Καίτη Παυλή, Έξι ποιήματα

800px-Stymfalia_south_2006

Απελευθέρωση

Άνοιξε την εσθήτα της
Απελευθερώνοντας
Ένα μαύρο πουλί.

Τόσον καιρό
Τόση σιωπή
Πώς την άντεξε;

~.~

Προς ναυτιλλομένους

Μην κοιτάζεις πια το είδωλό σου
Σπάσε τον καθρέφτη
Δες από πίσω, δες στο βάθος!
Απέναντι πέρνα!

Δες!
Η νύχτα επωάζει
Κι άλλους πόνους για το αύριο.

~.~

Οι Ποιητές

Μα τι ζητούν οι ποιητές
Στην αγορά
Κατεβάζοντας άστρα
Απ’ τον ουράνιο θόλο
Στο παζάρι;

Τι ζητούν επιτέλους οι ποιητές
Εξορύσσοντας
Χρωματιστά πετρώματα
Μεταφέροντας ύδωρ κι αηδόνια
Στα καφενεία!

Αφού εν τέλει
Η Ζωή κυριαρχεί
Επιβάλλοντας τον άγριο
Και σκοτεινό ρυθμό της.
(2016)

~.~

Όταν φυσάει πολύ, ανεμόσκαλες!

Σ’ αλλοτινούς καιρούς
Όταν το σπίτι έτριζε
Και πετούσαν ταβάνια και στέγες
Με σωσίβια λέμβο
Κατέβαινα σε ποταμούς και θάλασσες
Με σωσίβια λέμβο
Έπλεα στο ποίημα
Χωρίς οπλισμούς, τόξα κι ασπίδες.

Όμως τώρα πια έμαθα.
Όταν από παντού πνέουν άνεμοι
Όταν τα στέρεα υλικά
Διαλύονται
Και καταρρέουν τοίχοι και βεβαιότητες
Όταν φυσάει πολύ
Ανεμόσκαλες ρίχνω παντού.

Με το μικρό αυτό ποίημα
Το pilot θα μας πάρει να φύγουμε.
(2019)

~.~

Περίπατος στη συνοικία Κ. των Αθηνών*
Στη Σοφία

Προς το βράδυ
Όταν όλα κάπως ησυχάζουν
Απ’ τις φωνές της μέρας
Και λίγο πριν
Τις δολοπλοκίες της νύχτας
Βγαίνω μια βόλτα
Να δρέψω άστρα ποιήματα
Και πικρά διηγήματα
Στους γύρω δρόμους.
Δρασκελώ τα απορρίμματα
Που έφερε η θύελλα των ημερών
Και κατηφορίζω στη Λασκαράτου
Σκορπίζοντας καθ’ οδόν
Μικρά στρογγυλά φωνήεντα
Και χλοερές νότες
Για την επιστροφή.
Στρίβω στην Πολυλά προσδοκώντας
Συναντήσεις με ποιητές ζωγράφους και γλύπτες,
Αγάλματα και μαβιές θάλασσες,
στην ξεραμένη χλόη των κήπων

Οι λεμονιές στη βίλα «Λίλη»
Λιμοκτονούν.
Ανηφορίζω στην πλατεία Παπαδιαμάντη
Και πορεύομαι προς
Τη Βιζυηνού και τη Δροσίνη.

Αλλάζω πορεία και διασταυρώνομαι
Με ανθρώπους και σκύλους
Με σκύλους κι ανθρώπους
Στα πεζοδρόμια
Συνήθως οι άνθρωποι προπορεύονται
Και οι σκύλοι ακολουθούν υπάκουα
Δεμένοι με το λουρί τους
Πιο σπάνια τραβούν μπροστά
Ατίθασοι κι αγριεμένοι
Εκφωνούν πανηγυρικές υλακές,
στίχους γρυλίσματα
Και αφοδεύουν παντού ασύστολα.
Περνώ δίπλα τους δίχως φόβο
Γιατί βλέπω μες στα μάτια τους
Τη λύπη

Ο Αντίοχος δε μένει πια εδώ
Ο Αντίοχος δε μένει πια εδώ!
Ακούω την ηχώ της σκέψης μου
Καθώς υποχωρεί το φως της μέρας.

Οι γάτες διασχίζουν το οδόστρωμα
Αγέρωχα
Ακροπατώντας μην πατήσουν
Τα σκοτωμένα απ’ τα τροχοφόρα
Περιστέρια.

Αν τουλάχιστον συναντούσα
Εδώ γύρω τον Μπουκόφσκι
Θα του πρόσφερα
Αυτόν τον ολόμαυρο
–Σαν τη νύχτα που έρχεται–
Γάτο
Με τα κίτρινα φωσφορίζοντα φώτα.
Είναι καθισμένος στη σέλα
Της μηχανής
Έτοιμος να καλπάσει.

Κόβω στο τέλος ένα πικρό νεράντζι
Το βάζω στον κόρφο μου
Κι επιστρέφω σπίτι μου.
(2017-2018)

* Η συνοικία Κ. είναι η περιβόητη Κυπριάδη που σχεδιάστηκε για να είναι Κηπούπολη με πλατείες, πάρκα και ωραία νεοκλασικά και ξεχωριστά σπίτια με κήπους. Σ’ αυτή κατοίκησαν στο παρελθόν πολλοί γνωστοί λογοτέχνες, καλλιτέχνες και επιστήμονες. Σήμερα είναι αλλιώς και λίγα στοιχεία θυμίζουν το παρελθόν.

~.~

Το Φίδι

Μες στο μικρό μου κήπο
Στην πιο σκιερή του άκρη
Είναι ένα φίδι.
Με το ένα του μάτι υπνώττει
Με το άλλο παραμονεύει
Τις μέρες μου
Είμαστε γνώριμοι από παλιά
Έχω παίξει μαζί του
Το τάισα με τα μαργαριτάρια
Της νιότης μου

Αργότερα μου άρπαξε
Τα ωραιότερα μήλα
Δίβουλο, διπρόσωπο, αδηφάγο
Ησυχάζει λες, κοιμάται
Αυτό όμως εκτινάσσει με πονηρία
Τις ορέξεις του
Σε αιφνιδιάζει
Μεταλλάσσει τον ήλιο
σε υγρό δηλητήριο
Έρπει σιωπηλά
Μακραίνει το σώμα του

Τώρα το ποτίζω με
Τα ακριβά μου δάκρυα
Το γητεύω με τραγούδια
Και παραμύθια
Δεν ξέρω όμως ποιος τελικά
Θα ξεγελάσει τον άλλον.
(1998)