Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |25. Χρήστος Μαρτίνης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Χρῆστος Μαρτίνης

Gustav Dore Charon

(Τὸ ξένο φῶς, Θεσσαλονίκη, Ὑποκείμενο, 2017)
 

στὸν φάνη

ἀποβραδὺς κατάχαμα μέσα στὴ μαύρη ἐλάτη ἐστρατοπέδεψε
στρατὸς τριάντα σπαθαρέοι ὅλοι χορεύουν τραγουδοῦν κι ἕνας
μιλιὰ δὲ βγάζει μονάχα τὸ τουφέκι του βαστᾶ καὶ συγυρίζει
πάνω στὸ γιαταγάνι του περνᾶ τὴν ἄσπρη πέτρα γιατί μωρὲ
πολεμιστὴ κουβέντα δὲν ξανοίγεις ἔχει μερόνυχτα πολλὰ ποὺ
βγήκαμε στὴ στράτα κι ὅσα χωριὰ κι ἂν κάψαμε σὺ καίγεις
ἄλλα τόσα κι ὅσα κεφάλια πήραμε δὲ βγαίνουν στὰ δικά
σου κι ἔδωκε τὴν ἀπόκριση χωρὶς νὰ τοὺς κοιτάζει μονάχα ἡ
σπάθα ν’ ἄστραφτε ἀπ’ τὶς πυρὲς μπροστά του «ἂφῆστε ‘μένα
νὰ κρατῶ τὴ λάμα τροχισμένη κι ἅμα θὰ βρίσκω χριστιανὸ
εὒτὺς νὰ τὸν θερίζω κι ἅμα θὰ μπαίνω σὲ αὐλὴ τὴ φλόγα νὰ
φυτεύω γιατὶ ὀχτροὶ περνούσανε κι ἀπ’ τὰ δικά μας μέρη ὅταν
τοὺς εἶδε τὸ χωριὸ μαντάλωσε τὶς πόρτες αὐτοὶ κινοῦσαν κι
ἔκαιγαν πετροχτισμένες στάνες μὲ τ’ ἄλογα ξεπάτωναν τὸν
φυτεμένο κάμπο ὕστερα στεῖλαν μπιστικὸ νὰ δώσει τὸ μαντάτο
κι αὐτὸς ἐστάθηκε ὀρθὸς στὴ μέση της πλατείας φέρνοντας
τὸ παράγγελμα τὸν ὀργισμένο λόγο πὼς ἂν δὲ θέλαν νὰ καεῖ
στὴ ρίζα τὸ χωριό τους ἅμα δὲ θέλαν νὰ χυθεῖ τὸ αἷμα μὲς στὶς
στέρνες νὰ μείνουν μάνες ἔρημες δίχως μωρὰ στὰ χέρια τότες
νὰ δώσουνε ἐννιὰ ἀμούστακα ἀγόρια γιὰ νὰ τὰ πάρουνε μαζὶ
νὰ γίνουν σπαθαρέοι ἀπόμειναν οἱ προύχοντες κοιτώντας
τὴν πλατεία τὰ μάρμαρα τὰ γιασεμιὰ τὶς σκαλισμένες βρύσες
τὸ πρῶτο τὸ πλατάνι τους τὶς ἅγιες εἰκόνες καὶ στὰ κρυφὰ
ἐμέτραγαν τ’ άγόρια τοῦ χωριοῦ τους κι ἦταν μιὰ μάνα ἔρημη
μὲ ἄντρα πεθαμένο μ’ ἐννιὰ ἀμούστακα παιδιὰ κορίτσι οὔτε ἕνα
μαζεύονται οἱ προύχοντες καὶ βγάζουνε μιὰ γνώμη ἂπ’ τὸ νὰ
κλαῖν μάνες ἐννιὰ κάλλιο νὰ κλαίει μία τῆς παίρνουν
τὰ ἐννιὰ παιδιὰ τὰ δένουν καὶ τὰ στέλνουν τὰ ὀκτὼ τὰ δένουν μὲ
σκοινιὰ τὰ στεῖλαν μὲ τὰ πόδια τὸ ἔνατο πού ‘ταν μωρὸ
τὸ στέλνουν μὲ γαϊδούρι καὶ δένουν τὰ χεράκια του μ’ ἕνα
κλαδάκι δυόσμο τρέχει ξοπίσω ἡ μάνα τους ἀχολογάει κλαίει μὲ
μαύρου κόρακα φωνὴ μὲ ξέπλεκα μαῦρα μαλλιὰ στῆς ἐκκλησιᾶς
τὸ πρόθυρο σκύφτει γοργὰ καὶ μνέει χάροντα πικροχάροντα
καὶ τηρητὴ τοῦ νόμου χαλάλι σου ὁ ἄντρας μου γονιοὶ κι ὅλα
τὰ ἀδέρφια χαλάλι σου καὶ τὰ παιδιὰ ποὺ παίρνεις μακριά μου
μονάχα πάρε τὴν εὐκὴ καὶ δῶσε τὴν κατάρα μιὰ μέρα
ὁ μικρότερος να ‘ρθεῖ ξανὰ σὰν χάρος σὰν θεριστὴς καὶ σὰν
σεισμὸς σὰν ἄρης σὰν τυφώνας γιὰ νὰ τσαπίσει τὸ χωριὸ μέχρι
τὰ πρῶτα ρίζα καὶ νὰ σκορπίσει ὁλόγυρα θειάφι καὶ μαύρη
πίσσα στάχτη καὶ ζόφος ν’ ἁπλωθεῖ ἀπάνω στ’ ὄνειρό τους εἶπεν
αὐτὰ ξεψύχησε καὶ τὰ παιδιὰ πηγαῖναν ὁ πρῶτος πέθανε ὀφτὺς
τὸ ἄλλο μεσημέρι ὁ δεύτερος μαγκώθηκε στοῦ παρνασσοῦ
τὰ δίχτυα τοῦ τρίτου θρόισε ἡ ψυχὴ στῆς λάρισας τὰ στάχυα
ὁ τέταρτος πλακώθηκε μὲς στ’ ἁγιασμένα τέμπη τὸν πέμπτο
τὸν ἐρούφηξαν οἱ λάσπες τῆς χαλάστρας ὁ ἕκτος καὶ ὁ ἕβδομος
ξυλιάσανε στὴ θράκη ὁ ὄγδοος ἐπνίγηκε μέσα στὸν μαῦρον
ἕβρο κι ἔμεινα ἐγὼ ὁ ἔνατος ὁ θεριστὴς ὁ χάρος ποὺ θὰ τσαπίσω
τὸ χωριὸ μέχρι τὰ πρῶτα ρίζα καὶ θὰ σκορπίσω ὁλόγυρα θειάφι
καὶ μαύρη πίσσα ζόφος καὶ στάχτη θ’ ἁπλωθῶ ἀπάνω στ’ ὄνειρό
τους» αὐτά πε καὶ σταμάτησε κανεὶς δὲν ἔβγαλε μιλιὰ δὲν
τόλμησε κουβέντα μονάχα ἡ πέτρα τρόχιζε ἀπὰ στὸ γιαταγάνι


Ὁ Χρῆστος Μαρτίνης γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1985. Ἔχει ἐκδώσει τὴν ποιητικὴ συλλογὴ Τὸ ξένο φῶς (2017). Ποιήματά του ἔχουν δημοσιευτεῖ σὲ ἔντυπα καὶ ἠλεκτρονικὰ περιοδικά.