Χασάν Μπλασίμ, Το Κουνέλι της Πράσινης Ζώνης

[Μετάφραση από τα αγγλικά: Μαρία Μπλάνα (βασισμένη στη μετάφραση από τα αραβικά του Τζόναθαν Ράιτ)]

Προτού εμφανιστεί το αυγό, διάβαζα βιβλία σχετικά με το νόμο ή τη θρησκεία κάθε βράδυ, πριν κοιμηθώ. Όπως ακριβώς και το κουνέλι μου, ήμουν πιο δραστήριος τις πρώτες πρωινές και τις απογευματινές ώρες. Ο Σαλσάλ, από την άλλη, έμενε ξύπνιος ως αργά το βράδυ και ξύπναγε το μεσημέρι. Και προτού σηκωθεί απ’ το κρεβάτι άνοιγε το λάπτοπ του και έμπαινε στο φέισμπουκ να τσεκάρει τα τελευταία σχόλια στη συζήτηση που είχε αρχίσει το προηγούμενο βράδυ, και τελικά σηκωνόταν να κάνει μπάνιο. Ύστερα πήγαινε στην κουζίνα, άνοιγε το ράδιο και άκουγε ειδήσεις ενώ τηγάνιζε ένα αυγό κι έφτιαχνε καφέ. Έβγαινε με το πρωινό του στον κήπο και καθόταν στο τραπέζι κάτω απ’ την ομπρέλα, τρώγοντας και πίνοντας και καπνίζοντας καθώς με παρατηρούσε.

«Καλημέρα, Χατζάρ. Τί νέα απ’ τα λουλούδια;»

«Κάνει πολλή ζέστη φέτος και δεν φτουράνε», του έλεγα, ενώ κλάδευα τις τριανταφυλλιές.

Ο Σαλσάλ άναβε κι άλλο τσιγάρο και χαμογέλαγε ειρωνικά στο κουνέλι μου. Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί τον ενοχλούσε το κουνέλι. Το είχε φέρει η γριά Ουμ Νταλά. Το βρήκε στο πάρκο, είπε. Αποφασίσαμε να το κρατήσουμε ώσπου να βρει η Ουμ Νταλά τον ιδιοκτήτη του. Το κουνέλι ήταν μαζί μας ένα μήνα τώρα κι εγώ ήδη είχα περάσει δυο μήνες με τον Σαλσάλ σ’ αυτή τη γουστόζικη βίλα στη βόρεια Πράσινη Ζώνη. Η βίλα ήταν απομονωμένη, τριγυρισμένη από έναν ψηλό τοίχο και με μια πύλη εξοπλισμένη με το πιο σοφιστικέ ηλεκτρονικό σύστημα ασφαλείας. Δεν ξέραμε πότε θα σήμαινε η ώρα μηδέν. Ο Σαλσάλ ήταν βετεράνος, σε αντίθεση με εμένα που με αποκαλούσαν ψάρακα επειδή αυτή ήταν η πρώτη μου επιχείρηση.

Ο κ. Σαλμάν μας επισκεπτόταν μια φορά τη βδομάδα για να δει πώς είμαστε και να μας καθησυχάσει για τα τεκταινόμενα. Ο κ. Σαλμάν μας έφερνε αλκοόλ και χασίς. Πάντα μας έλεγε ένα χαζό αστείο για τις πολιτικές εξελίξεις και μας υπενθύμιζε πόσο μυστική και σημαντική ήταν η επιχείρηση. Αυτός ο Σαλμάν τα είχε κυμιάσει με τον Σαλσάλ και δεν μου αποκάλυπτε πολλά μυστικά. Οι δυο τους τόνιζαν συνέχεια την αδυναμία και την έλλειψη εμπειρίας μου. Δεν ασχολιόμουν και πολύ μαζί τους. Είχα βουλιάξει στην πικρία της ζωής μου κι ήθελα να καταστραφεί ο κόσμος μία κι έξω.

Η Ουμ Νταλά ερχόταν δύο φορές τη βδομάδα. Μας έφερνε τσιγάρα και καθάριζε το σπίτι. Μια φορά ο Σαλσάλ την παρενόχλησε. Της έπιασε τον πισινό ενώ εκείνη μαγείρευε ντολμάδες. Του έδωσε μία στη μύτη με την κουτάλα και του την άνοιξε. Ο Σαλσάλ την άφησε και ύστερα από αυτό δεν της μιλούσε. Εκείνη ήταν μια δυναμική γυναίκα, στα πενήντα της, μάνα εννιά παιδιών. Έλεγε πως μισούσε τους άντρες, έλεγε πως ήταν σιχαμένοι, εγωιστές, γουρούνια. Ο άντρας της δούλευε εργάτης στη ΔΕΗ αλλά έπεσε απ’ την κορυφή μιας κολώνας και πέθανε. Ήταν μεθύστακας κι εκείνη συνήθιζε να τον αποκαλεί μεθυσοκούναβο.

Έφτιαξα ένα κλουβί για το κουνέλι σε μια γωνιά του κήπου και το φρόντιζα πολύ καλά. Ξέρω πως τα κουνέλια είναι ευαίσθητα πλάσματα και πρέπει να τα κρατά κανείς καθαρά και καλοταϊσμένα. Το είχα διαβάσει όταν ήμουν στο γυμνάσιο. Στα δεκατρία μου ανέπτυξα ένα πάθος για τα βιβλία. Στην αρχή διάβαζα κλασσική Αραβική ποίηση και πολλές ιστορίες μεταφρασμένες από τα Ρωσικά. Σύντομα όμως βαρέθηκα. Ένας γείτονας μας δούλευε στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και μια μέρα έπαιζα με τον γιο του τον Σαλάμ στη σοφίτα του σπιτιού τους, όταν είδαμε εκεί ένα μεγάλο ξύλινο μπαούλο, πάνω στο οποίο ήταν στοιβαγμένα σωρός άχρηστα πράγματα. Ο Σαλάμ μου εμπιστεύτηκε ένα μυστικό. Το μπαούλο ήταν γεμάτο βιβλία σχετικά με τη γεωργία και την άρδευση και αμέτρητες εγκυκλοπαίδειες για φυτά και για έντομα. Κάτω από τα βιβλία υπήρχαν πολλά τσοντοπεριοδικά, γεμάτα φωτογραφίες Τουρκάλων ηθοποιών. Ο Σαλάμ μου δάνεισε ένα από αυτά τα περιοδικά αλλά πήρα επίσης κι ένα βιβλίο για τους διάφορους τύπους φοινικόδεντρου που ευδοκιμούν στη χώρα. Το έσκαγα από το σπίτι μας για να επισκεφτώ τη βιβλιοθήκη μες στο μπαούλο, στη σοφίτα του δικού του σπιτιού. Έπαιρνα ένα βιβλίο κι ένα περιοδικό κι επέστρεφα εκείνα που είχα δανειστεί. Έτσι ερωτεύτηκα τα βιβλία για τα ζώα και τα φυτά κι αγόραζα μανιωδώς κάθε νέα έκδοση που κυκλοφορούσε στα βιβλιοπωλεία, ώσπου αναγκάστηκα να μπω στο στρατό.

IMG_7988.JPG

Η ευχαρίστηση που έβρισκα διαβάζοντας βιβλία με αποσυγκέντρωνε, όμως. Κάθε νέα πληροφορία με άγχωνε. Γαντζωνόμουν σε μια συγκεκριμένη λεπτομέρεια και ξεκίναγα το ψάξιμο για αναφορές, για βιβλιογραφία, για άλλες εκδόσεις που περιείχαν άλλες εκδοχές της ίδιας λεπτομέρειας. Θυμάμαι, για παράδειγμα, πως για αρκετό καιρό παρακολουθούσα τις εκδόσεις γύρω από το θέμα του φιλιού . Διάβαζα και διάβαζα και ζαλιζόμουν με το θέμα, σα να είχα καταναλώσει κάποιο ψυχοτρόπο φρούτο. Πειράματα έχουν δείξει πως οι χιμπατζήδες καταφεύγουν στο φιλί σαν έναν τρόπο να μειώνουν την ένταση, την κούραση και τον φόβο μέσα στην ομάδα τους. Έχει αποδειχτεί ότι οι θηλυκοί χιμπατζήδες, όταν νιώθουν ξένους να έχουν εισβάλει στην περιοχή τους, τρέχουν στο ταίρι τους και το αγκαλιάζουν, το φιλούν. Ύστερα από μακρόχρονη έρευνα, ανακάλυψα πληροφορίες για ένα άλλο φιλί, ένα διαρκές, τροπικό φιλί. Το φιλί ενός είδους τροπικού ψαριού που φιλά το ταίρι του για πάνω από μισή ώρα, χωρίς διάλειμμα. Τα βιβλία που καταβρόχθιζα, να οι μνήμες μου από εκείνα τα σκοτεινά χρόνια με τις συνεχείς ποινές. Οι διακοπές ρεύματος διαρκούσαν και είκοσι ώρες τη μέρα, ειδικά μετά από εκείνες τις αεροπορικές επιδρομές των Αμερικανών στο προεδρικό μέγαρο. Τα βράδια χωνόμουν στο κρεβάτι γύρω στα μεσάνυχτα και με το φως ενός κεριού σκόνταφτα πάνω σ’ ένα νέο είδος φιλιού: αυτό των ετερόπτερων εντόμων reduvius personatus, αν και αυτά δεν φιλούν το ένα το άλλο. Τους αρέσει μόνο το στόμα των ανθρώπων, όταν κοιμούνται. Σέρνονται απ’ άκρη σ’ άκρη του προσώπου ώσπου φτάνουν στην άκρη των χειλιών, κι αρχίζουν να φιλούν. Το φιλί τους είναι δηλητηριώδες, μικροσκοπικές σταγόνες δηλητήριο, κι αν αυτός που κοιμάται είναι υγιής, θα ξυπνήσει μ’ ένα εξάνθημα στο στόμα του στο μέγεθος τεσσάρων σταγόνων βροχής.

Λιποτάκτησα. Δεν άντεχα το όλο σύστημα της συνεχούς ταπείνωσης στο στρατό. Τα βράδια, δούλευα σ’ ένα φούρνο. Είχα να συντηρήσω τη μητέρα μου και τα πέντε αδέλφια μου. Έχασα την όρεξη για διάβασμα. Ο κόσμος έγινε για μένα ένα ακατανόητο μυθικό πλάσμα. Ένα χρόνο μετά τη λιποταξία μου, το καθεστώς έπεσε και ήμουν πια ελεύθερος από τον φόβο της τιμωρίας για την πράξη μου αυτή. Το νέο καθεστώς κατάργησε την επιστράτευση. Όταν άνοιξε ο κύκλος της βίας και των αποκεφαλισμών των αντικαθεστωτικών, σχεδίαζα να φύγω από τη χώρα και να πάω στην Ευρώπη, αλλά τότε έσφαξαν τους δύο αδελφούς που μου είχαν απομείνει. Επέστρεφαν από τη δουλειά τους σ’ ένα τοπικό εργοστάσιο γυναικείας υπόδησης. Ο ταξιτζής τους παρέδωσε σ’ ένα προσχεδιασμένο μπλόκο. H Ισλαμική πολιτοφυλακή τους οδήγησε σε μια μυστική τοποθεσία. Άνοιξαν πολλές τρύπες στα σώματά τους μ’ ένα ηλεκτρικό τρυπάνι κι ύστερα τους αποκεφάλισαν. Βρήκαμε τα σώματά τους σε μια χωματερή στην άκρη της πόλης.

Συντετριμμένος, έφυγα από το σπίτι. Δεν άντεχα να βλέπω τον τρόμο στα πρόσωπα της μητέρας και των αδελφών μου. Ένιωθα χαμένος και δεν ήξερα πια αν ήθελα κάτι από αυτή τη ζωή. Έπιασα ένα δωμάτιο σ’ ένα βρώμικο ξενοδοχείο ώσπου με επισκέφτηκε ο θείος μου και μου πρότεινε να δουλέψω για τη σέχτα του. Για την εκδίκηση.

Οι μέρες του καλοκαιριού ήταν μεγάλες και μονότονες. Η βίλα ήταν άνετη, αυτό να λέγεται, με πισίνα και σάουνα. Σε μένα όμως φάνταζε σαν ένας παλατιανός αντικατοπτρισμός. Ο Σαλσάλ έπιασε ένα δωμάτιο στον δεύτερο όροφο, ενώ εγώ αρκέστηκα σ’ ένα σκέπασμα κι ένα μαξιλάρι στον καναπέ που βρισκόταν στο μεγάλο σαλόνι, εκεί που ήταν και η βιβλιοθήκη. Ήθελα να μπορώ να τσεκάρω τον κήπο και την εξωτερική πύλη της βίλας σε περίπτωση που γινόταν κάτι απρόοπτο. Είχα μείνει άναυδος με το μέγεθος της βιβλιοθήκης στο σαλόνι. Είχε πολλούς τόμους σχετικά με τη θρησκεία αλλά και το εσωτερικό και διεθνές δίκαιο. Ανάμεσα στα ράφια, ξύλινα αγαλματίδια ζώων αραδιασμένα σε σχήματα και πόζες που θύμιζαν αφρικανικά τοτέμ. Τα ζώα χώριζαν τα θρησκευτικά βιβλία από τα νομικά βιβλία. Μόλις έπεφτε το σκοτάδι, έτρωγα κάτι και παραδινόμουν στον καναπέ, όπου αναλογιζόμουν για λίγο τα γεγονότα της ζωής μου κι ύστερα έπιανα ένα βιβλίο και διάβαζα αφηρημένα. Ο κόσμος στο κεφάλι μου ήταν σαν ένας ιστός αράχνης που βούιζε αχνά, σαν το βουητό μιας ζωής που αργοσβήνει, κρατώντας την ανάσα της. Σαν εύθραυστα, απαίσια φτερά που χτυπούν για τελευταία φορά.

3417_234622796660039_1445832683_n

Βρήκα το αυγό τρεις μέρες πριν την τελευταία επίσκεψη του κ. Σαλμάν. Μια μέρα ξύπνησα την ώρα που χάραζε, ως συνήθως. Πήρα λίγο καθαρό νερό και φαγητό και πήγα να δω τι έκανε ο φίλος μου ο κούνελος. Άνοιξα το κλουβί του κι εκείνος πήδηξε έξω, στον κήπο. Υπήρχε ένα αυγό στο κλουβί. Το σήκωσα και το εξέτασα, προσπαθώντας να καταλάβω το παράλογο της υπόθεσης. Ήταν πολύ μικρό, άρα δεν ήταν αυγό κότας. Αγχώθηκα και πήγα κατευθείαν στο δωμάτιο του Σαλσάλ. Τον ξύπνησα και του είπα τα καθέκαστα. Ο Σαλσάλ πήρε το αυγό στα χέρια του και το χάζεψε για κάμποσο, κι ύστερα γέλασε σαρκαστικά.

«Χατζάρ, το καλό που σου θέλω ελπίζω να μη μου κάνεις πλάκα», είπε, κουνώντας μου το δάχτυλο.

«Τι θες να πεις; Προφανώς δεν γέννησα εγώ το αυγό!» είπα αποφασιστικά.

Ο Σαλσάλ έτριψε τα μάτια του, κι ύστερα άξαφνα πήδηξε απ’ το κρεβάτι σαν τρελός, βρίζοντας και βλαστημώντας με. Πήγαμε στην πύλη της βίλας και τσεκάραμε τον συναγερμό. Επιθεωρήσαμε τους τοίχους και ψάξαμε τον κήπο και όλα τα δωμάτια. Τίποτε το ασυνήθιστο. Εκτός από ένα αυγό στο κλουβί ενός κουνελιού! Η μόνη εκδοχή που έμοιαζε πιθανή ήταν πως κάποιος μας έκανε πλάκα, κάποιος που τρύπωσε στη βίλα κι έβαλε το αυγό δίπλα στο κουνέλι.

«Ίσως είναι ένα ηλίθιο κόλπο αυτής της καριόλας της Ουμ Νταλά. Στο διάολο κι εσύ και το κουνέλι σου», είπε ο Σαλσάλ, μα ύστερα ησύχασε.

Κι οι δυο μας ξέραμε πως η Ουμ Νταλά ήταν άρρωστη και δεν είχε έρθει να μας δει την περασμένη βδομάδα. Ο φόβος μας μεγάλωνε γιατί δεν είχαμε όπλα στο σπίτι.Δεν μας επιτρεπόταν να οπλοφορούμε μέχρι τη μέρα της επιχείρησης. Φοβόντουσαν για τυχαίες έρευνες γιατί η Πράσινη Ζώνη ήταν κυβερνητική περιοχή και οι περισσότεροι πολιτικοί ζούσαν εκεί. Εμείς μέναμε στη βίλα με το πρόσχημα πως ήμασταν σωματοφύλακες ενός βουλευτή. Ο Σαλσάλ έκανε σκηνή και μου ζήτησε να σφάξω το κουνέλι, αλλά αρνήθηκα και του απάντησα πως το κουνέλι δεν είχε τίποτα να κάνει με το συμβάν.

«Δεν ήταν το γαμω-κουνέλι σου που έκανε τ’ αυγό;» είπε θυμωμένα ενώ ανέβαινε στο δωμάτιό του.

Έφτιαξα καφέ και κάθισα στον κήπο παρατηρώντας το κουνέλι, που έτρωγε τις ακαθαρσίες του. Λένε πως οι ακαθαρσίες περιέχουν βιταμίνη Β που παράγουν μικροοργανισμοί στο κατώτερο πεπτικό σύστημα. Μετά από λίγο ο Σαλσάλ γύρισε κουβαλώντας το λάπτοπ του. Μουρμούριζε στον εαυτό του και καταριόταν τον κ. Σαλμάν, κάθε λίγο και λιγάκι. Μπήκε στο φέισμπουκ του και είπε πως πρέπει να είμαστε σε επιφυλακή 24/7. Μου ζήτησε να διανυκτερεύσω στο δωμάτιό του του δευτέρου ορόφου γιατί ήταν καλό σημείο για να εποπτεύω την πύλη και τους τοίχους της βίλας.

Σβήσαμε όλα τα φώτα, κάτσαμε στο δωμάτιο του Σαλσάλ και ανά τακτά διαστήματα κάναμε με βάρδιες σκοπιά, τον γύρο της βίλας.

Δυο βράδια πέρασαν χωρίς κάτι ύποπτο. Η βίλα ήταν ήσυχη, βυθισμένη στη σιωπή και τη γαλήνη. Ενώ έμενα στο δωμάτιο του Σαλσάλ, έμαθα πως στο φέισμπουκ είχε λογαριασμό με το ψευδώνυμο Πόλεμος και Ειρήνη και πως είχε ποστάρει για φώτο προφίλ του ένα σκίτσο με κάρβουνο, μια προσωπογραφία του Τολστόι. Είχε περισσότερους από χίλιους φίλους στο φέισμπουκ, οι περισσότεροι συγγραφείς, δημοσιογράφοι, και διανοούμενοι. Συζητούσε μαζί τους σχετικά με τις απόψεις τους, και του άρεσε να περνά για έξυπνος θαυμαστής άλλων χρηστών του φέισμπουκ. Εξέφραζε τις απόψεις του και τις αναλύσεις του περί των βιαιοπραγιών στη χώρα με σοφία και μετριοπάθεια. Το δοκίμασε και σε μένα, μιλώντας μου με τις ώρες για τον Υφυπουργό Πολιτισμού. Μου έλεγε πόσο καλλιεργημένος και ανθρώπινος και μοναδικά έξυπνος ήταν. Εκείνη την ώρα δεν με ενδιέφερε η κουβέντα σχετικά με τον υφυπουργό. Του είπα πως άνθρωποι που κάνουν τη δική μας δουλειά θα έπρεπε να κρατούν αποστάσεις από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Με κοίταξε με το σύνηθες σαρκαστικό του ύφος, και είπε «Εσύ πρόσεχε το κουνελάκι σου που κάνει αυγά, Χατζάρ».

Όταν ο κ. Σαλμάν μας επισκέφτηκε εν τέλει, ο Σαλσάλ είχε μια έκρηξη θυμού μπροστά του, και του είπε για το αυγό του κουνελιού. Ο κ. Σαλμάν χλεύασε την ιστορία μας και δεν πήρε στα σοβαρά τις υποψίες μας για την Ουμ Νταλά. Μας διαβεβαίωσε πως η γυναίκα ήταν έμπιστη και πως ήταν στη δούλεψή τους χρόνια τώρα. Αλλά ο Σαλσάλ τον κατηγόρησε για προδοσία κι άρχισαν να μαλώνουν, κι εγώ καθόμουν και τους έβλεπα. Από τον καυγά τους κατάλαβα πως σ’ έναν κόσμο φανατισμού και πολιτικών δολοφονιών, οι άνθρωποι συχνά πρόδιδαν ο ένας τον άλλον εξαιτίας μείζονων συμφερόντων. Πολλές φορές, αυτοί που ανέβαιναν στην εξουσία αντάλλασσαν πληρωμένους εκτελεστές, στο πλαίσιο ευρύτερων συμφωνιών για πολιτικές θέσεις ή για να καλύψουν κάποιο σκάνδαλο διαπλοκής. Αλλά ο κ. Σαλμάν αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες του Σαλσάλ. Μας ζήτησε να ηρεμήσουμε, γιατί η δολοφονία του στόχου θα λάμβανε χώρα σε δύο μέρες. Κάτσαμε στην κουζίνα και ο Σαλμάν μας εξήγησε όλες τις λεπτομέρειες του σχεδίου. Ύστερα έβγαλε από την τσάντα του δύο ρεβόλβερ με σιγαστήρες και είπε πως θα πληρωνόμασταν αμέσως μετά την επιχείρηση κι ύστερα θα μεταφερόμασταν κάπου αλλού, στα προάστια της πρωτεύουσας.

«Αυγό, το κουνέλι! Βρε τον ψάρακα. Είσαι στ’ αλήθεια πλακατζής», μου ψιθύρισε ο Σαλμάν προτού φύγει.

Το τελευταίο βράδυ, μείναμε ξύπνιοι ως αργά με τον Σαλσάλ. Ανησυχούσα για το κουνέλι, γιατί η Ουμ Νταλά θα ήταν, καθώς φαινόταν, σε διακοπές για αρκετό καιρό. Το κουνέλι θα λιμοκτονούσε. Ο Σαλσάλ ήταν απασχολημένος στο φέισμπουκ, ως συνήθως. Καθόμουν κοντά στο παράθυρο, παρατηρώντας τον κήπο. Είπε πως συζητούσε με τον αναπληρωτή υπουργό πολιτισμού για τη βία που προκαλούσε ο φανατισμός, και τις ρίζες της. Απ’ αυτά που έλεγε ο Σαλσάλ κατάλαβα πως ο αναπληρωτής υπουργός πολιτισμού ήταν συγγραφέας την εποχή του Σαντάμ Χουσείν και είχε γράψει τρία μυθιστορήματα για τον Σουφισμό. Μία μέρα εκείνος και η γυναίκα του ήταν σ’ ένα πάρτυ στο σπίτι ενός πλούσιου αρχιτέκτονα, με θέα τον ποταμό Τίγρη. Η γυναίκα του ήταν εκπληκτικά ελκυστική, και καλλιεργημένη όπως ο άντρας της. Την ενδιέφεραν ιδιαίτερα τα παλιά Ισλαμικά χειρόγραφα. Καλεσμένος στο πάρτυ ήταν κι ο Επικεφαλής Ασφαλείας, συγγενής του προέδρου. Όταν τελείωσε το πάρτυ, ο αρχηγός της ασφάλειας έδωσε εντολή στη μονάδα του να διαβάσουν τα μυθιστορήματα του φίλου μας. Μερικές μέρες αργότερα, τον φυλάκισαν, κατηγορώντας τον για συνομωσία κατά του Κράτους και του Κόμματος. Ο Επικεφαλής Ασφαλείας διαπραγματεύτηκε με τη γυναίκα του συγγραφέα για την ελευθερία του. Όταν εκείνη απέρριψε τα αιτήματά του, ο επικεφαλής έβαλε έναν από τους άντρες του να τη βιάσει μπροστά στον άντρα της. Ύστερα από αυτό η γυναίκα διέφυγε στη Γαλλία κι εξαφανίστηκε. Απελευθέρωσαν τον συγγραφέα στα μέσα της δεκαετίας του 90’ κι εκείνος πήγε στη Γαλλία να ψάξει για τη γυναίκα του αλλά δεν μπόρεσε να βρει τα ίχνη της. Όταν το καθεστώς του δικτάτορα ανατράπηκε, γύρισε στο σπίτι του και διορίστηκε Αναπληρωτής Υπουργός Πολιτισμού. Η ιστορία της γυναίκας του συγγραφέα έμοιαζε με ταινία του Μπόλιγουντ, μα μου έκανε εντύπωση το πόσες λεπτομέρειες της ζωής του ανθρώπου γνώριζε ο Σαλσάλ. Ένιωσα πως θαύμαζε την προσωπικότητα και την καλλιέργειά του. Τον ρώτησα σε ποια σέχτα ανήκε ο άνθρωπος αυτός. Αγνόησε την ερώτησή μου. Ύστερα προσπάθησα να τον ψαρέψω για την ταυτότητα του στόχου μας, αλλά μου απάντησε πως ένας αρχάριος ψάρακας σαν εμένα δεν επιτρεπόταν να γνωρίζει τέτοια πράγματα. Το μόνο που έπρεπε να κάνω, ήταν να οδηγήσω το αμάξι, κι ο Σαλσάλ θα βίδωνε τον σιγαστήρα στο ρεβόλβερ του και θα έριχνε τη σφαίρα.

Το επόμενο πρωί περιμέναμε μπροστά στο πάρκινγκ στο κέντρο της πόλης. Ο στόχος αναμενόταν να φτάσει με ένα κόκκινο Τογιότα Κράουν, και μόλις το αμάξι του έμπαινε στο πάρκινγκ ο Σαλσάλ θα έβγαινε από το αμάξι μας, θα τον ακολουθούσε μέσα με τα πόδια και θα του έριχνε. Ύστερα θα οδηγούσαμε στο νέο μας κρησφύγετο στις παρυφές της πόλης. Γι’ αυτό είχα πάρει μαζί μου το κουνέλι και το είχα βάλει στο πορτ-μπαγκαζ.

Ο Σαλσάλ είχε μήνυμα στο κινητό του και το πρόσωπό του χλόμιασε. Δεν θα έπρεπε να περιμένουμε πάνω από δέκα λεπτά για τον στόχο. Τον ρώτησα αν όλα πήγαιναν καλά. Έβρισε και χτύπησε το χέρι του στο πόδι του. Ανησυχούσε. Δίστασε λίγο, κι υστέρα μου έδειξε τη φωτογραφία ενός κουνελιού που καθόταν πάνω σ’ ένα αυγό. Κάποιος είχε φτιάξει αυτή τη χαζομάρα με Φώτοσοπ. «Ξέρεις ποιος την έστειλε;» με ρώτησε ο Σαλσάλ.

Κούνησα το κεφάλι μου.

«Ο Αναπληρωτής Υπουργός Πολιτισμού», μου είπε.

«Τί;!!»

«Αυτός είναι ο στόχος, Χατζάρ».

Βγήκα από το αμάξι, το αίμα μου έβραζε από θυμό με τη βλακεία του Σαλσάλ και την όλη τρέλα αυτής της άθλιας επιχείρησης. Πάνω από δεκαπέντε λεπτά πέρασαν κι ο στόχος δεν φαινόταν. Είπα στον Σαλσάλ ότι τα παρατάω. Βγήκε κι εκείνος από το αμάξι και μου ζήτησε να κάνω υπομονή και να περιμένουμε λίγο ακόμα, γιατί κι δυο μας κινδυνεύαμε. Ξαναμπήκε στο αμάξι και προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον Σαλμάν. Περπάτησα ως ένα μαγαζί παραδίπλα για να αγοράσω ένα πακέτο τσιγάρα. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή από θυμό. Δεν είχα μπει ακόμα στο μαγαζί όταν το αμάξι ανατινάχτηκε πίσω μου κι έπιασε φωτιά, κάνοντας στάχτη τον Σαλσάλ και το κουνέλι.

ΧΑΣΑΝ ΜΠΛΑΣΙΜ


Ο Χασάν Μπλασίμ (Hassan Blasim), γεννημένος το 1973, είναι ιρακινός σκηνοθέτης και συγγραφέας. Γράφει στα αραβικά. Είναι πολίτης της Φινλανδίας, όπου πήγε ως πρόσφυγας το 2004, όταν θεωρήθηκε persona non grata κατά την παραγωγή της ταινίας του Η πληγωμένη Κάμερα στην κουρδική περιοχή του βορείου Ιράκ. Έκανε τέσσερις ταινίες μικρού μήκους για τη φινλανδική εταιρεία εκπομπών Yle. Η συλλογή διηγημάτων του Ο Τρελός της Πλατείας Ελευθερίας ήταν επιλαχούσα για το Independent Foreign Fiction Prize το 2010. Η συλλογή διηγημάτων του Ο Ιρακινός Χριστός μεταφράστηκε από αραβικά στα αγγλικά από τον Τζόναθαν Ράιτ, κυκλοφόρησε από την Comma Press το 2013 και τον έκανε τον πρώτο αραβόφωνο συγγραφέα που κέρδισε εν τέλει, το 2014, το Independent Foreign Fiction Prize. Μια επιλογή από τις ιστορίες του δημοσιεύθηκε υπό τον τίτλο Έκθεση Πτωμάτωναπό την Penguin US το 2014.

Advertisements