τρεις παγκόσμιοι ηγέτες είχαν χαράξει διαφορετικά τις ζώνες διαμοιρασμού της Ευρώπης; Γιατί μας έλαχαν τόσο τρισάθλιοι ηγέτες; Σε ποιο βαθμό υπήρξε μια τέτοια εξέλιξη προϊόν συγκυρίας και σε ποιο βαθμό ντετερμινιστική; Αυτού του είδους τα ερωτήματα απασχόλησαν πολλούς ανθρώπους που ένιωσαν την καταπίεση της δικτατορίας.

Η δεύτερη όψη του τραγικού σχετίζεται με αυτό που μπορεί να αποκληθεί κακή τύχη εντός της κακιάς τύχης, δηλαδή, με την ίδια τη ζωή κάποιων ξεχωριστών ανθρώπων τους οποίους φυλάκισε και δίωξε η δικτατορία. Συνδέεται με το ερώτημα: γιατί μου έλαχε εμένα μια τέτοια μοίρα; Οπότε, δεν είναι δυνατόν να μην κάνεις σκέψεις για την διάσταση του μοιραίου στη ζωή του Κουγιτίμ Αλία και για το πώς η ζωή του θα ήταν εντελώς διαφορετική αν δεν είχε γεννηθεί σε ένα μέρος όπου η παραβίαση των συνόρων θεωρούνταν προδοσία κατά της πατρίδος και όπου για ένα τέτοιο «έγκλημα» οι ενήλικοι τιμωρούνταν με ποινή που ξεκινούσε από τα δέκα έτη και έφτανε μέχρι τη θανατική καταδίκη, ενώ στους ανήλικους το καθεστώς έκανε τη «χάρη» να τους καταδικάζει με το ήμισυ της ποινής, πέντε χρόνια, όπως καταδίκασε και τον Κουγιτίμ Αλία. Δεν είναι δυνατόν, επίσης, να μην κάνεις σκέψεις για την πορεία που θα ακολουθούσε αν δεν είχε συλληφθεί στα σύνορα ενώ προσπαθούσε να αυτομολήσει, και επομένως, αν δεν βίωνε όλες αυτές τις περιπέτειες της μακράς βασάνου κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του και η ζωή του δεν ξοδεύονταν για τριάντα δύο ολόκληρα χρόνια στη σειρά μέσα στις φυλακές.

Όμως, από την άλλη, εμείς δεν μπορούμε να μην εγείρουμε το ερώτημα για το αν έχει νόημα να φανταζόμαστε πώς θα ήταν οι ζωές μας αν δεν είχαμε ζήσει στη δικτατορία. Μήπως θα ήταν πιο δίκαιο να ειπωθεί ότι εμείς είμαστε ένας σπόρος ριγμένος τυχαία, από ένα χέρι που δεν εξαρτάται από εμάς -γιατί μας έχουν ρίξει χωρίς να ερωτηθούμε-, για να βλαστήσει σε μια δεδομένη επιφάνεια γης, σε ένα δεδομένο κλιματικό περιβάλλον· ένας σπόρος που φέρει στο γενετικό του υλικό τις δικές του δυνατότητες ανάπτυξης, αλλά ο τρόπος εμφάνισης αυτών των δυνατοτήτων, αυτής της ανάπτυξης, καθορίζεται από το έδαφος και το κλίμα που έχει γίνει η σπορά; Δεν θα ήταν πιο δίκαιο, ενδεχομένως, στο ερώτημα αυτό να απαντήσουμε με κυνισμό: πως, καλώς ή κακώς, ο Κουγιτίμ Αλία είναι το απότοκο αυτής της σποράς που βλάστησε στην άγονη γη και το κλίμα της δικτατορίας και όχι αυτό που θα μπορούσε να ήταν αν είχε επικρατήσει ένα πιο εύκρατο κλίμα –και πως, πέραν τούτου, δεν υφίσταται τίποτα άλλο. Άρα, υπό την έννοια αυτή, εμείς δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από την προκαθορισμένη μας μοίρα, που όρισαν οι θεοί σύμφωνα με κάποιους ή οι συνθήκες και η κουλτούρα στην οποία έχουμε γεννηθεί, σύμφωνα με άλλους. Και τι θα μπορούσε να έκανε ένας άνθρωπος καταποντισμένος όλη του τη ζωή πίσω από τα σίδερα της φυλακής; Δεν δικαιώνεται, αλήθεια, ο Σοπενάουερ όταν λέει ότι η τύχη είναι για τον άνθρωπο ό,τι ο άνεμος για ένα ιστιοφόρο: όσο ικανό και να είναι το πλήρωμα, όσο αλύγιστη θέληση και να έχει ο καπετάνιος του, αν δεν φυσήξει ο άνεμος προς την σωστή κατεύθυνση, το ιστιοφόρο δεν δύναται να κουνηθεί από το σημείο που έχει κολλήσει. Και πάλι, όμως, αυτή η απόφανση φέρει κάτι το επιλήψιμο καθόσον λαμβάνει ως δεδομένη την εξάρτηση όλων των ζητημάτων της ζωής μας από το αόρατο χέρι της μοίρας. Απόδειξη όλων αυτών είναι τα ερωτήματα που εγείρουμε σε καθημερινή βάση σχετικά με τα όρια της υποταγής μας στη μοίρα ή της συνύπαρξής μας με αυτή και κατά πόσον μπορούμε και είναι αναγκαίο να επαναστατήσουμε εναντίον της. Στην πορεία της ζωής όλοι μας κάνουμε επιλογές για να ακολουθήσουμε τον ένα ή τον άλλο δρόμο προκειμένου να δρομολογήσουμε ή να αλλάξουμε το μέλλον μας. Αυτές οι επιλογές, πράγματι, είναι συγκυριακές, ωστόσο είναι επιλογές που εμπεριέχουν το σπόρο της ελευθερίας ο οποίος εγγράφεται επίσης στο γενετικό μας υλικό. Είμαστε καταδικασμένοι να είμαστε ελεύθεροι για να κάνουμε πάντοτε επιλογές, λένε διάφοροι φιλόσοφοι.

Μια τέτοια επιλογή υπήρξε και εκείνη του Κουγιτίμ Αλία ο οποίος, όντας ακόμη παιδί, αποπειράθηκε να φύγει από την Αλβανία, εφόσον, εξαιτίας του κακού του βιογραφικού, του είχε αποκλεισθεί κάθε δικαίωμα μόρφωσης. Αλλά ακόμη και όταν περνάει τη ζωή του στη φυλακή δεν είναι δυνατόν να μην σκεφτεί κανείς ότι και εκεί οι δρόμοι της ζωής του μπορεί να υπήρξαν πολυσχιδείς. Αφενός, δεν είναι δυνατόν να μην σκεφτεί κανείς το γεγονός ότι, αντί για τις σχολικές αυλές και τις σχολικές τάξεις, εκείνος ενηλικιώθηκε στα κελιά των φυλακών και τα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας και ότι οι γονείς του και οι καθηγητές του αντικαταστάθηκαν από τους ανακριτές, τους φρουρούς και τους κατάδικους που συνάντησε εκεί μέσα στα κάτεργα, συγκυρίες που τον διαμόρφωσαν καθοριστικά. Αφετέρου, ο ίδιος είναι ταυτόχρονα και απότοκο των επιλογών που έκανε σε αυτό το δεδομένο περιβάλλον του εγκλεισμού.

 […]

788px-The_Plague_of_ThebesΣτη φυλακή ο Κουγιτίμ Αλία «έγραψε» αρκετά ποιήματα. Χρησιμοποιώ εδώ εισαγωγικά διότι στην πραγματικότητα δεν τα έγραψε ποτέ σε κάποιο χαρτί αλλά τα αποστήθιζε. Τα έσωζε διατηρώντας τα στη μνήμη του με την ελπίδα πως κάποια μέρα θα αποφυλακίζονταν και θα τα έγραφε ή ακόμα και θα τα εξέδιδε. Και πράγματι κάπως έτσι συνέβη. Ένα μέρος των ποιημάτων του εκδόθηκε τελευταία στη συλλογή «Αλλιώτικα από κάθε άλλη ζωή». Διαβάζοντας τα ποιήματα του Κουγιτίμ Αλία, βρίσκει κανείς σε πολλά από αυτά το μοτίβο της μοίρας και της επιλογής… Όταν στο ποίημα «Τύχη» γράφει: «Ο κομμουνισμός μια έρημος σκοτεινή/ εκεί ριγμένοι άθελά μας/ ένας μακρύς χειμώνας χωρίς άλλη εποχή/ στο διάβα του χρόνου τα κόκκαλά μας» εκφράζει ένα είδος υποταγής στη μοίρα, χωρίς, μάλιστα, να κάνει διακρίσεις ανάμεσα σε εκείνους που είναι φυλακισμένοι και εκείνους που βρίσκονται έξω από τη φυλακή αλλά εντός της δικτατορίας. Άλλες φορές, ωστόσο, επιστρέφει με μια διαφορετική προσέγγιση τηρώντας διαφορετική θέση έναντι αυτής της υποταγής στη μοίρα και συμπληρώνοντας αυτό το «στο διάβα του χρόνου τα κόκκαλά μας» με την αντανάκλαση του ανθρώπου που αναζητά, πέραν της βασάνου, το νόημα της ζωής. «Φίλε μου εσύ δίχως τύχη/ οι μέρες σου έσβησαν όλες μια μια/ η ζωή σου κλεισμένη στα τείχη…» εγείρει ο ποιητής «μ’ ένα βαθύ πόνο» το αδιέξοδο το οποίο, όπως γίνεται αντιληπτό, αναφέρεται και στον ίδιο. Μοιάζει να είναι συντεθλιμμένος από την απόγνωση, αλλά, όταν βλέπει τον συγκρατούμενό του «που έρχεται και φωτίζει σαν ήλιος» καθώς λέει: «Έχε θάρρος, είναι τιμή να βρίσκεσαι εδώ» τότε ο πόνος μαλακώνει «ένα δάκρυ νοτίζει το πρόσωπο» και «βυθίζεται στον ύπνο με την ψυχή βυθισμένη στην ειρήνη». Διαβάζοντας αυτές τις σειρές, έχεις την εντύπωση (κάτι σαν ένα είδος παρηγοριάς) ότι αυτή η «ειρήνη» με τον εαυτό του που κατάφερε να βρει ο ποιητής και μεταφραστής του Σοφοκλή προκύπτει ως συνέπεια της νοηματοδότησης της ζωής και της βασάνου· ο ίδιος αποφαίνεται ότι αυτό που του συνέβη δεν είναι ζήτημα τύχης αλλά επιλογής. Δεν υπάρχει ευνοϊκός άνεμος για τον κωπηλάτη που έχει άγνοια του προορισμού του, θα απαντούσε εδώ ο Κουγιτίμ Αλία, μαζί με τον Σενέκα, στο απόφθεγμα του Σοπενάουερ. Είναι όντως αλήθεια, ωστόσο, συνεχίζοντας την ανάγνωση των ποιημάτων του, όπως δεν δύναται κανείς να ισχυριστεί ότι αυτή η «ειρήνη» μοιάζει με στεγνωμένο δάκρυ στη διαύγεια της σκέψης του. Το δάκρυ που διασχίζει το πρόσωπό του συχνά μετατρέπεται σε μια πλημμύρα συναισθημάτων ανησυχίας, θλίψης, λύπης αλλά ακόμα και μίσους κατά του κακού το οποίο, πολλές φορές, ταυτίζει με την τύχη του.

[…]

Ο Κουγιτίμ Αλία αποδέχεται, αφενός, την αδυναμία του έναντι εκείνου το κακού που είναι η ίδια η «τύχη του». «Είμαι όμηρός σου/ ακόμη και το βήμα μου/ παίρνει την κατεύθυνση που του ορίζεις», της απευθύνεται. Αφετέρου, ωσάν να ελευθερώνεται από τα πλοκάμια του πόνου που εκείνη του προκαλεί, της απευθύνεται με μια σχεδόν φιλική ειρωνεία: «Κάποιο νόημα ο ζήλος σου θα είχε/ Αν ο έρωτας στα σωθικά σου υπήρχε». Η ποίηση είναι το αντίδοτο που χρησιμοποιεί για να επουλώσει τις δηλητηριώδεις εκχύσεις του κακού.

(Τὸ 2ο μέρος, αὔριο, Πέμπτη 14/11/19)