Ο Ηράκλειτος και η τεχνική της αφήγησης

democrit

Ο Ηράκλειτος και η τεχνική της αφήγησης

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Ο Sol Stein στο βιβλίο του How to grow a novel (2002) εικάζει ότι οι πρώτοι αφηγητές, οι πρωταρχικοί παραμυθάδες κατά μία έννοια, ήταν οι κυνηγοί της φυλής. Πιθανόν μετά την επιστροφή τους από το κυνήγι, κουβαλώντας τη λεία τους ή γυρνώντας με άδεια χέρια, θα έπρεπε να δώσουν εξηγήσεις στα υπόλοιπα μέλη της κοινότητας για τα αποτελέσματα αυτής της τόσο ζωτικής δραστηριότητας. Θα έπρεπε να περιγράψουν κάπως τις περιπέτειες που πέρασαν, τις δυσκολίες, τα αναπάντεχα γυρίσματα της τύχης, τις ανακαλύψεις τους.

Επίσης οι προϊστορικοί εκείνοι αφηγητές θα ήταν αναγκασμένοι να υπεισέλθουν σε λεπτομέρειες κατά την εξιστόρησή τους. Το πεινασμένο ακροατήριό τους θα απαιτούσε να μάθει γιατί τα θηράματα ήταν τόσο λίγα ή σε αντίθετη περίπτωση, αν η τροφή ήταν αρκετή, πως και πού βρέθηκε, για να επαναληφθεί η επιτυχία. Οι πρώτοι άγριοι ακροατές δεν φανταζόμαστε να έμεναν ικανοποιημένοι με μονολεκτικές απαντήσεις, εικάζει ο Sol Stein. Το θέμα τούς έκαιγε και θέλαν να ξέρουν τι ακριβώς γίνεται.

Πάντως δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε ότι αυτού του είδους η επικοινωνία, οι περιγραφές, οι επεξηγήσεις, οι δικαιολογίες, οι καυχησιές, το μπλέξιμο αλήθειας και ψέματος, λάμβανε χώρα μπροστά στη φωτιά. Το ιδανικό μέρος, επί χιλιετίες, για αφήγηση και ακρόαση ιστοριών. Και επίσης το θεμελιώδες στοιχείο της ηρακλείτειας κοσμολογίας. Το storytelling στις απαρχές του, αλλά και για αιώνες, μοιάζει να έχει οργανική σύνδεση με τη φωτιά. Η φαινομενική αυτή σύμπτωση θα μπορούσε να γίνει το έναυσμα για μια σειρά παρατηρήσεων που φέρνουν την φιλοσοφία του Εφέσιου σε παράλληλη τροχιά με επιμέρους ζητήματα αφηγηματικής τεχνικής.

Το αριστοτελικό μοντέλο (πλοκή με αρχή-μέση-τέλος, συναισθηματική κάθαρση κτλ.) κυριαρχεί σήμερα ως σημείο αναφοράς στο story theory. Μικρή παρέκβαση: δεν θέλω να μεταφράσω τον όρο ως “λογοτεχνική θεωρία” ή “θεωρία αφήγησης” για να μη δημιουργηθεί μπέρδεμα. Στην Ευρώπη όταν λέμε “λογοτεχνική θεωρία” φέρνουμε στο μυαλό μας τον Μπαρτ, τον Ντεριντά κ.ά. Στο συγκεκριμένο άρθρο ο όρος story theory έχει να κάνει με το σύνολο των πρακτικών εφαρμογών και στρατηγημάτων που αποσκοπούν στη χαλύβδωση της δομής ενός λογοτεχνικού κατασκευάσματος, και είναι φυσικά αμερικανικής κοπής.

Παρά την πρωτοκαθεδρία λοιπόν του Αριστοτέλη στο εν λόγω θέμα, αν σκάψουμε βαθύτερα, ίσως δούμε ότι και το αποσπασματικό έργο του Ηράκλειτου προσφέρεται για επαγωγικές σκέψεις και ζουμερά συμπεράσματα αναφορικά με τις τεχνικές της αφήγησης. Παρόλο που η σύνδεση μοιάζει εκ πρώτης όψεως αυθαίρετη, κάποια αποφθέγματα θα μπορούσαν να καταλαμβάνουν περίοπτη θέση σε εγχειρίδια δημιουργικής γραφής.

~.~

Ας δούμε μερικά τυχαία παραδείγματα:

Tο απόλυτο δομικό στοιχείο της αφήγησης, είτε μιλάμε για σενάριο είτε για μυθιστόρημα είτε για θεατρικό κείμενο, είναι η σύγκρουση, το conflict. Δεν μπορούμε να μη θυμηθούμε λοιπόν το περιβόητο “Πόλεμος πατὴρ πάντων” του Ηράκλειτου. Ο φιλόσοφος επεκτείνει την αναγκαιότητα της σύγκρουσης σε όλα τα φαινόμενα, στη δημιουργία και την εξέλιξη του κόσμου. Τα παράλληλα σύμπαντα που δημιουργούν οι αφηγήσεις μας και στέκονται σε κατοπτρική σχέση με την αντικειμενική πραγματικότητα (αν υπάρχει κάτι τέτοιο τέλος πάντων) δεν μπορούν παρά να κανοναρχούνται από την ίδια βασική κοσμολογική αρχή. Χωρίς τη σύγκρουση οι κόσμοι μένουν σε αδιατάρακτη ακινησία, σιωπηλοί, παγωμένοι, νεκροί.

Ειδικά στην αφήγηση όταν μιλάμε για conflict εννοούμε κατά βάση τις εναντιωτικές δυνάμεις που διενεργούν στην ψυχολογία του ήρωα. Conflict δημιουργείται όταν ο ήρωας επιθυμεί κάτι και υπάρχει έντονη εναντιωτική δύναμη από έναν άλλο χαρακτήρα, από μια κατάσταση, από τον ίδιο του τον εαυτό. Οι σπινθήρες που δημιουργούνται από την τριβή ανάμεσα στις δύο ενάντιες δυνάμεις ερεθίζουν το αναγνωστικό ένστικτο. Η σύγκρουση τραβάει σαν μαγνήτης την προσοχή μας και διεγείρει το συναίσθημά μας. Μας κάνει να κολλάμε στην ιστορία και να θέλουμε διακαώς να μάθουμε την έκβασή της.

Χωρίς αυτό το στοιχείο (τόσο περιφρονημένο συχνά από την “ποιοτική” λογοτεχνία) οι αφηγηματικοί μας ήρωες μένουν έκθετοι, περιφέρονται παθητικοί, κατάπληκτοι και άβουλοι από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, αιχμάλωτοι στον ιστό μιας στατικότητας που ενδύεται τη σοβαροφάνεια του βάθους. Συνηθίσαμε να βλέπουμε ήρωες που αντι-δρούν στα γεγονότα της πλοκής. Δεν δρουν. Είναι ετερόφωτοι. Άγονται και φέρονται από ό,τι εκτυλίσσεται γύρω τους. Είναι απλοί θεατές. Δεν γίνονται καταλύτες.

resize (40).jpg

Ένα άλλο ρητό του Ηράκλειτου που εφάπτεται υποδειγματικά στο σύγχρονο story theory είναι το περιβόητο “Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν”, έψαξα και έμαθα πολύ καλά τον εαυτό μου. Τι άλλο είναι το γράψιμο από μια διαρκής αν και ατελέσφορη προσπάθεια να απαντηθεί το ερώτημα “ποιος είμαι;”. Τόσο για τον συγγραφέα όσο και για τον αναγνώστη.

Οι χαρακτήρες που αλλάζουν καθώς ξετυλίγεται το νήμα μιας ιστορίας, παραπέμπουν ανακλαστικά στον ποταμό του Ηράκλειτου, στην κοίτη του οποίου κανείς δεν μπορεί να εισέλθει δυο φορές. Ο φιλόσοφος πρεσβεύει το αιώνιο γίγνεσθαι. Τίποτα δεν είναι ακίνητο. Τα πάντα γύρω μας αλλάζουν. Και τα πάντα μέσα μας αλλάζουν, λένε οι δάσκαλοι σεναρίου. Ειδάλλως οι ιστορίες μας είναι στείρες, βαρετές, αδιέξοδες.

“Ἀγαθὸν καὶ κακὸν ταυτόν”. Αν θέλουμε τρισδιάστατους, ενδιαφέροντες, αληθινούς χαρακτήρες δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε αυτό το ρητό. Κανείς δεν είναι μόνο κακός ή μονοδιάστατα καλός. Σε όλους ενυπάρχει το καλό και το κακό και ανάλογα με την πλάστιγγα των πράξεών τους υπερτερεί πότε το ένα και πότε το άλλο. Ο καθένας κρίνεται από τις επιλογές του, οι οποίες εκπορεύονται βέβαια από τις πεποιθήσεις του, την ψυχολογία του, την συναισθηματική του κατάσταση, τα ένστικτά του. “Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων”, επανέρχεται ο φιλόσοφος, ο χαρακτήρας του ανθρώπου είναι το πεπρωμένο του. Στην τεχνική της λογοτεχνικής αφήγησης είναι θέσφατο: η πλοκή εκκινεί και εξελίσσεται από τον χαρακτήρα. Δεν υπάρχει αυτόνομη, αυτεξούσια, αποκομμένη από τούτον. Όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι λάθος. Ο χαρακτήρας μοιάζει έρμαιο της πλοκής, έχει εξωτερική σχέση με τα πράγματα και αδυνατεί να μας κάνει να συνδεθούμε μαζί του. Δεν τον ακολουθάμε στο ταξίδι του. Κλείνουμε με αδιαφορία το βιβλίο.

“Εἷς ἐμοὶ μύριοι, ἐὰν ἄριστος ἦι”. Ο ένας αξίζει για χιλιάδες, αν είναι άριστος. Ο λογοτεχνικός χαρακτήρας δεν είναι άριστος και δεν πρέπει να είναι άριστος. Έχει προτερήματα και ελαττώματα. Είναι ανθρώπινος. Ταυτοχρόνως είναι όμως και ξεχωριστός. Έχει υψηλούς σκοπούς και διαθέτει ιδιαίτερα ταλέντα που τον ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους. Καθώς στρέφουμε το μικροσκόπιο της προσοχής μας πάνω του, αξίζει για χιλιάδες, γιατί σε αυτόν γίνονται αναγωγές ανθρώπινων συμπεριφορών που χαρακτηρίζονται από διαχρονία και υπερτοπικότητα.

“Ἀπόντι μὴ μάχου” – μη τα βάζεις με κάποιον που είναι απών. Αυτό βρίσκει εφαρμογή στην λεγόμενη εμπορική λογοτεχνία. Ο πρωταγωνιστής πρέπει να είναι σε συνάφεια με τον ανταγωνιστή, τον κακό (villain). Πρέπει ο δεύτερος να βάζει ορατά εμπόδια στον πρώτο. Οφείλει επίσης να εμφανιστεί σύντομα στη δράση, να μπει νωρίς στην πλοκή, να επηρεάζει από νωρίς τα πράγματα. Κάποιοι λένε ότι –ιδανικά– τον συναντάμε στις πρώτες δέκα σελίδες ενός μυθιστορήματος ή ενός σεναρίου.

“Τὰ πάντα οἰακίζει κεραυνός”. Αλίμονο, αν κεραυνός νοείται συνεκδοχικά η συγγραφική ενέργεια, δεν μπορεί παρά να διαπερνά με ένταση και σφοδρότητα τα πάντα σε μια αφήγηση. Πίσω από κάθε λέξη, πίσω από κάθε φράση και κάθε παράγραφο υπάρχει μια βούληση, ένας νοητικός σχεδιασμός (εδώ συναντάμε επίσης τη σκέψη του Σοπενχάουερ και ακόμη του Άγιου Αυγουστίνου). Χωρίς αυτά η αφήγηση φαντάζει κούφια, άνευρη, ασύνδετη, χωρίς λόγο ύπαρξης. Μια συσσώρευση γεγονότων που δεν τα στηρίζει καμία πρόθεση και είναι καταδικασμένα να καταρρεύσουν.

Πριν το τέλος μια συμβουλή προς τους τεχνίτες της γραφής που μας έρχεται από τα βάθη των αιώνων και έχει μεγάλη ισχύ ακόμα και σήμερα: “μὴ λάλει πρὸς ἡδονήν”, μη μιλάς μόνο και μόνο γιατί αυτό σε ευχαριστεί. Ο λόγος σου πρέπει να έχει ουσία. Μη ξοδεύεις λέξεις άδικα και τυραννάς τα μάτια των αναγνωστών. Κάθε λέξη σε ένα μυθιστόρημα πρέπει να μετράει, τόσο που αν αφαιρεθεί, να κλυδωνίζεται όλο το οικοδόμημα. Αυτός ίσως είναι ο τελευταίος έλεγχος που πρέπει να κάνουμε στο editing. Αν αφαιρέσουμε μια λέξη θα παραλλαχτεί το νόημα; Θα παρεκκλίνει το θέμα μας; Θα αλλοιωθεί το περιεχόμενο; Αν όχι, θα πρέπει να είμαστε απηνείς με τις λέξεις και κατά συνέπεια με μια πλευρά του εαυτού μας.

Και κάτι τελευταίο που αφορά ίσως μεγάλη μερίδα των αναγνωστών: “ ὄνους σύρματ’ ἂν ἑλέσθαι μᾶλλον ἢ χρυσόν”, τα γαϊδούρια προτιμούν να τρώνε σκουπίδια παρά χρυσό. Πολλοί αδικημένοι συγγραφείς ομνύουν σε αυτό το ρητό. Άραγε έχουν δίκιο; Μια επισκόπηση στις λίστες των ευπώλητων βιβλίων καμιά φορά το επιβεβαιώνει.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ