Αυτό, που είμαστε

kavagiou

της ΛΙΖΑΣ ΚΑΒΑΓΙΟΥ

Να ’μαστε λοιπόν. O γιος μας, η νύφη μας, οι δυο εγγόνες μας, ο άντρας μου κι εγώ, το τελευταίο βράδυ πριν τη μεγάλη μέρα. Καθισμένοι στους αντικρυστούς καναπέδες του σαλονιού παρακολουθούμε τα κορίτσια, που παίζουν στο χαλί ανάμεσά μας. Συζητάμε για τον επίμονο χειμώνα, το πετυχημένο μου στιφάδο, την πρόοδο των κοριτσιών στο σχολείο. Το ημίφως των μισοκαμένων φωτιστικών τρέφει τη νύστα όλων μας, μα τα παιδιά διστάζουν να φύγουν. Φοβούνται να μας αφήσουν μόνους με την αγωνία μας για την επόμενη μέρα.

Τους παρατηρώ. Μια παράδοξη διπλωπία μού επιτρέπει να τους δω πιο καθαρά. Τους βλέπω όλους διπλούς. Πίσω από τον καθέναν τους υπάρχει μια δεύτερη φιγούρα, που σκέφτεται άλλα από αυτά που ελευθερώνει το στόμα τους. Κάνει τα τραγικότερα σενάρια για την επόμενη μέρα. Κάθε φορά, που το βλέμμα τους πέφτει σε μένα, η κόπια αυτή προδίδει τις σκέψεις της. Φωνάζει βουβά πάνω από τις ευχάριστες κουβέντες του απτού τους εαυτού. «Αύριο μπορεί να μην την βγάλεις», «αύριο μπορεί να την χάσω», «την καημένη, πώς αντέχει τέτοια αγωνία». Κι εγώ είμαι διπλή – έχω τα ίδια τραγικά σενάρια για την επόμενη μέρα στο μυαλό μου, μα χαμογελάω. Πιέζομαι και κουράζομαι να χαμογελάω, όμως κανείς δεν τολμάει να σηκωθεί να φύγει, να ξεκουραστώ.

Τα κορίτσια, χωρίς να ξέρουν το γιατί, αποφεύγουν το βλέμμα μου σα να αποφεύγουν ένα μεγάλο κακό. Κι ας μη μου συνέβη ακόμη. Την αγωνία αποφεύγουν. Μες στην εξάντλησή τους, την περασμένη τούτη ώρα, αποφασίζουν να επικεντρώσουν το ενδιαφέρον τους σε μια κούκλα. Την θέλουν κι οι δύο.

—Δικιά μου είναι!

—Όχι, δικιά μου!

Τραβολογούν το κακόμοιρο το πλαστικό, μια από το ένα μπούτι και μια από το άλλο. Είναι σαν τις δυο μανάδες μέσα στον κύκλο του Μπρεχτ. Παρουσιάζονται στον δίκαιο Σολομώντα και τελικά αποφασίζουν να δοκιμάσουν τη Μηχανική του Κάρβερ. Τραβούν κι οι δύο το ίδιο βίαια κι η κούκλα ακρωτηριάζεται. Τα κορίτσια μένουν να κοιτούν η μια την άλλη απειλητικά και οι δυο την κούκλα απογοητευμένα. Η μάνα τους, αγανακτισμένη κι εξουθενωμένη, ξεχνιέται και το τολμά.

«Φεύγουμε τώρα!», δηλώνει θαρραλέα, αρπάζει τα μπουφάν τους και αμέσως μαζεύεται. Κοιτάζει το πάτωμα σα να του ζητά συγγνώμη, εκπνέει και παίρνει κουράγιο. Της κλήρωσε να είναι η πρώτη που θα με αποχαιρετήσει. Στρέφεται προς τα μένα, τραβά το δεξί μου χέρι και το χώνει στη χούφτα της στοργικά.

—Πεθερούλα μου, όλα θα πάνε καλά, θα είμαστε έξω από το χειρουργείο όλοι και θα σε περιμένουμε. Σκέψου μόνο θετικά. Αυτό, τελευταίο, και ξεμπέρδεψες.

Κάνει νόημα στον γιο μου πως θα τον περιμένει με τα κορίτσια στο αμάξι, για να με χαιρετήσει με την ησυχία του. Εκείνος, από αγάπη, δεν θέλει να με επιβαρύνει με το άγχος του. Με φιλάει, με αγκαλιάζει και φεύγει βιαστικά, πριν οι σκέψεις του προδοθούν. Πάει κι αυτό. Μένουμε με τον άντρα μου τώρα, η αγωνία μας κι εμείς, να μαζεύουμε πιάτα, ποτήρια και πιατέλες σιωπηλοί.

—Άστα σε μένα, πήγαινε να ξεκουραστείς – μεγάλη μέρα αύριο, Φανή μου.

«Και πώς θα περάσουν οι ώρες; Οι ώρες μέχρι αυτό», τον διακόπτω αμέσως. Δεν τον μαλώνω. Στ’ αλήθεια απορώ. Συνειδητοποιώ ότι η μεγάλη μέρα είναι αυτή, τώρα. Όχι η επόμενη. Τώρα είναι που μπουμπουνίζουν δεκάδες βροντές, να με φοβίσουν πριν τη μεγάλη καταιγίδα. Κι είναι δεκάδες φορές πιο τρομακτική η αναμονή της, με σφιγμένα δόντια, αυχένα και γροθιές, απ’ ότι η ίδια η καταιγίδα.

Τακτοποιώ ένα ένα τα παιχνίδια των κοριτσιών. Αυτά που έχουμε στο σπίτι, για να έχουν να ασχολούνται όταν μας επισκέπτονται. Τα ταξινομώ σε κατηγορίες, μα αφήνω την ακρωτηριασμένη κούκλα για το τέλος. Δεν έχω λύση για δαύτην. Παλιότερα οι κούκλες είχαν μεγαλύτερη διάρκεια ζωής. Έβγαινε ένα πόδι; Το ξανάβαζες με ένα κλακ. Το κεφάλι; Μέσα-έξω κι αυτό. Τα χέρια, το ίδιο. Μάλιστα, όταν ο γιος μου ήταν μικρός, υπήρχε κι ένα παιχνίδι με το οποίο περνούσε ώρες πολλές τότε. Ο Πατατάνθρωπος! Όχι μόνο έβγαιναν και ξανάμπαιναν μύτη, αυτιά, μάτια, χείλη, αλλά μπορούσες να τους αλλάξεις και θέση! Ένα μάτι κάτω από τη μύτη, ένα φρύδι αντί για χείλος ή ένα αυτί να μυρίζει και μια μύτη να ακούει κ.ο.κ. Εκπληκτικά πράγματα.

Ωστόσο αυτή η κούκλα είναι για πέταμα πλέον.

Την ακουμπώ σε μιαν άκρη του καναπέ αδυνατώντας να ασχοληθώ με το δικό της μαρτύριο. Ακολουθώ τον άντρα μου στην κρεβατοκάμαρα, φοράω τη νυχτικιά μου και ξαπλώνουμε. Σβήνουμε σχεδόν ταυτόχρονα τα φωτιστικά μας και με αγκαλιάζει για καληνύχτα. Ξέρω πως θα είναι εκεί για μένα, όπως πάντα, διαθέσιμος και τρυφερός. Μου χαϊδεύει το μπράτσο μέχρι που αποκοιμιέται πρώτος.

Πρώτα εκείνος. Μάλλον πάντα πρώτα φρόντιζα για τη ευτυχία του γιου μας, μετά για την δική του και στο τέλος ερχόμουν εγώ. Δε με ένοιαζε για τον εαυτό μου όταν εκείνοι ήταν καλά. Όμως αυτό το βράδυ έχουν έρθει τα πάνω κάτω. Τα πάντα αφορούν εμένα. Είναι, αυτό που λένε, η βραδιά μου. Αύριο θα με παραλάβει ο χειρουργός, θα μου κόψει και τους δυο μαστούς και, αν επιβιώσω, στην ηλικία μου, θα είμαι μια άλλη γυναίκα. Όμως είμαι γυναίκα – γιαγιά, αλλά γυναίκα. Με αυτό το σώμα μεγάλωσα, αυτό περιποιήθηκα, αγάπησα και αγαπήθηκα. Εγώ, είμαι αυτό το σώμα, ολάκερη μαζί. Χωρίς ένα μέρος του, πώς θα είμαι, δεν ξέρω. Κι αν δεν επιβιώσω; Μέχρι εδώ ήταν;

Το τελευταίο βράδυ μου, το βράδυ μου, θα το περάσω κοιτώντας τα παντζούρια που μπάζουν φως από τον δρόμο. Μετρώντας τις τρυπούλες τους μια-μια, μπας κι επιτέλους με πάρει ο ύπνος. Θεέ μου, πόσες τρυπούλες παίρνει να ξημερώσει! Γιατί αργεί; 193-194-195.

Όταν είσαι για ώρα στο σκοτάδι, τα μάτια συνηθίζουν και βλέπεις καλύτερα. Παραμένω ανάσκελα και κοιτάζω τη νυχτικιά μου, τον αρμονικό λοφίσκο που σχηματίζει το μπούστο μου. Πώς κάτι τόσο όμορφο μπορεί να κρύβει κάτι τόσο άρρωστο μέσα του; Τόσο επικίνδυνα άρρωστο, που όλοι επιμένουν πως πρέπει να αφαιρεθεί, ολοσχερώς. Να μου το πάρουν.

«Αυτό, τελευταίο, και ξεμπέρδεψες».

Όχι, δικό μου είναι. Όχι, λέμε, δικό μου είναι! Κάνω να προστατεύσω τους μαστούς μου με τις παλάμες μου, όμως τα χέρια δεν κουνιούνται- πού πήγαν; Χέρια δεν έχω – μόνο κεφάλι και μαστούς. Αντιθέτως, ακριβώς από πάνω μου βρίσκονται τέσσερα χέρια. Δουλεύουν στο λειψό μου “σώμα” δυο ζεύγη χέρια. Δεν μπορούν να αποφασίσουν. Αλλάζουν θέση σε όλα. Ένα μάτι στην θέση ενός αυτιού- αλλάζουν γνώμη. Μια ρώγα στην θέση του ματιού κι ένα φρύδι στην θέση του χείλους – κι αλλάζουν γνώμη. Ανταλλάζουν τα αυτιά μεταξύ τους, να στέκονται στραβά, τη μύτη τη βάζουν για στόμα, τα χείλη αντί για μαστούς και τα μάτια τα βγάζουν τελείως. Τα αφήνουν στο πλάι μαζί με τις ρώγες, για πέταμα πια, να μην δουν ποτέ. Μην τύχει κανένας καθρέπτης στο χωλ κι αντικρύσουν την γκροτέσκα φιγούρα που προέκυψε από το άτακτο παιχνίδι των τεσσάρων χεριών.

«Δικά μου είναι!»

Η κραυγή μου βοηθά να επαναϋλωθούν τα χέρια μου και καταφέρνω να χουφτώσω σταυρωτά το στήθος μου. Ο άντρας μου ξυπνά στιγμιαία, αλλάζει πλευρό κι εγώ τρέμω, κάθιδρη και τρομαγμένη. Ο ιδρώτας μου είναι βαρύς και πνιγερός, «σαν θρόμβοι αίματος καταβαίνοντες εις την γην» – αυτό είναι η Αγωνία, Χριστέ μου.

Πόσες τρυπούλες παίρνει να ξημερώσει; Γιατί αργεί; Αν αυτές μετρούν τον χρόνο που μου δίνεται και απομένει, έστω πως κάθε τρυπούλα είναι και μια καλή στιγμή. Κοίτα μ’ αυτόν τον τρόπο, λίγο-λίγο, πόσο φως μαζεύεται μέσα σε εβδομήντα χρόνια. Στην ίδια αυτή την κάμαρη, την περιορισμένη. Ποιος ξέρει ότι υπάρχει. Και ποιος θα θυμάται ότι υπήρξε ποτέ αφότου εξαφανιστεί. Δεν έχω ιδέα πού θα πάνε όλες αυτές οι στιγμές της δικής μου κάμαρης, όταν χαθεί το φως που συγκεντρώνουν. Τρυπούλα την τρυπούλα, καλές στιγμές τις καλές στιγμές, τα μετρώ και τα σκέφτομαι όλα. Γάμους, βαφτίσια, πτυχία, ταξίδια, ζεστά χαμόγελα, δροσερές βουτιές, πληθωρικές αγκαλιές, γλέντια, γεννητούρια, λιβάδια με παπαρούνες, γλυκά κρασιά, της γιαγιάς μου τα αφράτα μπράτσα και της μάνας μου η τελευταία συμβουλή. Κρατώ τη λεπτή αχτίδα από κάθε σημείο, μέσα μου, αναμένω και παραμένω ξύπνια, μην και γυρίσει ο εφιάλτης του Πατατάνθρωπου. Αυτή είναι η μεγάλη μέρα κι αυτός ο ολάνθιστος Κήπος μου, Χριστέ μου.

Συνέρχομαι με όραση θολή και πολλή ζαλάδα. Με χτυπά ένα δυνατό φως κι η νοσοκόμα σπεύδει να κλείσει τα παντζούρια.

—Όχι, σε παρακαλώ, τράβα μόνο την κουρτίνα.

Με υπακούει και στέκεται από πάνω μου. Έχει ένα εκθαμβωτικό χαμόγελο που παρασέρνει τα μεγάλα της μάτια. Είναι τροφαντή, με γεμάτα μάγουλα και απείθαρχες, καστανές μπούκλες. Σχηματίζουν ένα φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι της. Αυτόν τον άγγελο πρέπει να είδα τελευταίο, πριν κοιμηθώ μες στο παγωμένο χειρουργείο. Το χαμόγελό της με ζέστανε όπως τώρα. Με χαϊδεύει στον ώμο ήρεμα. Το δέρμα της στο δέρμα μου βεβαιώνει πως βρίσκομαι εδώ, τώρα, ακόμη. Μέσα από δάκρυα τολμώ να της ψιθυρίσω.

—Πώς είμαι; Φοβόμουν να φύγει ένα μέρος μου…

—Κυρία Φανή, εμείς εδώ φροντίζουμε μόνο το σώμα σας. Όμως εσείς, όλοι σας εδώ μέσα, δεν είστε αυτό. Είστε η ψυχή σας. Αυτή είναι δική σας. Αυτή φροντίστε την εσείς. Εντάξει, κούκλα μου;

Με ακουμπά απαλά στο μέρος της καρδιάς, πάνω από τις γάζες. Εκεί όπου θεωρεί πως σιγοκαίει η ψυχή μου. Κοιτώ μόνον εκείνη, γιατί φοβάμαι να κοιτάξω προς τις γάζες. Μαντεύει την σκέψη μου.

—Μη βιάζεσαι, έχεις καιρό, θα συνηθίσεις. Το σημαντικό είναι πως έχεις καιρό! Να τους πω πως ξύπνησες να έρθουν; Οι εγγόνες σου έχουν ξεσηκώσει τον όροφο κι ο άντρας σου πρέπει να έχει καπνίσει μέχρι και τα πλατανόφυλλα στην αυλή!

«Ναι», απαντώ και ανασηκώνομαι προσεκτικά στο κρεβάτι, σκεπάζοντας τον κορμό με τον λευκό σεντόνι.–

ΛΙΖΑ ΚΑΒΑΓΙΟΥ

Advertisements