Για την κριτική του όχλου

Αποτέλεσμα εικόνας για όχλος

~ . ~  

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ  ~ . ~  

Ο ξεπεσμός του δήμου σε όχλο, ο εκφαυλισμός ενός λαού και η κατάληξή του σε αποφάσεις μακροπρόθεσμα αυτοκαταστροφικές, είναι από τα βασικότερα θέματα της αρχαίας πολιτικής σκέψης. Όχι μόνο στον Αριστοτέλη, αλλά και στον Πλάτωνα και τον Θουκυδίδη, η παθολογία της αγελαίας μάζας έχει κεντρική θέση.

Δεν χρειάζεται όμως να μείνει κανείς στους Αρχαίους. Στην νεώτερη ελληνική λογοτεχνία, κριτική του όχλου βρίσκει κανείς σε πλείστους όσους ποιητές μας. Στον «Ρωμιό» του Σουρή λ.χ., ποίημα-κοίτασμα εθνικής αυτογνωσίας:

Βρίζω Εγγλέζους, Ρώσσους, και όποιους άλλους θέλω,
και στρίβω το μουστάκι μου αγέρωχο πολύ,
και μέσα στο θυμό μου κατά διαόλου στέλλω
τον ίδιον εαυτό μου, και γίνομαι σκυλί.

Φέρνω τον νούν στον Διάκο και εις τον Καραΐσκο,
κατενθουσιασμένος τα γένια μου μαδώ,
τον Έλληνα εις όλα ανώτερο τον βρίσκω,
κι επάνω στην καρέκλα χαρούμενος πηδώ.

Την φίλη μας Ευρώπη με πέντε φασκελώνω,
επάνω στο τραπέζι τον γρόθο μου κτυπώ…
εχύθη ο καφές μου, τα ρούχα μου λερώνω,
κι όσες βλαστήμιες ξέρω αρχίζω να τις πω.

Αλλά και στον Βάρναλη του «Κύρ Μέντιου»:

Χάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο, 
χάιντε Σύμβολον αιώνιο!

Ή στον Γκάτσο της «Ελλαδογραφίας»:

Πότε θ’ ανθίσουνε τούτοι οι τόποι;
Πότε θα ’ρθούνε κανούργιοι ανθρώποι
να συνοδεύσουνε τη βλακεία
στην τελευταία της κατοικία;

Κυρίως όμως στον Κωστή Παλαμά των Σατιρικών γυμνασμάτων. Στο μοναδικό αυτό βιβλίο βρίσκει κανείς μια νηφάλια, κοινωνιολογικής ακριβείας περιγραφή των νοερών άκρων εντός των οποίων κινείται διαχρονικά ο Δήμος, από το μεγαλείο ώς την καταισχύνη:

Και για μούντζα ο λαός και για λιβάνι.
Ο λαός είναι τίποτε και είν’ όλα,
είναι του εκδικητή το γιαταγάνι

κι είν’ η μαϊμού η ξεδιάντροπη, η μαργιόλα,
και η ρίζα και η κορφή, ο στερνός κι ο πρώτος,
κι εγώ κι εσύ, κι ο ανθός κι η καρμανιόλα

Για τη «σημερινή ψυχοπνευματική εξαθλίωση του ελληνικού λαού» έχουν μιλήσει πολλοί, με καυστικότερο όλων τον Παναγιώτη Κονδύλη το 1992 – η διατύπωση αυτή είναι δική του. Αλλά και οι σημαντικότεροι πολιτικοί καλλιτέχνες των ημερών μας, ο Διονύσης Σαββόπουλος και ο Αρκάς, αυτή την εξαθλίωση επέλεξαν, με μεγάλη γενναιότητα και ισόποσο προσωπικό κόστος, να κάνουν θέμα τους. Ήδη από το «Κούρεμα» και τους «Κωλοέλληνες» ο Σαββόπουλος, με τον πρόσφατο ιδιοφυή «Προφήτη» του ο Αρκάς.

Φυσικά, όπως το είδαμε κατ’ επανάληψη, και μόνο η νύξη ότι ο περιούσιος λαός μπορεί να ευθύνεται εν μέρει τουλάχιστον για τα χάλια του, αρκεί για να προκαλέσει την μήνιν όλων των παρατάξεων, και της λεγόμενης αριστεράς και της λεγόμενης δεξιάς που σπεύδουν να τον πάρουν, κι αυτόν και τις ψήφους του, υπό την προστασία τους.

Και η μεν «αριστερά» μαίνεται διότι αδυνατεί να παραδεχθεί ότι το πολιτικό υποκείμενο που κατά σύστημα εξιδανικεύει, ο λαός, μπορεί κι αυτός να καταντήσει μια εκμαυλισμένη και εκφαυλισμένη μάζα. Αν το παραδεχόταν, θα όφειλε να αναθεωρήσει μαζί και την αφελή ανθρωπολογία της, κληροδότημα του Διαφωτισμού, που δογματίζει ότι ο άνθρωπος είναι φύσει καλός και ότι αρκεί να τον αφήσει κανείς ελεύθερο για να ακμάσει εν αγαθότητι και δικαιοσύνη. Κάτι τέτοιο όμως θα ισοδυναμούσε γι’ αυτήν την, κατ’ επάγγελμα αισιόδοξη, αριστερά με ιδεολογική αυτοχειρία. Γι’ αυτήν την αριστέρα, αλλά και για κάθε ομόλογο λαϊκισμό, φταίχτης για τα παθήματα είναι πάντα οι Άλλοι, κατά προτίμηση οι «από πάνω» ή οι «απ’ έξω» ή οι απλώς «διαφορετικοί». Κι ας είναι ενίοτε αυτοί ακριβώς που προειδοποιούσαν για τις επερχόμενες συνέπειες.

Η δε «δεξιά» πάλι πλειοδοτεί σε μένος κατά των «υβριστών» του λαού, επειδή τον ταυτίζει αβασάνιστα με το έθνος, με την παράδοση και την ιστορία του. Καθώς τα τελευταία βάλλονται πράγματι από τους θιασώτες του εθνομηδενισμού και της παγκοσμιοποίησης, οι δικοί της οπαδοί τείνουν να πιστέψουν ότι όποιος μιλάει αρνητικά για τους σημερινούς Έλληνες, αποδομεί εν ταυτώ και την ιδέα του ελληνικού έθνους στη διαχρονία του. Όμως όταν πρόκειται για ανθρώπους όπως ο Κονδύλης, ο Σαββόπουλος, ο Αρκάς, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: η κριτική τους είναι απόπειρα, συχνά απεγνωσμένη, εθνικού φρονηματισμού όχι εθνικής αποδόμησης. Παραίνεση ανόρθωσης, όχι παραίτηση ούτε μοιρολατρία.

Χάρη στην προορατικότητα του Κωνσταντίνου Τσάτσου, εισηγητή της πλειοψηφίας το 1975, και παρά τις κοντόφθαλμες αντιδράσεις που η διάταξη ακόμη προκαλεί, το ισχύον Σύνταγμα κάνει αυτήν την κρίσιμη διάκριση μεταξύ παροδικού λαού και διαχρονικού έθνους: «Άπασαι αι εξουσίαι πηγάζουν εκ του λαού και υπάρχουν υπέρ αυτού και του έθνους». Σ’ αυτή τη διάκριση βασίζεται λ.χ. η αρχή της διαγενεακής αλληλεγγύης, που είναι έκφραση προβαθμιαία της διιστορικής αλληλεγγύης που διέπει τα έθνη. Παρότι κυρίαρχος ο ενεστώς λαός δεν είναι παντοδύναμος. Δεν δικαιούται χάριν της δικής του ευημερίας να υποθηκεύει το μέλλον των επιγενομένων ή να ευτελίζει την κληροδοσία των προηγούμενων.

Φυσικά η συνταγματική αυτή πρόνοια έχει χαρακτήρα ηθικής προειδοποίησης περισσότερο, παρά ευεφάρμοστης νομικής ρήτρας. Σε συνθήκες γενικευμένης παρακμής, οι πλειοψηφίες καθοδηγούνται από την αρχή της ηδονής και όχι από τη μέριμνα της αυτοσυντήρησης. Ωστόσο κι έτσι ακόμη, ως υπόμνηση δυνητική είναι ωφέλιμη. Μας θυμίζει ότι πάνω από τη δική μας ετυμηγορία, αυτή της ψήφου των επόμενων εκλογών, υπάρχει μια ετυμηγορία ανώτερη. Ότι πάνω από τα ατομικά δικαιώματά μας υφίσταται ένα ανώτερο χρέος. «Δεν κληρονομούμε τη γη από τους προγόνους μας, τη δανειζόμαστε από τα παιδιά μας», λέει μια ινδιάνικη παροιμία, που έγινε διάσημη από το οικολογικό κίνημα. Ο Κωστής Παλαμάς έχει πει το ίδιο πράγμα, και ίσως καλύτερα. Όλοι εμείς, οι παρούσες γενεές, χρωστάμε:

σε όσους ήρθαν, πέρασαν,
θα ’ρθούνε, θα περάσουν.
Κριτές θα μας δικάσουν
οι αγέννητοι, οι νεκροί.

Advertisements