Φώτης Τερζάκης, Ο μοναχός Παΐσιος

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΙΣΙΟΣ 1

Ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ μέ­ρη ἦρ­θε κι ἕ­νας ἅ­γι­ος τῶν ἡ­με­ρῶν μας, ὅ­πως τὸ θέ­λει ἡ φή­μη, ποὺ με­τὰ τὸν ξε­ρι­ζω­μὸ ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὸν Ἄ­θω­να: ὁ μο­να­χὸς Πα­ΐ­σι­ος. Συγ­κα­τα­λέ­γο­μαι στοὺς πολ­λοὺς ποὺ ὁ τα­πει­νὸς ἀ­σκη­τὴς δέ­χτη­κε νὰ δεῖ τὰ τε­λευ­ταί­α χρό­νι­α της ζω­ῆς του. Δὲν εἶ­μαι σὲ θέ­ση νὰ μαρ­τυ­ρή­σω τὴ θρυ­λού­με­νη ἁ­γι­ό­τη­τά του, δὲν ξέ­ρω καν τί ση­μαί­νει αὐ­τὸ τὸ πράγ­μα, καὶ ἂν κά­τι ση­μαί­νει σί­γου­ρα δὲν εἶ­μαι ἀ­πὸ ἐ­κεί­νους στοὺς ὁ­ποί­ους θὰ εἶ­χε κά­ποια δύ­να­μη: ἔνιω­σα ὅ­μως πολ­λὴ τρυ­φε­ρό­τη­τα γι’ αὐ­τὸν τὸν λι­πό­σαρ­κο γέ­ρον­τα μὲ ὄ­ψη ξω­μά­χου, ἐμ­φα­νῶς κα­τα­πο­νη­μέ­νο ἀ­πὸ τὴν ἀρ­ρώ­στια, ποὺ εἶ­χε τὴν εὐ­γέ­νει­α νὰ μᾶς ἀ­νοί­ξει στὴν πρό­χει­ρη σκή­τη του, βα­θι­ὰ μέ­σα σὲ μιὰ ρε­μα­τιὰ τοῦ Ἄ­θω­να τρί­α τέ­ταρ­τα δρό­μο ἀ­πὸ τὴν Κου­τλου­μου­σί­ου.

Τὸν ἄ­κου­γα νὰ ἐ­ξι­στο­ρεῖ τὰ χρι­στια­νι­κά του πα­ρα­μύ­θια, λό­γι­α ποὺ δὲν σή­μαι­ναν σχε­δὸν τί­πο­τα γιὰ μέ­να, ὥ­ρα πολ­λὴ μὲ τὸ μά­τι μου ν’ ἀ­να­παύ­ε­ται πό­τε στὴν προ­βιὰ ποὺ εἶ­χε ριγ­μέ­νη πά­νω στὴν ξύ­λι­νη τά­βλα τοῦ ὕ­πνου του καὶ πό­τε στὸ σβη­στὸ τζά­κι, καὶ ἦ­ταν σὰν νὰ ἄ­κου­γα τὴ για­γιὰ τὴ Μα­ρί­κα νὰ μοῦ μι­λά­ει γιὰ τὰ στοι­χειὰ ποὺ βλέ­πουν τὶς νύ­χτες οἱ ἀ­λα­φρο­ΐ­σκιω­τοι, γιὰ τὶς νε­ρά­ι­δες ποὺ σοῦ παίρ­νου­νε τὴ μι­λιὰ τὸ με­ση­μέ­ρι, γιὰ τὸν μαρ­μα­ρω­μέ­νο βα­σι­λιὰ καὶ γιὰ τὴ Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σί­α, καὶ γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ὁ Πα­ΐ­σι­ος ἤ­τα­νε ἡ για­γιὰ ἡ Μα­ρί­κα…

Πα­ΐ­σι­ε, ἀ­πὸ ἐ­δῶ ποὺ σὲ θυ­μή­θη­κα σή­με­ρα, σοὺ εὔ­χο­μαι μὲ ὅ­λη μου τὴν καρ­διὰ νὰ βρί­σκε­σαι κον­τὰ στὸν Θε­ό σου – καὶ εἶ­ναι κι αὐ­τὸ κά­τι σὰν πα­ρη­γο­ριὰ γιὰ μᾶς ποὺ δὲν ἔ­χου­με τὴν πο­λυ­τέ­λει­α τῆς πί­στης σὲ κα­νέ­ναν, οὐ­ρά­νι­ο ἢ ἐ­πί­γει­ο, θε­ό…!

ΦΩΤΗΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ  (ΝΠ1, σ. 40-41)

Advertisements