Χρίστος Δάλκος, Καταγγελία του οργανισμού τηλεπικοινωνιών Ελβετίας και των Αυστροουγγαρέζων υποτακτικών του

21055028_1544172968954820_8202570881702941270_o.jpg

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΒΕΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΥΣΤΡΟΟΥΓΓΑΡΕΖΩΝ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΩΝ ΤΟΥ

Συγχωρῆστε μου τὴν ἀγανάκτηση, ἀλλὰ ὡς πολίτης τῆς Ἑλβετίας ἔχω νὰ κάνω μιὰ καταγγελία ποὺ ἐλπίζω νὰ μὴν περάσῃ στὰ ψιλά.

Ἐγώ, ἀγαπητοὶ συμπολῖτες Ἑλβετοί, ἀνέκαθεν δὲν συμπαθοῦσα τὰ κινητά. Ἔπαιξε ρόλο καὶ ποὺ ἕνας φίλος μου, πανεπιστημιακός, τμῆμα φυσικῶν ἐπιστημῶν, μοῦ ᾿χε μιλήσει γιὰ κάτι αὐγὰ ποὺ τά ᾿χαν βάλει κοντὰ σὲ κινητά, καὶ σὲ λίγα λεφτὰ ἔβραζαν.

Ἔμεινα λοιπὸν χωρὶς κινητὸ ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια –βράζω ἀπὸ μέσα μου- κι ἐδῶ ποὺ τὰ λέμε δὲν ἔπαθα καὶ τίποτα, μιὰ χαρὰ ἤμουνα μὲ τὸ σταθερό, ἅμα κάποιος μὲ ἀναζητοῦσε, κάποτε θὰ μέ ᾿βρισκε.

Μὲ φάγανε φίλοι καὶ γνωστοί, Ἑλβετοὶ καὶ Αὐστριακοὶ κυρίως, πάρε ἕνα κινητό, μπορεῖ νὰ χρειαστῇ. Μέχρι καὶ ὁ πανεπιστημιακὸς ὁ φίλος μου πῆρε κινητό, «Τί ἔγινε, τοῦ λέω, τὰ ξέχασες τὰ αὐγά;», «Ἔ, μοῦ λέει, σκέφτηκα μήπως βράζω κἀνα αὐγό, νά ᾿χω νὰ τρώω!»

Ὤπα, λέω, ἀφοῦ πῆρε ὁ φίλος μου ὁ αὐγοφοβικός, θὰ πάρω κι ἐγὼ νὰ κάνω καμμιὰ ὀμελέτα. Πάω λοιπὸν στὸ ὑποκατάστημα τοῦ ΟΤἙλβετίας τῆς συνοικίας μου καὶ λέω «δῶστε μου ἕνα κινητό», λέει «τί μάρκα», ἐντωμεταξὺ τὰ γιαπάκια τοῦ ὑποκαταστήματος μὲ ψωνίσανε ὅτι εἶμαι χάπατο, τοὺς λέω «δὲν ἔχω ἰδέα, δὲν ξέρω ἀπ᾿ αὐτά», κοντολογὶς «Νά λιλί, δῶ μ᾿ τσιτσί», ἔ, καλά, λέει, θὰ σᾶς κάνουμε ἕνα συμβόλαιο.

Μοῦ φέρνουνε κάτι ἀκαταλαβίστικα καὶ πολλά, ποῦ νὰ τὰ διαβάζῃς, ποὺ ἔπρεπε νὰ πληρώνω 30 εὐρὼ τὸ μῆνα, τὸ ὑπόγραψα κι ἐγὼ σὰ χάπατο ποὺ εἶμαι καὶ πῆρα τὸ κινητό, ἕνα φτηνό, εὐτυχῶς.

Μετὰ μὲ πιάσανε διάφοροι, Ἑλβετοὶ καὶ Αὐστριακοὶ κυρίως, λέει τί βλακεία ἔκανες, 30 εὐρὼ τὸ μῆνα, σὲ κοροϊδέψανε, μιὰ κάρτα βάζεις 10 εὐρὼ τὸ μῆνα καὶ γίνεται ἡ δουλειά σου.
Πάω, τοὺς βρίσκω, τό καὶ τό τοὺς λέω, ἄ, τώρα μοῦ λέει ὑπόγραψες, λέω βράζοντας «δῶστε μου τὸν ὑπεύθυνο». Κάτι εἴπαμε, κάτι μιλήσαμε ἀπ᾿ τὸ τηλέφωνο, λέω, ἀπειλητικὰ καὶ βράζοντας, ἅμα δὲ μοῦ τὸ καταργήσετε θὰ πάρω καὶ τὸ σταθερὸ ἀπὸ τὸν ΟΤἙλβετίας, κάτι ἔγινε ἐκεῖ, δὲν ξέρω, δὲ θυμᾶμαι καὶ καλὰ μετὰ ἀπὸ τόσον καιρό, τέλος πάντων τὸ καταργήσανε. Ἔμεινα πάλι χωρὶς κινητό.

Καλὰ τὴν πέρασα τρία – τέσσερα χρόνια, χρειάστηκε ὅμως κάποτε νὰ ἐπικοινωνῶ μὲ κινητὸ καθ᾿ ὁδόν, κάτι δουλειὲς μὲ διάφορους, ποῦ νὰ σᾶς ἐξηγῶ.

Τώρα, λέω, δὲν τὴν πατάω, θὰ πάω ἀλλοῦ, στὸ ὑποκατάστημα τοῦ Αὐστροουγγαρέζου, θὰ πάρω μαζὶ καὶ τὸ γιό μου, ποὺ ξέρει τὰ κόλπα, καὶ θὰ τοὺς πῶ τό καὶ τό, θέλω νὰ μιλάω κάθε μῆνα μὲ μιὰ κάρτα –τὴν ἔχουνε πάει τώρα 12 εὐρὼ ἀπὸ 10- δὲ θέλω τίποτ᾿ ἄλλο, οὔτε διάφορα πακέτα, οὔτε δωρεάν, οὔτε προσφορές, οὔτε ἴντερνετ, οὔτε μπίτερνετ, μόνο νὰ μιλάω, μόνο αὐτό, τίποτ᾿ ἄλλο. Νὰ μιλάω.

Παίρνω ἕνα δεύτερο κινητό, τὸ πρῶτο τό ᾿χα δώσει, καλὰ πῆγε ἡ δουλειὰ γιὰ ἕνα μῆνα, δὲ μίλαγα ἄλλωστε καὶ πολύ, ἀλλὰ δὲ μοῦ ᾿λεγε ὅπως λέει σ᾿ ἄλλα κινητὰ «ἔχεις διακόσια λεπτὰ πρὸς ὅλους», «ἔχεις τρακόσια λεπτὰ πρὸς ὅλους», καὶ τελείωνε γρήγορα αὐτὸ ποὺ μοῦ ᾿χε βάλει.

Ξαναπάω στὸν Αὐστροοῦγγρο, τοὺς λέω, ρὲ παιδιά, γιατί δὲ λέει τρακόσια φερ᾿ εἰπεῖν λεπτὰ πρὸς ὅλους, τὰ γιαπάκια μοῦ τὰ μασάγανε, μά, λέω, ζητάω πολλά, ὅπως κάνουνε κι οἱ ἄλλοι, αὐτὸ θέλω, ἔρχεται ἕνας γιαπάκης πιὸ ἐνημερωμένος –πιὸ πονηρὸς λέω τώρα- πατάει κάτι κουμπάκια, ἕτοιμο μοῦ λέει τὸ κινητό σας, σκάω τὰ 12 εὐρώ -ὄχι, τὰ εἶχα σκάσει πιὸ πρίν, ἀλλὰ μπερδεύομαι, γιατὶ βράζω- ἐν πάσῃ περιπτώσει καλὰ πορεύτηκα ἕνα μῆνα, ὄχι πὼς ἔπαιρνα καὶ πολλὰ νούμερα, ἀλλὰ τὸ ᾿φχαριστιόμουνα, εἶχα μάθει νὰ παίρνω τὸ 314 (τό ᾿χα συσχετίσει μὲ τὴν τιμὴ τοῦ π) καὶ μοῦ ᾿λεγε σὲ ἄψογα ἑλβετικά: «Ἔχετε διακόσια φερ᾿ εἰπεῖν λεπτὰ ὁμιλίας πρὸς ὅλους».

Σᾶς ὁμιλῶ ἐντίμως, δὲν ἔκανα πολλὰ τηλέφωνα, θά ᾿πρεπε νά ᾿χανε μείνει τοὐλάχιστον 150 λεπτὰ ὁμιλίας, ἀλλὰ ἔκλεισε ὁ μήνας καὶ χαθήκανε [Ἔχω καὶ μ᾿ αὐτὸ ἕνα πρόβλημα: ρὲ φίλε, ἀφοῦ δὲν τὰ χρησιμοποίησα, γιατί μοῦ τὰ κόβεις; -Τέλειωσε λέει ὁ μήνας. –Κι ἐπειδὴ τέλειωσε; Δὲν μποροῦν νὰ μεταβιβασθοῦν στὸν ἑπόμενο; Καὶ τέλος πάντων, γιατί ἕνα μῆνα, γιά δὲν τὸ κάνετε τριμηνία, ὅπως εἴχατε τὶς τηλεκάρτες; Ἀλλὰ ἐκεῖ, γιὰ νὰ μᾶς τὰ παίρνουνε].

Τέλος πάντων, ἄσ᾿ το αὐτό, δὲν πρόκειται γι᾿ αὐτὸ ποὺ βράζω, ἀλλὰ ἀφοῦ τέλειωσε ὁ μήνας –νὰ δῇς, αὐτοὶ θὰ τὸ κάνουνε ᾿βδομάδα σὲ λίγο- πάω στὸ περίπτερο καὶ λέω «δῶσε μου μιὰ κάρτα τῶν 12 εὐρώ», πιάνει ὁ περιπτερᾶς καὶ μοῦ δίνει τὴν καλλίτερη (μὲ ξέρει ποὺ ψωνίζω καὶ τσιγάρα, γι᾿ αὐτό), καὶ πάω καὶ τὴ βάζω στὸ κινητό – μὲ βοήθησε λίγο καὶ ὁ γιός μου.

Αὐτὸ ἔγινε Σάββατο, 18 Ὀκτωβρίου. Θὰ πρέπῃ μετὰ νὰ πῆρα ἕνα τηλέφωνο, ἄντε δύο, μπορεῖ νὰ μὲ πήρανε καὶ δυὸ φορές, τί σημασία ἔχει; Μόλις πῆγα νὰ πάρω τὴν Κυριακὴ τὸ βράδυ, μὲ εἰδοποίησε κάτι ὅτι τελειώνουνε οἱ μονάδες. Ἄρχισα νὰ ἀνησυχῶ. Παίρνω τὴν τιμὴ τοῦ π, καὶ μοῦ ᾿λεγε κάτι μποῦρδες, ἔχεις, λέει, 1000 λεπτὰ δωρεὰν μὲ τοὺς ΟΤἙλβετούς, καὶ γιὰ ὅλα τὰ δίκτυα τίποτα, σὰ νὰ μὴν ὑπῆρχαν. Κι ἐκεῖ ποὺ ἔλεγε 12 εὐρώ, τὰ 12 γίνανε τρία μέσα σὲ μιὰ μέρα.

Ὁπότε τὸ πρωὶ τῆς Δευτέρας, 10 τὸ πρωί, ξαναπάω στὸν Αὐστροοῦγγρο βράζοντας. Πετυχαίνω μιὰ κοπελίτσα, ἕνα γιαπάκι τοῦ κερατᾶ – λὲς ὅτι εἶναι καλὰ κορίτσια, κι αὐτὰ σὲ κοροϊδεύουνε καταπῶς τά ᾿χουνε δασκαλέψει. Τῆς ἐξηγῶ τὴν ὑπόθεση, πῶς πῆγα στὸ περίπτερο, πῶς πῆρα τὴν κάρτα, πῶς τὴν ἔβαλα, καθῆστε μοῦ λέει νὰ ᾿δῶ -ἔτσι λένε, «καθῆστε νὰ ᾿δῶ», ἐνῷ τὴν ξέρουνε τὴν κομπίνα-, δὲν γίνεται λέει τίποτα, σᾶς τά ᾿φαγε λέει τὰ εὐρώ.

Μὰ καλά, λέω καὶ βράζω, πῶς μοῦ τά ᾿φαγε ἔτσι γρήγορα, «σᾶς τά ᾿φαγε, λέει, γιατὶ δὲν ἐνεργοποιήσατε τὸ πακέτο», «ποιό πακέτο, λέω, ἐγὼ ξέρω πὼς βάζεις τὴν κάρτα καὶ μετὰ ἔχεις 200-300 λεπτὰ ξέρω ᾿γὼ ὁμιλίας πρὸς ὅλους».

«Μή φωνάζετε», λέει τὸ γιαπάκι.

«Καὶ καλά, λέω, γιατί δὲν μοῦ τὸ εἴπατε ὅταν εἶχα ἔρθει τὴν ἄλλη φορά, ποὺ ὁ τύπος πάταγε τὰ κουμπάκια-» -ἐντωμεταξὺ νὰ βράζω σὰν αὐγό- «πάντως τώρα σᾶς τά ᾿φαγε», λέει τὸ γιαπάκι ποὺ τὸ νόμιζα γιὰ καλό, λέω ὑπάρχει κἀνας ἄλλος ἀνώτερος νὰ τοῦ πῶ, ναί, λέει, πᾶτε στὸ ταμεῖο -ὁ ἀνώτερος!-, νὰ σᾶς τὰ πῇ κι ἡ κοπέλα, τὰ ἴδια θὰ σᾶς πῇ, σᾶς τά ᾿φαγε.

Πάω στὸ ταμεῖο, περιμένω στὴν οὐρὰ πού ᾿ναι κάτι ἄλλα θύματα σὰν κι ἐμένα -ἂν καὶ ἐγὼ εἶμαι ὁ ὁρισμὸς τοῦ θύματος-, καὶ τέλος φτάνω στὸ ἄλλο γιαπάκι, μὲ σκουλαρίκι στὴ μύτη παρακαλῶ, καὶ λέω στὴ «σκουλαρικομύτα» ποὺ τὶς λέω, τό καὶ τό λέω, εἶμαι ἀγαναχτισμένος, πῆρα τὸ Σάββατο τὴν κάρτα καὶ τώρα ἔχει ἀδειάσει, ἔχουν μείνει μέσα σὲ μιὰ μέρα 3 εὐρώ, λέει «καθῆστε νὰ ᾿δῶ», πέστε μου τὸ νούμερο, τῆς λέω τὸ νούμερο, ναί, μοῦ λέει, μουμουμου…, σᾶς τά ᾿φαγε λέει γιατὶ δὲν ἐνεργοποιήσατε τὸ πακέτο. [Ἐντωμεταξὺ λένε σᾶς τά ᾿φαγε, ἀόριστα –τί δηλαδή, κάποιο μηχάνημα;- ἐνῷ τά ᾿χουνε φάει αὐτοί].

Καὶ ποῦ νὰ ξέρω, ἀγαναχτῶ ἐγώ, πὼς ἔπρεπε νὰ ἐνεργοποιήσω τὸ πακέτο, τόσο δύσκολο εἶναι νὰ βάζῃς τὴν κάρτα καὶ νὰ σοῦ δίνῃ διακόσια-τρακόσια ξέρω ᾿γὼ λεπτὰ ὁμιλίας πρὸς ὅλους, ἔτσι εἶναι, μοῦ λέει -ἐντωμεταξὺ νὰ περιμένῃ κόσμος στὴν οὐρὰ καὶ νὰ δυσανασχετοῦνε τὰ θύματα- ἔ, καὶ γιατί λέω δὲ μοῦ τὸ εἶπε τὴν ἄλλη φορὰ αὐτὸς ποὺ πάταγε τὰ κουμπάκια, λέει, «τώρα τὸ πήρατε, ἀπὸ περίπτερο;» Ἄ, λέω, θέλετε νὰ παίρνω τὴν κάρτα ἀπὸ σᾶς καὶ νὰ μοῦ ἐνεργοποιῆτε κάθε φορὰ τὸ πακέτο; Ὄχι, λέει, καὶ ἡ κάρτα τὸ γράφει ἀπὸ πίσω νὰ ἐνεργοποιήσετε τὸ πακέτο, ἔ, ἐντάξει, λέω, ἐνεργοποιῆστε το ἐσεῖς, ὄχι μοῦ κάνει, γιατὶ ἔχετε μόνο 3 εὐρώ, ἐνῷ τὸ πακέτο κάνει ὀχτώμισυ. Κατάλαβα, λέω, τὰ δικά σας δικά σας καὶ τὰ δικά μας δικά σας – ἤθελα νὰ πῶ τὰ σὰ σὰ καὶ τὰ ἐμὰ σά, ἀλλὰ σιγὰ νὰ μὴν καταλάβαινε ἡ σκουλαρικομύτα.

Μὲ ὑποχρεώσατε, λέω, καὶ σηκώνομαι καὶ φεύγω βράζοντας. Στὴν πόρτα συναντάω καὶ τ᾿ ἄλλο τὸ γιαπάκι ποὺ μοῦ ᾿κανε τὸ συμπαθητικὸ καὶ τοῦ λέω κι αὐτουνοῦ πὼς μὲ ὑποχρεώσατε, καὶ φεύγω μὲ τὸ κινητὸ νὰ βράζῃ στὴν ἀριστερή μου τσέπη.

Κάπως ἔτσι κατάργησα κι αὐτὸ τὸ κινητό, ἔπαψε νὰ βράζῃ κι αὐτὸ κι ἐγώ, καὶ βρῆκα ξανὰ τὴν ἡσυχία μου. Ἀλλ᾿ ἀποφάσισα ἐπὶ πλέον νὰ βγάλω αὐτὴ τὴν καταγγελία γιὰ τὸν Ὀργανισμὸ Τηλεπικοινωνιῶν Ἑλβετίας καὶ τοὺς Αὐστροουγγαρέζους ὑποτακτικούς του, ποὺ ὅπως καταλαβαίνει πολὺ καλὰ ὁ καθεὶς ἐχέφρων Ἑλβετὸς τοὺς ἔκανα τὰ μοῦτρα κρέας.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΔΑΛΚΟΣ

ΥΓ. Ἄ, τώρα τὸ θυμήθηκα: Μᾶς πρήζουνε μ᾿ ἕνα σωρὸ μηνύματα, κι αὐτὴ ἡ προσφορά, κι αὐτὴ ἡ προσφορά, καὶ τοῦτο δωρεὰν κι ἐκείνη ἡ εὐκαιρία, καὶ χάθηκε νὰ ποῦνε: ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΕΤΕ ΤΗΝ ΚΑΡΤΑ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΧΕΤΕ ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΗΣΕΙ ΤΟ ΠΑΚΕΤΟ. Ἢ νὰ μᾶς ἐνεργοποιοῦνε τὸ πακέτο μιὰ γιὰ πάντα. Ἤ, ἔστω, νὰ εἰδοποιήσουνε ὅταν βάζῃς τὴν κάρτα: ΠΡΟΣΟΧΗ, ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΗΣΤΕ ΤΟ ΠΑΚΕΤΟ ΓΙΑΤΙ ΘΑ ΣΑΣ ΤΑ ΦΑΜΕ! ΒΛΗΜΑΤΑ, Ε ΒΛΗΜΑΤΑ!

21034372_1544173255621458_2988689582701559271_n