ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΟΚΟΡΟΣ, ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΗ

«Χρόνια νόμιζα πως ξέπεσα στη ζωγραφική ναυαγός. Ζωγράφιζα από μικρό παιδί, πριν πάω στο σχολείο. Έφηβος όμως αρνιόμουνα να εμπιστευτώ το χάρισμα, πίστευα ότι έπρεπε να παλέψω ν’ αλλάξω τον κόσμο

Το ’νίν* αντάν να τρώ’  την γην, τρώει την γην θαρκέται,
μα πάντα τζιείνον τρώεται τζιαι τζιείνον καταλυέται.

Δεν το ήξερα τότε. Αν δεν το πάθεις, άλλωστε, πώς θα το μάθεις; Σπούδασα Νομικά. Ήθελα να μάθω πως μπορούν οι νόμοι να οργανώνουν και να βελτιώνουν μια κοινωνία. Δεν είχα ακόμη καταλάβει την απαράμιλλη δύναμη του παραδείγματος. Με παρέσυραν νεοφώτιστον οι κοινωνικοί αγώνες της εποχής κι άργησα να συνειδητοποιήσω ότι μόνο τον εαυτό μας μπορούμε ν’ αλλάξουμε και ότι αυτό το ελάχιστο είναι η μέγιστη συμβολή μας στη όποια βελτίωση του κόσμου. Με καιρό και με κόπο, άρχισα να διακρίνω την αφανή αρμονία του προφανούς. Να νιώθω την ομορφιά συντελεσμένη ολόγυρά να μας παραστέκει πολύτροπη. Απέναντί της δοκιμαζόμαστε. Αυτήν αναζητούμε, να τη φτάσουμε, να τη δούμε. Παιδευόμαστε υπηρετώντας την. Μορφώνουμε το πρόσωπό μας. Ένα μάθημα είν’ η ζωή. Επ’ αγαθώ ή όχι, εμείς θα αποφασίσουμε.»

Από «Τα στοιχειώδη», εκτενές δοκίμιο βασισμένο στις ξεναγήσεις του Χρήστου Μποκόρου κατά την πρόσφατη ομώνυμη έκθεσή του στο Μουσείο Μπενάκη. Το πλήρες κείμενο θα δημοσιευθεί στο δεύτερο τεύχος του ΝΠ τον Ιούνιο.

* Το υνί

 

Bokoros

Advertisements