Έλενα Σταγκουράκη, Πέντε ποιήματα

22 (5).jpg

Σε κατάσταση «έκτακτου συναγερμού»!

Στην πόρτα μου ένας κομάντο,
αγέλαστος, με πολυβόλο.
Σιγά μη μου κάνει κουμάντο
το σιδερικό του όλο κι όλο!

Ο δρόμος μου αποκλεισμένος
και σκέφτομαι  «πάει!, αλί μου!,
κανένας θα είναι ζωσμένος
με βόμβες· γιατί βρε Αλή μου;»    

Κοιτάζω καλά και το πιάνω
πως σήμερα δεν είναι η μέρα
που εν τέλει κι εγώ θα πεθάνω·
φροντίζει η καλή Πλατυτέρα.

‘Επίσημο’ έχουμε, βγαίνει·
για πού το ‘χει βάλει δε λένε.
Μουστάκι αν έχει ή γένι
δεν ξέρω, τα μάτια δεν φταίνε.

Γιατί να μου φταίξουνε που ‘ναι
φιμέ της Μερσέντες το τζάμι
και μάλιστα αυτό το συνδράμει
αστυνομολόι; Θωρούνε!

Αρκεί που τη γλίτωσα πάλι
φτηνά και στο τσακ, παρά τρίχα!
Σαφώς είναι τύχη μεγάλη
κομάντο στην πόρτα πως είχα!

Βρυξέλλες, 10/2/2016

~.~

Πατρίδες Ι

Της εξάντλησης βραχνάδα
και του πόθου συμπληγάδα
σταυροδρόμι των ονείρων
και των χίλιων δυο ηπείρων
πίστη ανέλπιδη και μόνη
μια στο ξύλο μια στο αμόνι
φόβοι άσπλαχνοι και ζάλη
μια πατρίς προσμένει άλλη
γνώριμη μαζί και ξένη
δεν χωλαίνει δεν κουτσαίνει
τούτη κιόλας χαιρετάει –
την πατώ δεν με πατάει.

(2015)

~.~

Die hab’ ich satt

                                    Στον Wolf Biermann

Δεν μπορώ τις κτητικές αντωνυμίες,
τις αργόσυρτες και ψεύτικες θωπείες
που σε νούμερα αστρικά στριφογυρνάνε.
Δεν μπορώ τα γλυκερά τους τα λογάκια,
καρουζέλ με χίλια μύρια αλογάκια
που επάνω σου μεμιάς όλο χυμάνε.

Δεν μπορώ τις χλυαρές τους χειραψίες,
τις αβρές και όλο μέλι φωταψίες
που στο πρόσωπό τους όλο και αστράφτουν.
Δεν μπορώ το δήθεν έμπιστο υφάκι,
το Lacoste, το Gant, το Hilfiger μπλουζάκι
που απαξάπαντες παντού και πάντα χάφτουν.

Δεν μπορώ ούτε το εμπόριο της ελπίδας
για φτερά σαν δράκου και όχι χρυσαλίδας,
ενώ τα άδικα πιστά σου μεσιτεύει.
Δεν μπορώ τις πρωινές τους υποσχέσεις
που το βράδυ γίνονται υπεξαιρέσεις –
φαύλος κύκλος που ολοένα και θεριεύει.

(2015)

~.~

Αμέθυστος

Απ’ του αφρού το ξάφρισμα αναδύεται η καλή μου
στης Καλλονής τα χώματα που έχουν κάλλος τόσο.
Λευκή κι αυτή, υπέρλαμπρη, σαν άστρο στην αυλή μου,
τα χέρια μου για να διαβεί κιλίμια θα τα στρώσω.

Από την Πόλη φτάνει εδώ, στης αμμουδιάς το κάμα,
γοργόνα γοργοκύματη και ας μοιάζει κουρασμένη.
Ευθύς στον Ταξιάρχη μας θα πορευτούμε αντάμα
κι ας είναι χρόνους περισσούς του Αλέξανδρου ταμένη.

Στολίδι περιλάλητο αιγιακό θα της φορέσω
στο κρινοδάχτυλό της που θυμίζει πεφταστέρι:
μια βέρα από αμέθυστο, τις δυο καρδιές να δέσω,
άλλο από αγάπη και χαρά η μοίρα μη μας φέρει.

Μαζί με την αγάπη μου ο αμέθυστος μας δένει
και είναι η καρδιά ξεμέθυστη στο θάμπος βουτημένη.

(2015)

~.~


Αρετίνα

                                Στον Θεοδόση Βολκώφ

«Κι αν είναι άτακτος ο ακριβός μου,
ο Αρετίνος μου, ο επιρρεπής
στις αμαρτίες και ηδονές του κόσμου,
στο πλάι του δηλώνω διαπρεπής!

Εκείνος και αν μου βλέπει τα κορίτσια,
εγώ τ’ αγόρια βλέπω, δεν αργώ∙
και όσα κι αν μου κάνει αυτός καπρίτσια,
στων σκέρτσων πρώτη μπαίνω την Αργώ.

Καθόλου μην τον χάσω δεν φοβάμαι,
αφού ποτέ μας δεν είχαμε εμείς
δεσμό ή σχέση, να ’μαστε εκκρεμείς.

Εξάλλου, μόνο θηλυκό εγώ θα ’μαι,
–με θήτα κεφαλαίο και μεστό!–,
τσαχπίνικο, έξυπνο, όμορφο, ζεστό»

του Αρετίνου σκέφτεται η ragazza.
Οι δυο τους, una faccia, una razza!

(2014)

ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ